frear

Με αφορμή τα πεζά του Π.Χ. Μάρκογλου – γράφει ο Γιώργος Μ. Σανίδας

«Στη σκιά των παρανόμων»
Πολιτική παρανομία στη μεταπολεμική πεζογραφία:
«ιστορία» και «ιστορικό βίωμα» με αφορμή τα πεζά του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου

Λογοτέχνες και ιστορία : ο Π.Χ. Μάρκογλου και η μεταπολεμική λογοτεχνία

Έχει ήδη επισημανθεί στην κριτική και στη θεωρία της λογοτεχνίας, τόσο σχετικά με την πεζογραφία όπως και με την ποίηση, ότι το βίωμα και οι προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα συνιστούν φυσικές πηγές έμπνευσης που τροφοδοτούν την καλλιτεχνική δημιουργία σε κάθε εποχή και σε οποιεσδήποτε συνθήκες. Ωστόσο, ορισμένες ιστορικές περίοδοι τροφοδοτούν εντονότερα από άλλες το ατομικό και συλλογικό βίωμα και με πιο λειτουργικό αποτέλεσμα. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι είναι εκείνες οι ιστορικές περίοδοι, κατά τις οποίες η απλή καθημερινότητα και η μεγάλη ιστορία –αυτή που μερικές φορές γράφεται και με γιώτα κεφαλαίο– όχι μόνο συναντιούνται, αλλά και αλληλοπλέκονται σε τέτοιο βαθμό, που όλο και πιο πολλοί «καθημερινοί άνθρωποι» μετέχουν σε τεκταινόμενα «ιστορικής σημασίας», ενώ όλο και πιο συχνά και οι ίδιοι οι συγγραφείς δεν είναι «απλοί» παρατηρητές αλλά «έχουν παίξει το ρόλο τους, είναι δηλαδή πρόσωπα μέσα στην Ιστορία. Και εκφράζοντας την Ιστορία, εκφράζουν προσωπικά τους βιώματα. Δεν περιγράφουν, αυτοβιογραφούνται κατά κάποιον τρόπο» [1]. Οι τελευταίες αυτές φράσεις γράφτηκαν για τους Έλληνες λογοτέχνες της κατοχικής γενιάς, δηλαδή εκείνους που ως νέοι ή έφηβοι, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, ανδρώθηκαν μέσα από το συλλογικό πάθος και την αντιστασιακή δράση, όπως και στην αμέσως επόμενη φάση, εκείνη του Εμφυλίου, και, έτσι, έζησαν εκ των ένδον, με διάφορους τρόπους, την εκρηκτική εκείνη δεκαετία αλλά και τις οδυνηρές συνέπειές της για τον ελληνικό λαό.

Επομένως, με βάση τα παραπάνω, είναι σαφές ότι γενικά «ο δημιουργός διαμορφώνεται μέσα σ’ ένα ορισμένο ιστορικό, κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον, η συνάφεια του λογοτεχνικού έργου και της εποχής, μέσα στην οποία ο δημιουργός διαμορφώθηκε είναι πολύ στενή. Και παραμένει ιδιαίτερα στενή στη Μεταπολεμική Πεζογραφία… τόσο στενή μάλιστα που δε θα ήταν δυνατό να την κατανοήσουμε στο βάθος της, αν δεν αναλογιζόμασταν τις ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύχθηκε» [2]. Όσο εύλογα φαίνονται τα παραπάνω, τα οποία γράφτηκαν εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια, άλλο τόσο είναι δεδομένο ότι «κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων μεταπολεμικών συγγραφέων είναι ο πολιτικός χαρακτήρας τους. Η παρουσία της Ιστορίας, με όλες τις συνέπειες είναι παντού εμφανής» [3]. Στο σημείο αυτό θα ήταν ενδιαφέρον να επισημανθεί η διάκριση ανάμεσα σε βίωμα και εμπειρία, η οποία «δηλώνει απλώς προσωπικά γεγονότα», ενώ το βίωμα καθορίζεται από «προσωπικά γεγονότα που συνεπάγονται υπερβάσεις», με άλλα λόγια «περάσματα από μια φάση του εαυτού μας σε μιαν άλλη» [4].

Έτσι, η λεγόμενη μεταπολεμική γενιά ή, καλύτερα ίσως, οι δυο μεταπολεμικές γενιές Ελλήνων λογοτεχνών –ως είθισται να διακρίνονται– διαμορφώθηκαν μέσα σε έναν πυκνό ιστορικό χρόνο, με καθημερινές ανατροπές, την ίδια στιγμή που τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, ειδικά στις πόλεις, βίωναν μια διευρυμένη κοινωνική δράση παράλληλα με μια δυναμική πολιτική αυτενέργεια, που κάποτε λάμβανε ένοπλες προεκτάσεις. Ειδικότερα, κυρίως όσον αφορά τους στρατευμένους πολιτικά –τουλάχιστον τότε– στην ΕΑΜική Αριστερά και στο ΚΚΕ λογοτέχνες και καλλιτέχνες, η εξέλιξη των πραγμάτων, ιδιαίτερα μέσα από τις βίαιες συγκρούσεις και τη στρατιωτική ήττα στον Εμφύλιο, επέδρασε σε μεγάλο βαθμό στο ύφος και στο κλίμα των κειμένων τους. Ο διάλογος μεταξύ του συγγραφέα ως ατομικού υποκειμένου και των συλλογικών πεπρωμένων με μετόχους ευρείες κοινωνικές ομάδες, προσδίδει στο μήνυμα μια ιδιαίτερη κοινωνική δυναμική, ταυτόχρονα με την εύλογη αυτοβιογραφική ανάπλαση και την όποια εξομολογητική διάθεση.

Δεν είναι εδώ ο τόπος να τονιστεί η ιδιαίτερη θέση που κατέχει ο Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου στα γράμματα της Θεσσαλονίκης και της χώρας. Το λογοτεχνικό βάρος και το πολύπλευρο ενδιαφέρον του έργου του έχουν ήδη επισημανθεί σε διάφορες ευκαιρίες, αλλά και πρόσφατα ακόμη περισσότερο, με πιο συστηματικό τρόπο σε μελέτες ειδικών ερευνητών όπως και άλλων λογοτεχνών [5]. Ας υπενθυμίσουμε ότι η ατμόσφαιρα των πεζών του Μάρκογλου κυριαρχείται, πέρα από την συντριβή, την οδύνη, που εύλογα αναγνωρίζονται –με άλλα λόγια από την ατμόσφαιρα της «ήττας»– και από μια οξυμένη ευαισθησία μαζί με μια βαθιά κατάνυξη μπροστά στα πάθη των ανθρώπων, ατομικά και συλλογικά, χωρίς αποστροφή ή απόρριψη [6]. Μάλιστα το αντίθετο. Ο ίδιος ο Μάρκογλου και μέσα από τα σχετικά πρόσφατα ποιήματά του [7] αλλά και από άλλα επικαιρικά κείμενα, διεκδικεί την ουσία όχι μόνο του προσωπικού του βιώματος αλλά και γενικά των γενεών εκείνων που στη νεότητά τους υπήρξαν εξίσου φορείς του ιστορικού φορτίου της εποχής, κοινωνώντας το στο εκάστοτε σήμερα. Εν ολίγοις, μέσα από όλα αυτά αναδεικνύεται, μαζί με τη συνέπεια, αυτό που πολλοί γνώστες του έργου του και του προσώπου του αναγνωρίζουν ως ακεραιότητα [8] και αξιοπρέπεια [9].

Ο Μάρκογλου ανήκει, χρονολογικά τουλάχιστον, και σύμφωνα με μια παραδοσιακή διάκριση [10], στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά [11], η οποία ηλικιακά αντιστοιχεί σε αυτούς που κατά την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου βρίσκονταν στην παιδική και στην πρώιμη εφηβική ηλικία [12], οπότε, θεωρητικά τουλάχιστον, δεν μπορούσαν να έχουν άμεση συμμετοχή στα πολιτικοστρατιωτικά τεκταινόμενα. Αν και η ηλικία από μόνη της δεν συνιστά απόλυτο κριτήριο –αφού ακόμη και δωδεκαετή παιδιά υπηρέτησαν ως μαχητές ή βοηθητικοί στον ΕΛΑΣ ή στον ΔΣΕ–, το βίωμα στην περίπτωση αυτή αντανακλά εντυπώσεις και συγκινήσεις όλων εκείνων των συμβάντων και καταστάσεων που ο εν γενέσει συγγραφέας εσωτερίκευσε μέσω ιδεών και αισθήσεων. Ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι το ιστορικό βίωμα εδώ είναι έμμεσο, είτε πρόκειται για προσωπική εμπειρία είτε για συλλογική ανάπλαση μέσω τρίτων, ο συγγραφέας, μέσω της ιδιαίτερής του πρόσληψης γίνεται μέτοχός της, στον βαθμό που αισθήματα και συμβάντα «συμπλέκονται μαεστρικά στον καμβά της ιστορίας, δίνουν το ιδιαίτερο στίγμα της, ενώ ο συγγραφέας, μ’ έναν λόγο πολύτροπο και δραστικό, διαλέγεται γόνιμα μαζί της και πετυχαίνει να μας κρατά σε εγρήγορση» [13]. Η εγρήγορση αυτή οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, σε τρία κύρια χαρακτηριστικά της γραφής του Μάρκογλου, τα οποία υπογράμμισε ο Γ. Αράγης, σχετικά με τη συλλογή Διέφυγε το μοιραίον, αλλά που εντοπίζονται στα περισσότερα πεζά του: α) Η απέριττη γραφή, β) η ασχολίαστη παρουσίαση της δράσης, γ) η αντιστικτική χρήση φυσικών δεδομένων [14].

Κατά συνέπεια, η αναπαραστατική-αφηγηματική του επεξεργασία λειτουργεί εξίσου άμεσα ή έμμεσα διά της μνήμης, που και πάλι, σύμφωνα με τον Jacques Le Goff, αποτελεί την «πρώτη ύλη της ιστορίας» [15]. Όσο για την αναπαραγωγή, όπως σε οποιαδήποτε περίπτωση λογοτεχνικής αφήγησης και μυθοπλασίας, ο συγγραφέας απελευθερώνει δια μέσου αυτής όσα εκφράζουν την εσωτερική του επιλογή, αρχικά στο αισθητικό πεδίο, αλλά εν τέλει σε ηθικό και κοινωνικοπολιτικό. Ο Paul Ricœur διαπιστώνει σχετικά ότι, χωρίς να αναιρούνται οι ουσιαστικές τους διαφορές, «οι αναφορές της ‘αληθινής Ιστορίας’ και της ‘μυθοπλαστικής ιστορίας’ διασταυρώνονται πάνω στη βασική ιστορικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας» [16]. Μάλιστα, σε πείσμα του ακραίου επιστημονισμού (scientism), δεν λείπουν οι προσεγγίσεις της ιστορίας που αναγνωρίζουν ότι οι «μεταφορές και οι εικόνες μπορούν να διαφωτίσουν το παρελθόν τόσο καλά όσο και οι στατιστικές και η κοινωνική θεωρία» [17].

Η οπτική αυτή, χωρίς να είναι η μόνη δυνατή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε λογοτεχνικά κείμενα με ισχυρό ιστορικό φορτίο και φόρτιση, όπως αυτά του Μάρκογλου, πολύ περισσότερο, εφόσον τα μεγέθη καθίστανται ιδιαίτερα διακριτά.

Μορφές παρανόμων: πεζογραφία και ιστορικό βίωμα

Ένα κλειδί για την ανάγνωση του βιώματος και της λογοτεχνικής του εικόνας μας το δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας σε πρώτο πρόσωπο με το «στόμα» του νεαρού αφηγητή στη συλλογή Διέφυγε το μοιραίον: «Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο για τους ανθρώπους που χάθηκαν. Σαν τη σκόνη και τη στάχτη. Γράφοντας μπορεί να δαμάσω την αγριάδα που έχω μέσα μου. Για τα όνειρα που με κουρελιάζουν. Ίσως τότε βρω την επαφή με τον κόσμο. Απορρίπτοντας μπορεί να βρω ένα αίσθημα κοινότητας. Να πάψω να είμαι ένας ξένος» [18]. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να κατανοήσει κανείς τις παραπάνω φράσεις: Δεν είναι μόνο η αέναη πάλη με τα αποτυπώματα της βιωμένης οδύνης, απότοκο του ιστορικού βιώματος του συγγραφέα, το οποίο τείνει να εκφράσει μέσω του έντεχνου λόγου. Πρώτα με την ποίηση του, στη συνέχεια με τον πεζό λόγο, δαμάζοντας την αγριάδα των πραγμάτων και των αισθημάτων, παύοντας να είναι «ξένος», οικειοποιείται την ιστορία, σε προσωπική και συλλογική διάσταση, ενσωματώνοντας αλλά ταυτόχρονα υπερκεράζοντας το βίωμα, τη μνήμη, το πάθος.

Αν ο έρωτας και η μοναχικότητα (όχι τόσο η μοναξιά) αποτελούν δυο από τις κυρίαρχες βιωματικές διαστάσεις των προσώπων του Μάρκογλου [19], η πολιτική δράση και μάλιστα η παράνομη αναδύεται πότε ως εμβόλιμο γεγονός και πότε πάλι ως κεντρικό πλαίσιο. Οι μορφές των παρανόμων κομμουνιστών στις δύο από τις συλλογές πεζών του Π.Χ. Μάρκογλου αναδύονται μέσα από τις πιο αντιπροσωπευτικές καταστάσεις της πολιτικής παρανομίας, ειδικά της ΕΑΜικής Αντίστασης και του ΚΚΕ, στην Κατοχή και στον Εμφύλιο, αλλά και στη συνέχεια.

Θα μπορούσαμε, ως λειτουργικό μέγεθος, να διακρίνουμε την κατάσταση και τη δράση των παρανόμων σε «παθητική» και «ενεργητική». Ως παθητική μπορεί να εκληφθεί αφενός η διαφυγή, η καταδίωξη, η προφύλαξη, η απόκρυψη, αφετέρου η σύλληψη, ο βασανισμός, ο εγκλεισμός, με όλα όσα αυτά συνεπάγονται. Ως ενεργητική παρανομία, μπορεί να προσδιοριστεί η παράνομη οργάνωση και δράση, η ένοπλη αντίδραση και πάλη απέναντι στον κατακτητή, τους συνεργάτες του αλλά και στην μετακατοχική εξουσία και παραεξουσία, έτσι όπως διαμορφώθηκε ειδικά από τη Βάρκιζα και μετά και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου. Βέβαια οι έννοιες του ενεργητικού και του παθητικού σύντομα αποδεικνύονται σχετικές, ειδικά σε τέτοιες καταστάσεις, πολύ περισσότερο που οι διάφορες φάσεις διαδέχονται η μία την άλλη και αλληλοπλέκονται. Πιο συγκεκριμένα σε δύο συλλογές πεζών του Μάρκογλου, στις Σταθερή απώλεια και Διέφυγε το μοιραίον [20], τα πράγματα αποδίδονται με αμεσότητα, ενώ γίνονται τόσο εμφανή, ώστε δεν αφήνεται κανένα περιθώριο διφορούμενης ερμηνείας. Η λογοτεχνική ποιότητα των κειμένων και η ευαισθησία του συγγραφέα ενισχύουν τη δύναμη της αφήγησης και της συνολικής εικόνας.

Μπορεί έτσι κανείς να προσεγγίσει το εύρος και το πάθος των παράνομων κομμουνιστών, όπως θα προσέγγιζε μια καθημερινή πράξη, σκληρή πάντα, αλλά συνηθισμένη, μέσα σε μια πεζή ρουτίνα, μια οικιακή σκηνή, ένα τηλεφώνημα, ένα προσωπικό ραντεβού, μια ερωτική περιπέτεια… Όμως ταυτόχρονα, οι παράνομοι ανάγονται, όπως και όλα πρόσωπα του έργου του, σε μάρτυρες της ύπαρξης μέσα από τα «πάθη των σωμάτων και των ψυχών» [21]. Το γεωγραφικό και κοινωνικό πλαίσιο των διηγημάτων, συντείνει στη σύνδεση με μια ρεαλιστική κατάσταση, μια ιστορική πραγματικότητα. Επίσης, τίποτε δεν μένει έξω από τον υπαρκτό χώρο και χρόνο. Όλα εκτυλίσσονται σε ένα δεδομένο πλαίσιο, μια και ως γνωστόν, σχεδόν όλα τα διηγήματα που αναφέρονται σε μορφές παρανόμων αριστερών –όπως η πλειοψηφία των πεζών του Μάρκογλου– εκτυλίσσονται στην Καβάλα και στην κοντινή της περιφέρεια.

Καταδίωξη και εξόντωση

Κατά την περίοδο που ονομάζεται συμβατικά από τους ιστορικούς «λευκή τρομοκρατία», και που αντιστοιχεί λίγο πολύ από τη Συμφωνία της Βάρκιζας μέχρι το Γ΄ Ψήφισμα, ως κύριο χαρακτηριστικό εμφανίζονται οι μαζικές διώξεις εναντίον ΕΑΜικών και κομμουνιστών. Ιδιαίτερο στόχο αποτελούσαν βέβαια τα πιο δυναμικά στελέχη ένοπλων βραχιόνων της ΕΑΜικής Αντίστασης, όπως ο εφεδρικός ΕΛΑΣ, η Πολιτοφυλακή και η ΟΠΛΑ.

Σε αυτό το κλίμα και σε αυτή την εποχή εισάγεται ο αναγνώστης στο «Επεισόδιο» [22], μέσα σε ατμόσφαιρα που παραπέμπει σε φιλμ νουάρ, την οποία ο συγγραφέας δείχνει να γνωρίζει αισθητικά. Μια ομάδα από τρεις Χίτες, καταφθάνει με μια παλιά Μερσεντές, «καθώς το φεγγάρι, σχεδόν γεμάτο, φώτιζε απέναντι από το σπίτι, στην άλλη όχθη, καπναποθήκες», μπροστά σε ένα «σπίτι ξύλινο, σε καλή κατάσταση, δίπατο, από τον καιρό της Τουρκίας», «ανάμεσα στο καρβουνάδικο και τη γωνιά της στενής γέφυρας πάνω από το χείμαρρο που κατεβαίνει από τους βορινούς λόφους της πόλης». Οι στιγμές αναμονής και αγωνίας σπάνε με την κραυγή του ενός από τους διώκτες –«πήδηξε στο ρέμα»– ενώ ο αφηγητής εξηγεί: «κάποιος από ένα μικρό χαμηλό παράθυρο του σπιτιού πήδηξε μ’ ορμή στα νερά και στα σκουπίδια». Ο καταδιωκόμενος διέγραψε μια τρελή, απελπισμένη κούρσα ταχύτητας μέσα στην κοίτη του χειμάρρου μέχρι που σύντομα να βρεθεί σε αδιέξοδο, επιχειρώντας, ανεβαίνοντας την πλαγιά του ρέματος, να διαφύγει μέσα από τον κήπο μιας ταβέρνας που ακόμη είχε λίγο κόσμο. Ο ένας από τους διώκτες, «που έκοψε δρόμο μέσα από τις ροδιές, έφτασε στη γέφυρα την ώρα που αυτός βρισκόταν στην κορυφή της σκάλας… πυροβόλησε… έτρεξε στην ταβέρνα, μπήκε μέσα και πέρασε στην πίσω πλευρά, άνοιξε την τζαμωτή πόρτα του βάθους και βγήκε στον κήπο. Ο ταβερνιάρης και κάνα-δυο πελάτες πάγωσαν με την παρουσία του Χίτη. Τον βρήκε πεσμένο στη μέση της μικρής αυλής… Πλησίασε, άκουσε ένα μουγκρητό, με δύναμη τού ’δωσε μια κλοτσιά στο κεφάλι, ο πεσμένος φορούσε παλιό μπαλωμένο πουκάμισο, χακί παντελόνι που το ’χε δεμένο με σκοινί, κι ήταν ξυπόλυτος. Στο πεζούλι από την πλευρά της σκάλας φάνηκαν τα κεφάλια των άλλων που βγαίναν από το ρέμα, λαχανιασμένοι, του έριξε μια ματιά και άδειασε τις υπόλοιπες σφαίρες στο κεφάλι του πεσμένου». Ίσως ακουστεί υπερβολικό, αλλά η παραπάνω αφήγηση που συνδυάζει την ωμή αμεσότητα και το καθηλωτικό αφηγηματικό ύφος, αποτελεί μοναδικό δείγμα στις λογοτεχνικές αναπαραστάσεις της συγκεκριμένης περιόδου.

Ανάλογο παράδειγμα, στο ίδιο αστικό τοπίο, αλλά που αποδίδεται μέσα από διάλογο προσώπων, εμφανίζεται στο επόμενο διήγημα της ίδιας συλλογής «Τα γεγονότα ήταν προκατασκευασμένα» [23]. Η ίδια αφηγηματική αμεσότητα μας οδηγεί σε ένα συνοικιακό σκηνικό, στο οποίο πιθανώς γίνεται αναφορά και στο προηγούμενο διήγημα, όπου «το εργοστάσιο με τις γκαζόζες» γειτονεύει με το «μπορντέλο» [24]. Καθώς ο ένας από τους επισκέπτες, ο «κοντός», συνομιλούσε με την καθαρίστρια, ο δεύτερος επισκέπτης μπήκε στην κάμαρη, απευθυνόμενος στην κοπέλα που «έραβε κουμπιά σ’ ένα φόρεμα». Ο λιτός διάλογος εμπεριέχει το γεγονός. Πρώτα μιλάει ο άνδρας:

– «Τι τρέχει;»

– «Πρόκειται για τον αδελφό σου. Χθες ήμουνα με κάτι Χίτες και τους άκουσα, κουβέντιαζαν για τον Αντώνη».

– «Δηλαδή;»

– «Μάθανε πως βρίσκεται στο Σανατόριο. Να φυλαχτεί».

– «Τότε να τον πάρουμε από κει. Θέλω να με βοηθήσεις».

– «Μη μ’ ανακατεύεις, τα πράγματα είναι άγρια».

– «Δεν κινδυνεύεις. Θα του πας μόνο τα ρούχα».

– «Μα το βλέπεις, βοηθάω με τον τρόπο μου».

– «Άμα πέσει στα χέρια τους, χάθηκε».

Δεν υπάρχει λόγος να μας εξηγήσει ο συγγραφέας γιατί η κοπέλα διακινδύνευσε τόσο, όχι μόνο ειδοποιώντας τον αδελφό του καταδιωκόμενου, αλλά, όπως φάνηκε παρακάτω, συμμετέχοντας στην απόπειρα διάσωσης και διαφυγής, έπαιξε το κεφάλι της. Εκείνο στο οποίο επικεντρώνεται είναι η ουσία, δηλαδή η ίδια η συμβολή ανθρώπων του «περιθωρίου», του «υποπρολεταριάτου» όπως θα έλεγαν άλλοι, στην προστασία των παρανόμων.

Έτσι η κοπέλα, η Τούλα, εμφανίζεται στην ώρα της μπροστά στο Σανατόριο, παραλαμβάνοντας από τους άλλους δύο τον μπόγο με τα ρούχα, μαζί με την οδηγία «πήγαινε τον Αντώνη στ’ αποχωρητήρια. Μετά τον παίρνω εγώ». Η αφήγηση επικεντρώνεται, ιδιαίτερα παραστατικά, στην αγωνιώδη πορεία της διαφυγής, με τον παράνομο μέσα στο κάρο τυλιγμένο σε μια κουβέρτα. Κι έτσι «άρχισαν να κατεβαίνουν. Ο Αντώνης έβηχε. Μόλις φτάσανε στην παλιά δεξαμενή του Βιξ είδανε, κάτω στη στροφή, μια ομάδα Χίτες με μια παλιά πράσινη Φορντ. Σταμάτησαν. Οι Χίτες ήταν σκορπισμένοι στο δρόμο, κάτι περίμεναν». Μετά από δισταγμό συνέχισαν, ενώ ο αδελφός πήρε τον Αντώνη στις πλάτες επιχειρώντας να διαφύγουν μέσα από δεντρόφυτο χώρο. Όταν πια αποφάσισαν να συνεχίσουν, με τον άρρωστο και πάλι στην πλάτη, «τους σταμάτησε μια φωνή. Γύρισε, ήταν δυο Χίτες».

– «Πού τον πας;»,

– «Παραήπιε και τον πάω σπίτι του»,

– «Καλά, καλά, ελάτε μαζί μας».

Κατέβηκαν λίγο πιο κάτω, σε μια μικρή πλατεία. Εκεί ήταν κι άλλοι τρεις με την παλιά Φορντ. Δεν υπήρχαν πια περιθώρια. Ένας φαλακρός με μουστάκι τους πλησίασε. Κοιτούσε επίμονα. Σήκωσε το κεφάλι του Αντώνη και αμέσως έβαλε τις φωνές: ‘Επιτέλους, σ’ έβαλα στο χέρι, παλιοπούστη’. Άρχισε να τους χτυπάει με το περίστροφο που κρατούσε. Πέσαν και οι άλλοι πάνω τους. Τους τσαλαπάτησαν στο λιθόστρωτο. Τους πέταξαν μέσα στο αυτοκίνητο και φύγανε. Δυο ήταν σκαρφαλωμένοι στα φτερά».

Στο δεύτερο μέρος του διηγήματος, ο συγγραφέας παρεμβαίνει καθοριστικά, μεταφέροντας τη δράση στην προχωρημένη μετεμφυλιακή περίοδο, σε ένα πραγματικό ή φανταστικό σκηνικό και σε γεγονός που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε τότε να έχει συμβεί. Η πόλη, η Καβάλα ως συνήθως, υποδέχεται τον Γεώργιο Γρίβα ή Διγενή, ηγέτη της οργάνωσης Χ κατά την Κατοχή και τον Εμφύλιο και στη συνέχεια στρατιωτικό ηγέτη της ΕΟΚΑ στην Κύπρο. Οι σκηνές που περιγράφει ο συγγραφέας μπορούν να τοποθετηθούν μεταξύ 1959 και 1961, όταν ο Γρίβας, αν και επί της ουσίας περιθωριοποιημένος, επιστρέφει στην Ελλάδα και γίνεται δεκτός ως ήρωας ενώ επιχειρεί να κατέλθει και πάλι, χωρίς ιδιαίτερο αποτέλεσμα, στον πολιτικό στίβο. Μαζί με το χρονικό άλμα, ο συγγραφέας στρέφει τον φακό, με μια απότομη αλλαγή σε σχέση με το κλίμα της υποδοχής, προβάλλει από τη μια την επιβολή και την αναγνώριση των τρομοκρατών τής μετά τη Βάρκιζα περιόδου στο φόντο της εκμετάλλευσης των ελληνικών καπνών από μια αμερικανική εταιρεία. Η παραπάνω κραυγαλέα αντίθεση κορυφώνεται με την παρουσία ενός υπαλλήλου της αμερικάνικης εταιρείας, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον «κοντό», τον βοηθό του αδελφού του Αντώνη στην προσπάθεια της διάσωσης, ο οποίος στο επεισόδιο της δολοφονίας δεν εμφανίστηκε και επέζησε. Υπάλληλος πλέον της αμερικανικής εταιρείας που φορτώνει καπνά, αφαιρείται παρακολουθώντας την υποδοχή του Γρίβα και, αμέσως, απολύεται. Αποχωρώντας, παρακολουθεί καπνίζοντας τις σκηνές του θριάμβου από το παράθυρο και, μεταξύ των τελεταρχών, αναγνωρίζει τον επικεφαλής των εκτελεστών του Αντώνη και του αδελφού του: «Το ενδιαφέρον του επικεντρώθηκε σε τρεις άντρες που βάδιζαν πίσω από τον στρατηγό. Οι δυο φορούσαν ρεπούμπλικα, ο άλλος φαλακρός… αυτός ήταν ο αρχηγός της ομάδας των Χιτών…» [25].

Η χρονική μετάβαση και το παιχνίδι των αντιθέσεων αποδίδει, μέσα από το πικρό βλέμμα του συγγραφέα, τη φορά των πραγμάτων, εφόσον ως δράστες της εκτέλεσης καταδεικνύονται όχι μόνο οι εγχώριοι εξουσιαστές και παρακρατικοί, αλλά, έμμεσα, και οι δυτικοί «σύμμαχοι», και ως έναν μεγάλο βαθμό εντολείς του επιβεβλημένου μετακατοχικού καθεστώτος που λυμαινόταν τον πλούτο της χώρας. Και έτσι κατανοείται πλήρως, στην ιστορική του διάσταση, ο τίτλος του διηγήματος.

Αποκλεισμός

Στο διήγημα «Οι ξένες γλώσσες», ο συγγραφέας, σε πρώτο πρόσωπο ως νεαρός αφηγητής, με αφετηρία την εποχή που παρακολουθούσε μαθήματα αγγλικών, μας εισάγει και πάλι στη μετεμφυλιακή ατμόσφαιρα της πόλης. Το κυρίαρχο μοτίβο είναι κι εδώ η αντίθεση δύο διαφορετικών κόσμων: τα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων, με τις προσφυγικές συχνά καταβολές και ανάλογα ξενόγλωσσα ερεθίσματα και εμπειρίες, που πασχίζουν πλέον να ανοίξουν τους ορίζοντές τους μέσω της εκμάθησης ξένων γλωσσών και να ενταχθούν σε έναν κόσμο, στον οποίο κυριαρχούν ως αντιθετικός άξονας αγγλόφωνες δυνάμεις, επιδρώντας και σε συγκεκριμένα επίπεδα και στρώματα της δικής τους κοινωνίας.

Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, παρεμβάλλεται η αφήγηση σχετικά με μία ακόμη πιο «περιθωριακή» και απόξενη μορφή. Αυτή του αριστερού που έχει παραμεριστεί και αποκλειστεί από τους δικούς του. Ήταν ο γιος της φουρνάρισσας της γειτονιάς, ο Νίκος: «ήταν άρρωστος βαριά και τώρα το χειμώνα δεν τον βλέπαμε πουθενά. Σπάνιες φορές τον είχα δει από τότε που γύρισε ετοιμοθάνατος από τη Γερμανία μετά τον πόλεμο…». Ο συγγραφέας, συνεπής στον ρόλο του νεαρού αφηγητή, δεν εμφανίζεται ως κριτής και παντογνώστης. Δεν κρύβει τη συμπάθεια του, αλλά δεν θεωρεί αποστολή του να εμπλακεί στις άγονες συχνά συζητήσεις για το ποιος είχε δίκιο ή άδικο ως προς την εκάστοτε ενδοκομμουνιστική διαπάλη. «Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω, γιατί οι δεξιοί στη γειτονιά τον βρίζαν κόκκινο και οι αριστεροί τον βρίζαν χαφιέ, τροτσκιστή». Ο Νίκος ασκούσε έλξη και γοητεία στον νεαρό αφηγητή, όπως και σε έναν φίλο του. Ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του και τον επισκέφτηκαν. «Ένα τραπέζι γεμάτο βιβλία και μια κιθάρα… Μας μίλησε για την κόκκινη Ρόζα και τους Σπαρτακιστές, για την επανάσταση στη Γερμανία. Ύστερα για τους Γερμανούς αντιφασίστες. Για την κτηνωδία των Ναζί… Η συγκίνηση τον κούρασε». Η αντίδραση όμως, εξ αριστερών, ήρθε άμεσα. «Την άλλη μέρα ο πατέρας του Θεοδόση είπε: ‘Θα σας κόψω τα πόδια αν ξαναδείτε αυτόν τον χαφιέ’» [26].

Εδώ η αφήγηση αλλάζει έντεχνα θέμα, ωσάν η ιστορία του Νίκου να ξεχάστηκε από τον αφηγητή, να παραμερίστηκε, όπως και ο ίδιος από τους δικούς του, ειδικά μετά την απαγορευτική εντολή. Επανέρχεται όμως και πάλι, απλά και ξαφνικά. Ο Νίκος, στα τελευταία του πια, προσκαλεί στο δωμάτιό του τον νεαρό για να του εμπιστευτεί κάτι πολύ σημαντικό για τον ίδιο. «‘Αυτό είναι ένα γράμμα’, είπε, ‘θα μου δώσεις το λόγο σου ότι θα το κρατήσεις κρυμμένο μέχρι το Κόμμα να σταθεί στα πόδια του και αποκατασταθεί η λενινιστική νομιμότητα… Θα το κρατήσεις και θα το δώσεις στον γραμματέα, αυτόν που θα είναι τότε, της πόλης, είναι για την κομματική μου αποκατάσταση, κάποτε πρέπει η αλήθεια, πρέπει να γίνει γνωστή στους συντρόφους». Ησύχασε μόνο όταν ο νεαρός φίλος του υποσχέθηκε πώς θα πραγματοποιήσει την επιθυμία του.

Το πλαίσιο, εδώ, τοποθετείται στα τέλη του Εμφυλίου. Το ΚΚΕ βίωσε εξαιρετικά τραυματικές εμπειρίες κατά την περίοδο του Μεταξά, όταν οι υπηρεσίες ασφαλείας του κράτους, με τη συμβολή αυτομόλων πρώην ηγετικών στελεχών, παγίδευσαν μέσω μιας ψευδεπίγραφης «Προσωρινής Διοίκησης» πολλά μέλη και στελέχη του κόμματος. Στην Κατοχή, αλλά πολύ περισσότερο στη συνέχεια, κατά την περίοδο της τρομοκρατίας και της ένοπλης σύγκρουσης, το καθεστώς παρανομίας που βίωναν οι κομμουνιστικές/ΕΑΜικές οργανώσεις, ειδικά στις πόλεις, δημιουργούσε ιδιαίτερα δυσχερείς συνθήκες λειτουργίας και επικοινωνίας μεταξύ των εναπομεινάντων μελών και υποστηρικτών και κυρίως με την εκάστοτε καθοδήγηση. Πέραν αυτών που αποχώρησαν οικειοθελώς από τη δράση, ή και εκείνων που άλλαξαν εντελώς στρατόπεδο, αναλογίζεται κανείς τις εξίσου πολυάριθμες περιπτώσεις όσων ενεργών αποπέμφθηκαν ή παραμερίστηκαν από παρεξήγηση ή συκοφαντία, αλλά οι οποίοι μέχρι τον θάνατό τους παρέμειναν συνεπείς σε αυτό στο οποίο είχαν στρατευτεί ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν.

Σε άμεσο συμβολικό επίπεδο, ο άρρωστος παραμερισμένος κομμουνιστής Νίκος, ακόμη και με μόνο το μικρό όνομά του παραπέμπει, από μια άποψη, στην περίπτωση του Νίκου Πλουμπίδη [27], με άλλα λόγια στην παράνομη δράση του, στη σύλληψη, στην αντιμετώπισή του ως «παλιού χαφιέ», στην αποπομπή του –όταν χωρίς συνεννόηση με την ηγεσία ζήτησε να εκτελεστεί στη θέση του Νίκου Μπελογιάννη– αλλά και την μετά θάνατον αποκατάστασή του, μετά την αλλαγή της ηγεσίας το 1956. Από την άλλη, ο κομμουνιστής Νίκος, που ήταν αιχμάλωτος στη Γερμανία και που οι σύντροφοί του τον χαρακτήρισαν επίσης «χαφιέ» και που περιμένει την αποκατάστασή του όταν επανέλθει ή «λενινιστική νομιμότητα», φέρνει στον νου την τύχη του ίδιου του Νίκου Ζαχαριάδη, ο οποίος μετά την αποπομπή του κατηγορήθηκε, αναπόδεικτα, ως «πράκτορας» των Βρετανών. Ηθελημένα ή αθέλητα, αλλά σίγουρα μέσα από το αποστασιοποιημένο όσο και διαπεραστικό του βλέμμα, ο Μάρκογλου κατορθώνει να συγκεράσει στο ίδιο πρόσωπο φαινομενικά αντίθετες προσωπικότητες του κομμουνιστικού κινήματος. Από την άποψη αυτή και πάλι, ο συγγραφέας, χωρίς να επιδιώκει την από του βάθρου κρίση, εισάγει νηφάλια στην αφήγησή του, μέσω των προσώπων και των χαρακτήρων του, μεγέθη της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος. Τέλος, θα πρέπει να τονίσουμε όμως ότι η ιστορία του διαγραμμένου κομμουνιστή εξιστορείται εκ παραλλήλου με αυτήν μιας μουσουλμάνας πόρνης από την Κομοτηνή, η οποία, άρρωστη κι αυτή, παραμερίζεται και υποφέρει στο Σανατόριο.

Απόκρυψη καταδιωκόμενου: παράνομη ζωή, παράνομος θάνατος

Τον Ιούνιο του 1946, ενώ μαίνονταν ήδη οι εκτοπίσεις στα νησιά από τις επιτροπές δημόσιας ασφάλειας, η κυβέρνηση της Αθήνας προώθησε στη Βουλή το Γ΄ Ψήφισμα, νομοθέτημα που επί της ουσίας θεσμοθετούσε τις διώξεις και τις εξοντώσεις κομμουνιστών και «συνοδοιπόρων» μέσω των έκτακτων στρατοδικείων. Το Ψήφισμα τιμωρούσε με θάνατο ακόμη και όποιον προσέφερε καταφύγιο σε κάποιον που χαρακτηριζόταν «συμμορίτης», ανεξαρτήτως αποδείξεων… Πολλές φορές το τελευταίο καταφύγιο του καταδιωγμένου ήταν τα σπίτια συγγενών, τουλάχιστον εκείνων που δεν του γύριζαν την πλάτη. Η περίπτωση του κομμουνιστή θείου που κυνηγημένος κρύφτηκε στο πατρικό σπίτι, εμφανίζεται σε δύο εκδοχές.

Στο διήγημα «Μίσθαρνα όργανα» [28], ο Κλέων, «άντρας της Φωτεινής, της αγαπημένης ξαδέρφης της μητέρας, υποδηματεργάτης αλλά και τυπογράφος… μπαινοβγαίνει στο σανατόριο… δραστήριο μέλος του κόμματος… στην Κατοχή, με πλαστό όνομα, δούλεψε στο μοναδικό βουλγαρικό τυπογραφείο της πόλης μας. Μάζεψε απ’ εκεί υλικό και μαζί με άλλους, τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής, στήσανε ένα παράνομο τυπογραφείο για τις ανάγκες του ΕΑΜ». Αφού επέζησε των βουλγαρικών διώξεων, δούλεψε στην Απελευθέρωση στη Νίκη, την εφημερίδα του ΚΚΕ στην Καβάλα. Συνελήφθη τον Σεπτέμβριο του 1946, μετά το δημοψήφισμα, αλλά «δραπέτευσε, δούλευε παράνομα». Οι Χίτες που εισέβαλαν στο σπίτι τον ψάχνουν και βιαιοπραγούν κατά των μελών της οικογένειας. Πάνω σ’ αυτό ο αφηγητής ξεδιπλώνει τη ζωή και τις αρετές του Κλέωνα. Όσο για την απόκρυψη, «τον Κλέωνα τον είχαμε πραγματικά φιλοξενήσει για λίγες μέρες σπίτι μας. Κρυβόταν σε μια παλιά δεξαμενή. Μετά τον παρέλαβαν οι σύντροφοι για ένα ασφαλέστερο καταφύγιο. Έφυγε μια νύχτα που έβρεχε. Δεν τον ξαναείδα. Είχα όμως την υποψία πως ο πατέρας τον είχε κρύψει και στο εργαστήριό του για ένα διάστημα, χωρίς να μας το πει βέβαια. Αργότερα τον πιάσανε με προδοσία. Το 1948 δικάστηκε από το στρατοδικείο και εκτελέστηκε στη Δράμα» [29].

Στην εκδοχή αυτή, ο καταδιωκόμενος κομμουνιστής διαφεύγει προς το παρόν και συνεχίζει την παράνομη δράση του, αλλά σύντομα θα έχει την τύχη εκείνων των χιλιάδων ανά την Ελλάδα που θα δικαστούν από έκτακτο στρατοδικείο και θα εκτελεστούν. Σε προηγούμενη όμως εκδοχή, τουλάχιστον αυτήν που εμφανίζεται κάπως εμβόλιμα στο διήγημα «Η επιστροφή», ο Μάρκογλου αναλογίζεται μια άλλη έκβαση. «Μέσα στον σκοτεινό χρόνο ο Αντώνης, ξάδερφος της μητέρας, 1948, άρρωστος, να τον κρύβουν, καπνεργάτης, στέλεχος του Κόμματος στην παρανομία, να αιμορραγεί τώρα από την παλιά φυματίωση, να τρέμουν τα φυλλοκάρδια τους, ούτε η μητέρα του ήξερε πού βρίσκεται ο Αντώνης, ήταν κρυμμένος σε μια μεγάλη άδεια στέρνα στο πίσω μέρος του πλυσταριού, ψηλός, γεροδεμένος κάποτε, γεμάτος ζωή, ακόμη και τώρα γεμάτος αισιοδοξία, είχε ωραία φωνή, όταν ήταν κορίτσι η μάνα, την συνόδευε σε χορούς και γλέντια, γι’ αυτό είχαν με τη μητέρα σχέσεις στενές, γι’ αυτό είχε το θάρρος να ζητήσει να τον κρύψουν τώρα που ήταν στα τελευταία του κι αιμορραγούσε, δεν κράτησε πολύ, την άνοιξη πέθανε, δεν ήξεραν τι να κάνουν, τέλος, φώναξαν τον πατέρα του Αντώνη, αφού τον πότισαν ρακί, του είπαν όλη την ιστορία, έκλαιγε για ώρα, τέλος, αποφάσισαν, για να αποφύγουν τα μπλεξίματα, το έθαψαν κρυφά στη γωνιά του κήπου, κουβάλησαν και πέτρες, τάχα θα ψήλωναν τον τοίχο, τις στοίβιασαν στο φρεσκοσκαμμένο χώμα, ένας μικρός τύμβος στη γωνιά του κήπου, η μητέρα του Αντώνη δεν έμαθε ποτέ τίποτε, όλοι τον είχαν για αγνοούμενο, όταν όλα πέρασαν, δεν είχε μείνει πια κανένας από τη μεριά του χαμένου, κι όταν κάποτε ο πατέρας είπε να τον βγάλουν, η μητέρα αντέδρασε, ‘Τώρα δεν έχει κανένα νόημα’, είπε, ‘καλύτερα εκεί που είναι κοντά μας’» [30].

Από τη μια λοιπόν η «αναμενόμενη» εκδοχή (σύλληψη, δίκη, εκτέλεση), από την άλλη ο θάνατος στο σπίτι όπου κρυβόταν και η ταφή στην άκρη του κήπου. Πολλών ειδών συμβολισμούς θα μπορούσε κανείς να αναλογιστεί σχετικά. Σε κάθε περίπτωση, ο φυματικός παράνομος κομμουνιστής που καταδιώκεται και χάνεται, οικοδομεί ένα γνωστό ιστορικό μοτίβο από την περίοδο του Μεσοπολέμου κυρίως, στις εξορίες επί Μεταξά αλλά και στις εκτελέσεις από τους Γερμανούς και το μετά τη Βάρκιζα κράτος. Ταυτόχρονα, εξίσου γνωστό ιστορικό μοτίβο είναι οι αποδράσεις των κομμουνιστών από τα σανατόρια (Σωτηρία, Πέτρα, Ασβεστοχώρι), κατά την περίοδο της Κατοχής.

Η τύχη του εξόριστου

Στο διήγημα «Στο καμίνι» [31], ο Μάρκογλου επανέρχεται στην μορφή του έγκλειστου κομμουνιστή συγγενή, που εδώ πρόκειται να εξοριστεί. Ενώ ο θάνατος από φυματίωση μιας φίλης του στέκεται αφορμή για τον νεαρό αφηγητή να έχει πρόσβαση στην πλούσια βιβλιοθήκη ενός καπνέμπορου κι ένας νέος, αχανής κόσμος μάθησης ανοίγεται μπροστά του, στη συνέχεια, με ένταση του κοντράστ, η αφήγηση προσγειώνει τον αναγνώστη στη σκληρή πραγματικότητα της εποχής. Πρέπει να συνοδέψει τη μητέρα του στο επισκεπτήριο για να δει τον έγκλειστο αδελφό της. Αυτό χρησιμεύει ως αφετηρία για να εισάγει μια άλλη ιστορία καταδιωκόμενου κομμουνιστή. «Η μητέρα μου ήταν τσακισμένη, ένα ερείπιο ακόμη, όταν μου ζήτησε να την συνοδέψω στη φυλακή. Επίσκεψη στον θείο μου. Ο αδερφός της μητέρας μου, αγαπημένος γιος της γιαγιάς, ήταν ήδη στη φυλακή καταδικασμένος με συνοπτικές διαδικασίες. Τους ετοιμάζανε για εξορία». Πρόκειται για την πρώτη μετακατοχική περίοδο, οπότε οι πιο ενεργοί αντιστασιακοί του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ διώκονται για τα λεγόμενα «κατοχικά εγκλήματα». Μάλιστα εδώ παρατίθεται το κατηγορητήριο, το οποίο ακόμη κι αν δεν είναι πραγματικό θα μπορούσε: «από κοινού συμφέροντος ορμώμενος μετά των Κων. Κωνσταντάρα, Γεωργ. Τσαρουχά, Χαρ. Ιορδάνογλου και Κων. Τσολάκη συναπεφάσισε και συνεξετέλεσε αξιοποίνους πράξεις», μεταξύ των οποίων «διά την καταπάτησιν της Ελληνικής Μακεδονίας» ή «κατά των ελληνικών ανταρτικών δυνάμεων, δηλαδή του Αντών-Τσαούς» κ.τ.λ. Η βαρύτητα στο ιστορικό πλαίσιο τονίζεται από την εμφάνιση υπαρκτών προσώπων, γνωστών στελεχών του ΕΑΜ στην περιοχή. Βέβαια «οι κατηγορίες αυτές ήταν γελοίες… αλλά τώρα οι συνεργάτες των εχθρών, μεταλλαγμένοι εθνικόφρονες, δεν έπαυαν να είναι βάρβαροι χασάπηδες, με τα στρατοδικεία τους. Οι δωσίλογοι είχαν πια βαπτιστεί στα ιερά νάματα της εθνικοφροσύνης». Λακωνικά παρουσιάζεται το κλίμα της επίσκεψης στους κρατουμένους: «Συνόδευα τις γυναίκες. Σκούπιζαν τα μάτια τους σ’ όλη τη διαδρομή. Κρατούσαμε δύο δέματα με ρούχα και τρόφιμα. Ανεβήκαμε λαχανιάζοντας την ανηφόρα που οδηγούσε στο λόφο της πόλης πίσω από τις Καμάρες και το Γυμνάσιο Αρρένων. Εκεί ήταν οι φυλακές. Ένα παλιό κτίριο σε άθλια κατάσταση. Στοιβαγμένοι μέσα εκατοντάδες άνθρωποι».

Η αφήγηση επικεντρώνεται στη συνέχεια στην προσωπικότητα του θείου, που ήταν καρβουνιάρης. Ο νεαρός αφηγητής εξιστορεί πώς ο ίδιος τον βοηθούσε, στο βουνό, όταν έστηνε κι άναβε το ξυλοκάμινο. Σε μια επιστροφή του, μετά από τριήμερη απουσία όταν έκαιγε πια το καμίνι, «βρήκα τον θείο μαζί με δύο άλλους να κουβεντιάζουν. Με κοιτούσαν επιφυλακτικά, εκείνος όμως τους καθησύχασε. Φάγαμε κι εκείνοι φύγανε κατά το ρέμα. Ο θείος τους έδωσε ό,τι τρόφιμα είχαν περισσέψει και τα τσιγάρα του. ‘Να προσέχετε’, άκουσα να τους λέει. Όταν γύρισε είπε: ‘Ό,τι κι αν γίνει, εσύ δεν γνωρίζεις κανένα’». Η αφήγηση συνεχίζει με περιστατικά από τη ζωή του θείου, με έμφαση στον ιδανικό έρωτα που γνώρισε στα χρόνια της Αντίστασης και που τότε προχωρούσε προς την αίσια κατάληξη. Ένα ακόμη ιδανικό κι αυτός, που δοκιμαζόταν μέσα στους χαλεπούς καιρούς.

Η αφήγηση δεν στέκεται ιδιαίτερα στη σύλληψη και επανέρχεται στην επίσκεψη στον κρατούμενο. «Φτάσαμε στη φυλακή. Περάσαμε τη μεγάλη σκουριασμένη πόρτα. Αφήσαμε τα δέματα στους φύλακες να τα ελέγξουν. Ανεβήκαμε μερικές σκάλες, φτάσαμε σε μια σειρά σιδερένια κάγκελα, πίσω τους μας περίμενε ο θείος. Αγκαλιαστήκαμε και κλαίγαμε. Ο θείος μας παρηγορούσε. Είχε αποφύγει το χειρότερο, το θάνατο, αύριο θα φεύγανε με το ατμόπλοιο Χειμάρρα για την εξορία…». Η αντίθεση κι εδώ απότομη, σκληρή. Τραγική ειρωνεία. Γλίτωσε το απόσπασμα και πρόκειται να ταξιδέψει με τη Χειμάρρα. Το ναυάγιο της Χειμάρρας στις 19 Ιανουαρίου 1947 αποτελεί ένα γνωστό δραματικό γεγονός της εποχής του Εμφυλίου, τον πρώτο καιρό της γενικευμένης ένοπλης σύγκρουσης. Χάθηκαν κάπου τριακόσιοι ογδόντα άνθρωποι, στο πιο πολύνεκρο ναυτικό ατύχημα της νεότερης Ελλάδας. Όμως η τύχη του θείου ήταν διαφορετική: «Την άλλη μέρα κυκλοφόρησε η πληροφορία πως το Χειμάρρα βούλιαξε. Θρήνος έγινε κι οδυρμός. Κηδεία. Μέχρι που μετά από δύο μέρες ο πατέρας κατόρθωσε να πληροφορηθεί τη διάσωση του θείου». Για δεύτερη φορά ο παράνομος κομμουνιστής στάθηκε τυχερός μέσα στον κατατρεγμό του. Γλίτωσε την εκτέλεση και τον πνιγμό. Θα μπορούσε λοιπόν να είναι ο ένας από τους δέκα εξόριστους που σώθηκαν, οι οποίοι ήταν συνολικά τριάντα έξι στο πλοίο. Ο συγγραφέας δεν αναφέρει κάτι για την τύχη του στη συνέχεια. Η έκβαση αυτή θα λέγαμε ότι αποτελεί εξαίρεση στις τραγικές καταλήξεις που γνωρίζουν οι παράνομοι στα πεζά του Μάρκογλου, όπως αποτελούσε εξαίρεση και στην πραγματικότητα.

Δίκη και εκτέλεση

Όπως και στην Κατοχή, έτσι και στον Εμφύλιο, βασικό στοιχείο των διώξεων και της καταστολής υπήρξαν οι εκτελέσεις, που διήρκεσαν ως έναn βαθμό έως την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο. «Το δέντρο» είναι ένα σπονδυλωτό, σε επτά μέρη, σύντομο διήγημα [32], θέμα του οποίου είναι η προσωπικότητα και οι δραστηριότητες ενός μεγαλοδικηγόρου της περιόδου. Διάφοροι αφηγητές εναλλάσσονται, από το τρίτο περνώντας στο δεύτερο πρόσωπο, φτάνοντας στο πέμπτο μέρος [33] σε μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με ελάχιστες τελείες, μονορούφι. Πρόκειται τώρα για την υπεράσπιση ενός νεαρού κομμουνιστή καταδικασμένου σε θάνατο. «Ένα βράδυ, Νοέμβρης του ’48, ήμασταν με την μητέρα μου έξω από την πόρτα του Ραγόζη, ο αγέρας βογκούσε στα πεύκα, η βροχή να τρυπάει το σκοτάδι, περιμένουμε, ένα σκυλί γάβγιζε κάπου στα δέντρα, μια κοπέλα με ομπρέλα άνοιξε τη βαριά σιδερένια πόρτα του κήπου, μέσ’ από δέντρα και παρτέρια, φορούσα κοντά παντελόνια, κρύωνα, μάλλινη μπλούζα, πότιζε, φτάσαμε στις σκάλες, η κοπέλα ανέβηκε και χτύπησε την πόρτα, η μητέρα ανέβηκε στο πλατύσκαλο της εισόδου, στο φως της πόρτας, φάνηκε η Ραγόζη, «Παρακαλώ», είπε η μητέρα, «έρχομαι από τον διοικητή της Ασφάλειας, τον κύριο Στανούμπακα [34], να δω τον κύριο δικηγόρο»… Εδώ έρχεται η εξήγηση: «ήταν τότε ο αδερφός μου στη φυλακή, τον κατηγορούσαν ότι σκότωσε κάποιον, ένα συνεργάτη των Γερμανών, πού τότε πια δούλευε για την αστυνομία, στα πεύκα της Δεξαμενής βρήκαν το πτώμα, τότε ένας γαλατάς είπε ότι είδε τον αδερφό μου να μαλώνει με τον σκοτωμένο, πολιτική αντιδικία, έτσι είπε, αργότερα μάθαμε πως ο γαλατάς ήταν κι αυτός άνθρωπος της αστυνομίας, σιγά σιγά φτιάξαν μια ιστορία που το νήμα της οδηγούσε στον αδερφό μου, έτσι τον άρπαξαν, ήταν και στην ΕΠΟΝ παλιά κι αυτό βάραινε, βρέθηκε καταδικασμένος σε θάνατο…». Παράδοξο; Ο διοικητής της Ασφάλειας υπέδειξε τον δικηγόρο ως μόνη πιθανή λύση. Αφού τελικά κατόρθωσαν να φτάσουν στο γραφείο του, εισέπραξαν τα παρακάτω: «Ξέρω, ξέρω, ο κύριος διοικητής έχει μεγάλη καρδιά, πονάει για όλα αυτά, μου μίλησε, το πράγμα είναι πολύ σοβαρό, όχι, μη με διακόπτετε, δεν έχω χρόνο, ούτε ξέρω αν μπορεί να γίνει κάτι, είναι πολιτικές οι αποφάσεις, περνούν από πολλά χέρια, οι δουλειές αυτές έχουν έξοδα’, η μητέρα πλησίασε, έβγαλε από το στήθος της ένα σακουλάκι, το πρόσφερε στον Ραγόζη, ‘Δεν μπόρεσα να μαζέψω περισσότερα’, είπε, έβαλε το σακουλάκι στην τσέπη του, ‘Δεν υπόσχομαι τίποτε’, έφυγε, γυρίσαμε στη βροχή, παραπαίοντας φτάσαμε στη σιδερένια πόρτα του κήπου…». Στο επόμενο, το έκτο μέρος, η αφήγηση γίνεται δευτεροπρόσωπη: «Παρασκευή βράδυ έγιναν αυτά. Την Τρίτη μάθατε για την εκτέλεση. Μετά από τρεις μέρες πήγες με τον πατέρα σου στη Δράμα για να παραλάβετε τα πράγματα του σκοτωμένου»…

Μετά το 1947, όταν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ ήταν πλέον και τυπικά παράνομα, με βάση τον Α.Ν. 509/1947, οι αριστεροί δικηγόροι είτε βρέθηκαν στην παρανομία, ακόμη και στο βουνό, είτε φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν. Η βιομηχανία των δικών στα έκτακτα στρατοδικεία, πέρα από μηχανισμός εξόντωσης, ηθικής ή φυσικής, των αντιπάλων του εμφυλιακού καθεστώτος, υπήρξε και πεδίο κερδοσκοπίας σε βάρος των οικογενειών τους και οικονομικής εξόντωσής τους. Ορισμένοι δικηγόροι, με το αζημίωτο βέβαια, έπαιζαν τον ρόλο του ενδιάμεσου, μεταξύ της οικογένειας και των στρατοδικών, κυρίως του βασιλικού επιτρόπου που απηύθυνε την κατηγορία. Η «τιμή» ανερχόταν σε αρκετές δεκάδες χρυσές λίρες. Παρόμοιος ήταν ο ρόλος της συγκεκριμένης κατηγορίας δικηγόρων στις αιτήσεις βασιλικής χάριτος, οι οποίες σε διάφορες περιπτώσεις που ήταν εύλογο να απονεμηθούν, όπως για ανηλίκους ή μητέρες μικρών παιδιών, έφταναν «δυστυχώς» μετά την εκτέλεση. Μια τέτοια περίπτωση ήταν άλλωστε και αυτή του Νίκου Νικηφορίδη.

Στοιχειωμένοι αντάρτες

Η μορφή του αντάρτη στην περίοδο του Εμφυλίου παραμένει γενικά σε δεύτερο πλάνο, αν και η ύπαρξή του υπονοείται στο φόντο διαφόρων επεισοδίων, που εκτυλίσσονται στην πόλη ή στα πέριξ της. Ορισμένα διηγήματα φέρνουν στην επιφάνεια την τύχη των ηττημένων ανταρτών. Πολεμικές σκηνές δεν εμφανίζονται. Η παρουσία μαχητών στην πόλη δεν αναφέρεται. Όμως ένα πολύ μικρό διήγημα, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο τηλεβόας» [35] αναφέρεται στους περιβόητους τηλεβόες του ΔΣΕ που χρησιμοποιούνταν μέσα στις πόλεις και τις μεγάλες κωμοπόλεις κυρίως τη νύχτα. «Κάθε που ήταν νύχτα σκοτεινή με σύννεφα βαριά ή νύχτα χωρίς φεγγάρι, τότε, βαθιά στη μέση της νύχτας, κοντά στα μεσάνυχτα, ακουγόταν ο τηλεβόας εκείνη την άνοιξη». Πράγματι, την άνοιξη του 1949, όταν οι επιχειρήσεις εξελίσσονταν πλέον αναπότρεπτα κατά του ΔΣΕ, οι τηλεβόες πύκνωσαν στις πόλεις της βόρειας Ελλάδας. «Κάθε που φυσούσε αέρας απ’ το βουνό προς τη θάλασσα… Μέσα απ’ τα πεύκα του λόφου κατέβαινε η φωνή, ένα κύμα με πολλές καμπύλες. Φωνή βραχνή αλλά νεανική. Το φόβο περιφρονώντας που μας πλάκωνε, ξυπνούσε μέσα μας ρίγη». Τα συνθήματα, κατά της εξουσίας, των προσώπων και των εκπροσώπων της, καλούσαν τον λαό, τους εργάτες, να ξεσηκωθούν. «Μετά από κάθε εκφώνηση άλλαζε η φωνή σημείο εκκίνησης. Μεσολαβούσε πάντα ένα διάστημα σιωπής. Μια σιωπή εκκωφαντική μέχρι την επόμενη εκφώνηση. Πάντα το ίδιο σύνθημα». Η εικόνα της δράσης συνοδεύεται από τις εικόνες των αντιδράσεων. Πρώτα οι καταπιεσμένοι υποστηρικτές, ακινητοποιημένοι μέσα στο σπίτι τους. «Μέναμε σιωπηλοί στο σκοτάδι. Δεν ανάβαμε το φως γιατί αυτό θα ήταν, σε κάποιον παρατηρητή, σημάδι πως παρακολουθούσαμε την ‘εκπομπή’. Όλα έπρεπε να είναι στο σκοτάδι και στη σιωπή… Αρκετά είχαμε βουλιάξει στο αίμα». Από την άλλη, τα όργανα της εξουσίας «οι ρουφιάνοι, οι χαφιέδες, οι χωροφύλακες αλώνιζαν… Γυρνούσαν και ρωτούσαν. Ρωτούσαν τα πάντα. Κανείς δεν γνώριζε τίποτε». Εν τέλει, «προς το τέλος του καλοκαιριού, έτσι ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί, ο τηλεβόας χάθηκε. Σιώπησε. Και τότε διαδόθηκε η φήμη πως τον είχαν πιάσει τον παλιοαλήτη. Η έκπληξή μας ήταν ακόμη πιο μεγάλη όταν διαδόθηκε πως ο παθιασμένος εκφωνητής ήταν ο βουβός αλήτης Μαυρουδής. Ποτέ δε μάθαμε την αλήθεια καθώς οι διαδόσεις οργίαζαν». Παρακάτω, στο ομώνυμο, εξίσου μικρό διήγημα, ο Μαυρουδής, ο απόκληρος «αλήτης», βρίσκεται μεταξύ των διαπομπευόμενων ανταρτών [36].

Πολύ υπέφεραν οι οικογένειες των ανταρτών που είχαν μείνει πίσω, έρμαια κράτους και παρακράτους. Στο διήγημα «Γκαγκά Ντιν» [37], ο νεαρός αφηγητής συναντά τον φίλο του, Απόστολο, που εργάζεται ως πλανόδιος «με το καρότσι του πατέρα του: κλωστές, κουμπιά, παραμάνες, πιαστράκια, φουρκέτες, χτενάκια, καθρεφτάκια, κορδέλες, τσακμακόπετρες, φιτίλια, φτηνά τσακμάκια». Ο Απόστολος αντικαθιστούσε τον πατέρα που ήταν «άρρωστος… αυτές τις μέρες», εξηγώντας παράλληλα πως «‘με την περιπέτεια του αδερφού μου δεν μας αφήνουν σε χλωρό κλαδί’». Η εύλογη ερώτηση. «‘Έχετε νέα του;’… ‘Όχι’, είπε, ‘αλλά και να είχαμε δε θα σου το έλεγα’». Οι διώξεις εναντίον της οικογένειας εξοντωτικές. «‘Προχθές μπούκαραν νύχτα στο σπίτι, αφού το έκαναν φύλλο και φτερό, φύγανε μέσα στη νύχτα, η μάνα μου μισοπεθαμένη, υποφέρει απ’ την καρδιά της… βγήκα… να πάω να βρω γιατρό… με σταμάτησαν κάποιοι της Ασφάλειας… καμιά ικεσία δεν τους συγκινούσε… Τον πατέρα… τον άρπαξαν τον οδήγησαν κάτω στο στρατόπεδο… εκεί του έδειξαν δυο πτώματα ανταρτών… φοβήθηκε ο πατέρας για τον αδερφό μου, πίστευε πως θα του δείχναν το πτώμα του γιου του, σέρνονταν, αλλά όταν σήκωσαν τις κουβέρτες τις ματωμένες, τ’ αφανισμένα, παραμορφωμένα πρόσωπα που αντίκρισε του ήταν άγνωστα, τότε οι στρατονόμοι δυσαρεστημένοι τον χτύπησαν άσχημα με λύσσα, του φώναζαν πως έτσι θα φέρουν σε λίγο και το δικό σου γιο, όπως και όλα τα κόκκινα γουρούνια’» [38].

Ο ηττημένος, εξαθλιωμένος αντάρτης, σε αναζήτηση ενός ύστατου καταφύγιου, είναι το θέμα του διηγήματος «Κωνσταντής» [39]. Μόνος πια, όταν «όλα» έχουν τελειώσει κατευθύνεται στην πόλη. «Περπατούσε οχτώ μέρες μέσα από δάση και φαλακρά βουνά… βρήκε παλιά ρούχα, ν’ αλλάξει τα αποφόρια του Δημοκρατικού Στρατού… Περπατούσε κι ήθελε να γυρίσει σπίτι του. Να γυρίσει πού; Γνώριζε τι σημαίνει ο γυρισμός, αλλά δεν είχε καμιά απάντηση. Καμιά». Συνεχίζοντας, η αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη. Ο αποκομμένος αντάρτης αφηγείται ο ίδιος την εξόντωση του τμήματός του μετά από αρκετές μάχες ενάντια σε Στρατό και ΜΑΥδες. Πλησιάζει επιτέλους προς το σπίτι. «Απ’ την καμινάδα της κουζίνας αναδύεται λίγος καπνός. Κάτι φτιάχνει η μάνα για βραδινό κι ο πατέρας σίγουρα αργεί ακόμη να φτάσει στο σπίτι». Αλλά σε λίγο η αφήγηση ξαναπερνά στο τρίτο πρόσωπο: «Σηκώθηκε, ήταν ήρεμος πια. Τίναξε τα ρούχα του. Στο βρυσάκι, δίπλα στο μεγάλο πουρνάρι, έριξε νερό στο πρόσωπό του. Έβαλε τη χούφτα του, γέμισε το στομάχι του. Στο τζάμι του Αγίου βλέποντας, μ’ ένα σουγιά ξύρισε, όσο του έπαιρνε, τα γένια. Κατέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια. Μέσα από πουρνάρια και βράχια κατέβαινε την πλαγιά. Ήταν τώρα ήρεμος. Κατέβαινε για το σπίτι του. Ήρεμος πια να δει τους γονείς του. Ήρεμος για το τίποτε… Στρίβοντας στη γωνία… παιδιά παίζαν στους δρόμους με πάνινα τόπια και κανείς δεν τον έβλεπε… Φτάνοντας στη μικρή αλάνα κάτω απ’ τη Δεξαμενή… συνάντησε την Κασσιανή. Εκείνη κοκάλωσε και τον κοιτούσε σαν να έβλεπε φάντασμα. Έβαλε το δάχτυλο κάθετα στα χείλη και της έκλεισε το μάτι… Σκοτεινιάζει, ήδη από το μικρό παράθυρο της πόρτας αμυδρά έπεφτε το φως της κουζίνας. Χτύπησε. Κάποιος πλησίασε απ’ το εσωτερικό. ‘Ποιος είναι;’ Άκουσε σαν να ήταν στη μήτρα της μάνας του. Άνοιξε η πόρτα. Εκείνη μόλις τον είδε λιποθύμησε».

Ο αναγνώστης δεν θα μάθει τι απέγινε ο Κωνσταντής, όσο κι αν «γνώριζε τι σημαίνει ο γυρισμός». Κι εδώ ο συγγραφέας, ηθελημένα ή αθέλητα, αποκόπτει το ιδιαίτερο συμβάν από το δεδομένο πλαίσιο και, αφήνοντας ανοιχτή την εξέλιξη των πραγμάτων και την τύχη του αντάρτη, εισάγει a silentio, έμμεσα, όλα τα πιθανά ενδεχόμενα, την πολλαπλή πραγματικότητα. Μέσα από μια ακόμη φορτισμένη βιωματική αφήγηση, ο συγγραφέας ανοίγει το παράθυρο στην ιστορία και στα γεγονότα.

Λογοτεχνία και ιστορικό μέγεθος: η επιστροφή της ιστορίας

Στις δυο συγκεκριμένες συλλογές διηγημάτων του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, γίνονται αναφορές σε ιστορικές φάσεις και επεισόδια, που καλύπτουν ορισμένες ιδιαίτερα κρίσιμες περιόδους της ιστορίας του 20ού αιώνα, με έντονες και αιματηρές συγκρούσεις, από την περίοδο του Μεταξά, που εμφανίζεται βέβαια πολύ λιγότερο, μέχρι τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Πρόκειται δηλαδή για τέσσερις ή πέντε φάσεις μιας μεγάλης ιστορικής ενότητας που διήρκεσε περίπου δεκαπέντε με είκοσι χρόνια, από το 1936-1940 μέχρι το 1955-1956: η μεταξική δικτατορία, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και η Κατοχή με την Εθνική Αντίσταση, η λεγόμενη «λευκή τρομοκρατία» μετά τη Βάρκιζα, η καθαυτή περίοδος του Εμφυλίου 1946-1949 και, τέλος, τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια.

Οι παράνομοι και η παρανομία στη μεταπολεμική λογοτεχνία εμφανίζονται, υποδόρια ίσως, αρκετά νωρίς στην ποίηση –π.χ. στην περίπτωση του Αναγνωστάκη ήδη σχετικά με την Κατοχή– αλλά και στη διάρκεια του Εμφυλίου και αμέσως μετά (Πατρίκιος, Αλεξάνδρου, πιο άμεσα, λιγότερο σε Ρίτσο, Λειβαδίτη κ.λπ.). Στην πεζογραφία κυριαρχεί κυρίως η γενικευμένη στρατιωτικοπολιτική σύγκρουση της περιόδου 1946-1949 και οι συνέπειές της. Τα μετεμφυλιακά χρόνια της πολιτικής παρανομίας του ΚΚΕ, που σημαδεύτηκαν από τις «υποθέσεις» γύρω από τον Μπελογιάννη και τον Πλουμπίδη, αποτέλεσαν, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, αντικείμενο για μυθιστορήματα όπως Η εντολή της Διδώς Σωτηρίου (1976) και Ο αλύγιστος του Κώστα Κοτζιά (1978) [40], σε εντελώς διαφορετικό κλίμα και ύφος το ένα από το άλλο. Σε άλλες περιπτώσεις, σε μυθιστορηματικές αυτοβιογραφίες, όπως στο Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα της Άλκης Ζέη (1987), η παράνομη δράση αποτελεί ισχυρό αυτοβιογραφικό στοιχείο, κυριαρχώντας σε ιδιαίτερες φάσεις της ζωής της πρωταγωνίστριας, ειδικά βέβαια στον Εμφύλιο. Τα συγκεκριμένα παραδείγματα δεν είναι βέβαια τα μόνα.

Ο Μάρκογλου στα διηγήματά του μας εισάγει, με μια λιτή διεισδυτικότητα που εξιστορεί όσα ακριβώς χρειάζεται, στην καθημερινότητα των παρανόμων, χωρίς να του διαφεύγει η αλληλεπίδραση με τους «άλλους», εχθρούς ή φίλους. Το καθημερινό πλαίσιο αποδίδεται με αφοπλιστική ευστοχία και με απέριττη αμεσότητα. Οι παράνομοι του Μάρκογλου, πέρα από ενδεχόμενους συμβολισμούς και αναγωγές, στα οποία έγινε σύντομη αναφορά παραπάνω, δεν είναι γνωστές προσωπικότητες. Βέβαια σε κάποιες περιπτώσεις, όπως αυτή του καρβουνιάρη θείου, τοπικού στελέχους, γίνεται σύνδεση με γνωστά πρόσωπα του ΕΑΜ στην ανατολική Μακεδονία, όπως βέβαια και η σύνδεσή του με το τραγικό γεγονός της Χειμάρρας. Όμως στις περισσότερες περιπτώσεις ο αναγνώστης έρχεται σε «άμεση» επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα «συνηθισμένων» ανθρώπων, που οι ίδιοι ή κάποιος οικείος τους στρατεύτηκαν στον συγκεκριμένο χώρο και επωμίστηκαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τις συνέπειες.

Η ευπαθής πραγματικότητα διαπερνά την αισθητική πραγμάτευση, που καθηλώνει, φανερώνοντας «τον έμπειρο συγγραφέα που ξέρει να αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη του» [41]. Τόσο ο αγώνας για τα μεγάλα ιδανικά όσο και η καθημερινή πάλη για επιβίωση βιώνονται ως «άνιση μάχη», με διάχυτη την αίσθηση ότι αυτοί που αγωνίζονται βρίσκονται σε αδιέξοδο, εγκλωβισμένοι στο ασφυκτικό πλαίσιο που τους επιβλήθηκε, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Αυτό αντανακλά σε γενικές γραμμές όχι την απαισιοδοξία του συγγραφέα, όσο το κλίμα της εποχής που εν πολλοίς τον διαμόρφωσε και τα ποικίλα υπαρκτά αδιέξοδά της. Η αίσθηση του αδιέξοδου και της περικύκλωσης, με τον διαρκή κίνδυνο του αφανισμού, δεν κυριαρχούσε μόνο σε όλους εκείνους που, στρατευμένοι σε έναν ηττημένο αγώνα, βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο και υπέστησαν τις συνέπειες, ακόμη και αυτοί που δήλωσαν υποταγή, πόσο μάλλον αυτοί που δεν υπέκυψαν. Ωστόσο, η αίσθηση απειλής, αδιεξόδου και περικύκλωσης διακατείχε ταυτόχρονα πολλούς που δεν επέλεξαν στρατόπεδο, αλλά και πολλούς που βρέθηκαν με την πλευρά των νικητών. Και αυτό, ο Μάρκογλου δεν παραλείπει να το εντάξει στο ιδεοψυχικό τοπίο των ανθρώπινων συνθέσεών του. Το αδιέξοδο, που αναδίνει η ατμόσφαιρα των κειμένων δεν είναι ατομική κατάσταση, παρά κατάσταση μιας κατεστραμμένης, διαμελισμένης κοινωνίας, χωρίς ορατή προοπτική, την οποία όμως οι επιζήσαντες καλούνται να αντιμετωπίσουν. Και από την άποψη αυτή, το βλέμμα του Μάρκογλου απομνημειώνει με σφριγηλή απλότητα όχι μόνο το κοινωνικό τοπίο, αλλά και το ιστορικό βάθος των πραγμάτων.

Βέβαια, η αίσθηση ενός διαρκούς πένθους κυριαρχεί. Όμως στην ουσία υποκρύπτει την αισιοδοξία του συγγραφέα που έρχεται σε σύγκρουση με την αντίξοη πραγματικότητα των καιρών, τις ανυπέρβλητες δυσκολίες και τα εμπόδια που συνάντησαν και συναντούν εκείνοι που αγωνίζονται ανυστερόβουλα για έναν καλύτερο κόσμο. Όπως σχολίασε ο Μ.Γ. Μερακλής σχετικά με την ποίησή του, ο Μάρκογλου, «έγραψε για τις συνέπειες της ήττας… δίχως ηττοπάθεια» [42]. Πράγματι, πέρα από την ιδιαίτερη οπτική της παρανομίας, σε ακόμη περισσότερα πεζά του Μάρκογλου συγκρούονται πολύ συχνά δύο διαφορετικοί, αντίθετοι, αντίπαλοι κόσμοι: «Μια ανελέητη διαμάχη που αντιδιαστέλλει έναν κόσμο εξουσιαστών και αφεντικών (με μοναδική έγνοια ‘τα κέρδη τους’ με μια μάζα απλών και ‘αθώων’ ανθρώπων, που, αντιμέτωποι με τη δυστυχία και την αδικία, αγωνίζονται για το ψωμί τους)» [43]. Αφενός λοιπόν οι εύπορες τάξεις και ομάδες, οι «αστοί», κι από την άλλοι τα χαμηλά και μεσαία στρώματα, συχνά πολύ φτωχά και εξαθλιωμένα, ο λαός… Σε αντίστοιχο επίπεδο, στην Κατοχή, στον Εμφύλιο αλλά και στη μετέπειτα περίοδο, εμφανίζεται η σύγκρουση μεταξύ των φορέων και εκπροσώπων της αστικής εξουσίας και πολιτικής (στρατιωτικοί, αστυνομικοί, παρακρατικοί, νομικοί κ.λπ.), και, από την άλλη, των στρατευμένων κομμουνιστών και αριστερών, άσχετα από το ότι δεν κατονομάζονται πάντα με αυτές τις ιδιότητες. Οι δεύτεροι, με διάφορους τρόπους, είναι οι φορείς ενός πολύμορφου στρατιωτικοπολιτικού αγώνα, ο οποίος άλλοτε, ανάλογα με την ιστορική συγκυρία και τους συσχετισμούς, τυγχάνει μιας ευρείας αποδοχής από τους ανθρώπους των αδύναμων τάξεων και άλλοτε αντιμετωπίζεται με φόβο και αποστροφή υπό το βάρος της αιματηρής καταστολής. Το θάρρος και η αυτοθυσία διάφορων, θεωρητικά απίθανων προσώπων, όπως η νεαρή πόρνη που συμμετέχει στη φυγάδευση του παράνομου, δείχνει ακριβώς, μέσα από το βάθος και το εύρος της ματιάς του Μάρκογλου, την εκ των πραγμάτων παρέμβαση του ανθρώπινου πλήθους, μαζί και των απόκληρων, στην ιστορία. Όπως εύστοχα διατυπώθηκε, «η ιδεολογική σκευή της πεζογραφίας του Μάρκογλου διαφαίνεται, δεν υπερτονίζεται· υποβάλλεται, αλλά μέσα από τη διακριτική υποβολή καταφέρνει και επιβάλλεται» [44]. Αλλά και σε αυτό, το στίγμα το έδωσε ο ίδιος ο συγγραφέας, ο οποίος σε ανύποπτο χρόνο έγραψε πως «αν εξακολουθεί η εποχή μας, σήμερα, να έχει ένα κάποιο ανθρώπινο πρόσωπο [σημ.: δεκαετία του 1990] αυτό οφείλεται, ακόμη, στην παρακαταθήκη που άφησε εκείνη η γενιά. Άνθρωποι που απορρίψανε κάθε το προσωπικό για χάρη του αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη. Και φυσικά έχασαν το πολυτιμότερο, τη ζωή τους» [45].

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι το «ιστορικό βίωμα» αναδεικνύεται μέσα από το πλέγμα των ηχηρών συμβάντων της εποχής εκείνης, της συγκεκριμένης, τα οποία, με τον τρόπο αυτό, ανάγονται στο επίπεδο του ιστορικού γεγονότος. Παράλληλα, στην προκειμένη περίπτωση, τα λογοτεχνικά κείμενα αποτελούν ιστορική πηγή όχι βέβαια τόσο σχετικά με τα εξιστορούμενα συμβάντα και γεγονότα –αν και ως βιώματα συνιστούν σε μερικές περιπτώσεις αρτιότερες μαρτυρίες από τα συστηματικά απομνημονεύματα– όσο ως προς το ίδιο το γεγονός της σύλληψης και της γραφής τους ως λογοτεχνικό επίτευγμα, με άλλα λόγια στο ότι διαμόρφωσαν το σώμα και το βάθος του έντεχνου λόγου. Η ιστορία και η λογοτεχνία δε σχηματίζουν τέλεια ομοιοκαταληξία όμως η συνύπαρξή τους αποτελεί συχνά μια συνήχηση, που συντείνει στον ίδιο στόχο και στο ίδιο αποτέλεσμα.

Ούτε βέβαια το «ιστορικό βίωμα» αποτελεί μέγεθος που αντικαθιστά την ιστορική πηγή. Όμως η λογοτεχνική του απόδοση μπορεί να εισχωρήσει σε πεδία που η καθαυτή ιστορική πηγή δεν καλύπτει. Μπορεί λοιπόν κανείς να δεχτεί ότι «δεν υπάρχει ιστορία που να μην έχει διαμορφωθεί από βιωμένες εμπειρίες και προσδοκίες των ανθρώπων που δρουν και υποφέρουν» [46]. Από την άποψη αυτή, το έργο του Μάρκογλου, ως πεζογράφου, αλλά σίγουρα και ως ποιητή, αποτελεί μια περίπτωση με έντονο το χαρακτηριστικό της ιστορικής βιωματικότητας, αλλά καθ’ όλα αντιπροσωπευτική ενός ευρύτερου συνόλου λογοτεχνικής παραγωγής, που τελεί υπό μια σύνθετη υπόσταση, ως παράγωγου και παραγωγού της ιστορικής πράξης.

Σημειώσεις

1. Α. Αργυρίου, στο Α. Αργυρίου, Α. Ζήρας, Α. Κοτζιάς, Κ. Κουλουφάκος, «Το οδυνηρό πέρασμα στην πολιτικοποίηση», Διαβάζω, τχ. 5-6/1976, σελ. 62-83, ιδ. σελ. 78. Για τη συγκεκριμένη πτυχή, βλ. επίσης, Δ. Κόκορης, «Ποιητές αυτοβιογραφούμενοι: Αναγνωστάκης, Χριστιανόπουλος, Μάρκογλου, Βαγενάς», Ποίηση, τχ. 26/2005, σελ. 237-245, με σχετική βιβλιογραφία.

2. Χρ. Μηλιώνης, Με το νήμα της Αριάδνης: Μεταπολεμική πεζογραφία – Ερμηνεία κειμένων, Αθήνα, Σοκόλης, 1991, σελ.31. Βλ. μια ευρύτερη συζήτηση πάνω στο θέμα, στον συλλογικό τόμο, Ιστορική πραγματικότητα και νεοελληνική πεζογραφία (1945-1995), Επιστημονικό συμπόσιο, 7 και 8 Απριλίου 1995, Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1997.

3. Χρ. Μηλιώνης, Με το νήμα της Αριάδνης: Μεταπολεμική πεζογραφία – Ερμηνεία κειμένων, Αθήνα, Σοκόλης, 1991, σελ.37.

4. Γ. Αράγης, Ζητήματα λογοτεχνικής κριτικής, τ. Β΄, Αθήνα, Δωδώνη, 1988 (3η εκδ.), σελ. 17.

5. Δ. Κόκορης, «Η λογοτεχνική πορεία του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου»,τχ. 128/2004, σελ. 47-49, Α. Ζήρας, «Πρόδρομος Μάρκογλου, μια διαδρομή εξήντα χρόνων», Η Αυγή – Αναγνώσεις 11.6.2017. Βλ εκτενή αφιερώματα όπως Η λέξη, τχ. 164-165/2001, Καρυοθραύστις, τχ. 4/2020, κ.τ.λ. Βλ. επίσης. Β. Ιωαννίδης, Το πεζογραφικό έργο του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, Θεσσαλονίκης, Παρατηρητής, 2004, ιδιαίτερα, σελ. 55-76, όπου η προσέγγιση του συγγραφέα και μια επιλογή από κριτικές. Μια γενική εικόνα πρόσφατα, Β. Χατζηβασιλείου, Η κίνηση του εκκρεμούς: άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία, 1974-2017, Αθήνα, Πόλις, 2018, σελ. 113-115.

6. Τ. Καλούτσας, «Πάθη σωμάτων και πάθη ψυχών», Καρυοθραύστις, τχ. 4/2020, σελ. 54-56.

7. Π.Χ. Μάρκογλου, Ονείρων κοινοκτημοσύνη, Αθήνα, Νεφέλη, 2006 (2η εκδ.).

8. Τ. Καλούτσας, «Σχόλια στη θεματογραφία των διηγημάτων του Πρόδρομου Μάρκογλου», Η λέξη, τχ. 164-165/2001, σελ. 481.

9. Βλ. postremo το εκτενές αφιέρωμα του περιοδικού Καρυοθραύστις, τχ. 4/2020.

10. Βλ. Α. Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Αθήνα, Καστανιώτης, 2007, σελ. 217-219 και 291-298, M. Vitti, Η ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Οδυσσέας, 2008, σελ. 507 κ.τ.λ. Ακόμη και σε ανθολογίες μετά το 2000, ο Μάρκογλου αναφέρεται εύλογα ως ποιητής, μια και ως το 1980 είχε εκδώσει ελάχιστα πεζά, κάτι που εντείνεται μετά το 1990.

11. Τ. Καλούτσας, «Σχόλια στη θεματογραφία των διηγημάτων του Πρόδρομου Μάρκογλου», Η λέξη, τχ. 164-165/2001, σελ. 479-480.

12. Στο Α. Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Αθήνα, Καστανιώτης, 2007, σελ. 219, στη «γενιά» αυτή κατατάσσονται λογοτέχνες που γεννήθηκαν μεταξύ 1929 και 1942. Βέβαια εκτός της ηλικίας, καθοριστική είναι επίσης η χρονολογία εμφάνισης στα γράμματα.

13. Τ. Καλούτσας, «Σχόλια στη θεματογραφία των διηγημάτων του Πρόδρομου Μάρκογλου», Η λέξη, τχ. 164-165/2001, σελ.481.

14. Γ. Αράγης, «‘Αποσπασματικό μυθιστόρημα’: Διέφυγε το μοιραίον του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου», Νέα Εστία, τχ. 1765 (2004/4), σελ. 441-443.

15. Ζ. Λε Γκοφ (J. Le Goff), Ιστορία και μνήμη, Αθήνα, Νεφέλη, 1998, σελ.10.

16. P. Ricœur, Η αφηγηματική λειτουργία, Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1990, σελ. 73.

17. R.V. Evans, In Defense of History, London, W.W. Norton & Company, 1999, σελ. 58. Βλ. όψεις της σχετικής συζήτησης στο Ε. Γαζή, «Αφηγηματικότητα, κειμενικότητα και ιστοριογραφία» στο Α. Λαμπρόπουλος, Α. Μπαλασόπουλος (επιμ.), Χώρες της Θεωρίας. Ιστορία και γεωγραφία των κριτικών αφηγημάτων, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2010, σελ. 273-296, με σχετική βιβλιογραφία.

18. Π.Χ. Μάρκογλου, Διέφυγε το μοιραίον: επάλληλα διηγήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 2003, σελ. 142. Στο τέλος της ίδιας συλλογής, ο συγγραφέας-αφηγητής επαναλαμβάνει: «Θέλω κάποτε να μιλήσω για όλους όσους δεν πρόλαβαν. Γι’ αυτούς που η γλώσσα τους έφτασε μέχρι το ουρλιαχτό, μέχρι το κλάμα. Να μιλήσω έστω για μένα, αναγνωρίζοντας το πρόσωπό μου, αναγνωρίζοντας τον εαυτό μου μέσα στον κόσμο», ό.π., σελ. 167.

19. Τ. Καλούτσας, «Σχόλια στη θεματογραφία των διηγημάτων του Πρόδρομου Μάρκογλου», Η λέξη, τχ. 164-165/2001, σελ. 479-480, και Τ. Καλούτσας, «Πάθη σωμάτων και πάθη ψυχών», Καρυοθραύστις, τχ. 4, 2020/4, σελ. 53-58.

20. Για το συγκεκριμένο έργο, βλ. Γ. Αράγης, «‘Αποσπασματικό μυθιστόρημα’: Διέφυγε το μοιραίον του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου», Νέα Εστία, τχ. 1765/2004, σελ. 439-443.

21. Η φράση αντιγράφεται από τον τίτλο του άρθρου: Τ. Καλούτσας, «Πάθη σωμάτων και πάθη ψυχών», Καρυοθραύστις, 4/2020, σελ. 53-58.

22. Π.Χ. Μάρκογλου, Σταθερή απώλεια, Αθήνα, Νεφέλη, 2001, σελ. 11-14.

23. Π.Χ. Μάρκογλου, Σταθερή απώλεια, Αθήνα, Νεφέλη, 2001, σελ. 16-17.

24. Στο διήγημα «Επεισόδιο», το σκηνικό της καταδίωξης εκτυλίσσεται επίσης εν μέρει «κοντά στα μπορντέλα», Π.Χ. Μάρκογλου, Σταθερή απώλεια, Αθήνα, Νεφέλη, 2001, σελ.13.

25. Π.Χ. Μάρκογλου, Σταθερή απώλεια, Αθήνα, Νεφέλη, 2001, σελ.27.

26. Π.Χ. Μάρκογλου, Σταθερή απώλεια, Αθήνα, Νεφέλη, 2001, σελ. 46-47.

27. Άμεση αναφορά στον Πλουμπίδη κάνει ο συγγραφέας στο διήγημά του «Η φάλαινα»: Π. Μάρκογλου, Σταθερή απώλεια, Αθήνα, Νεφέλη, 2001, σελ. 90.

28. Π.Χ. Μάρκογλου, Διέφυγε το μοιραίον: επάλληλα διηγήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 2003, σελ. 78-81.

29. Π.Χ. Μάρκογλου, Διέφυγε το μοιραίον: επάλληλα διηγήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 2003, σελ. 79 και 81.

30. Π.Χ. Μάρκογλου, Σταθερή απώλεια, Αθήνα, Νεφέλη, 2001, σελ. 183-184.

31. Π.Χ. Μάρκογλου, Διέφυγε το μοιραίον: επάλληλα διηγήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 2003, σελ. 91-102.

32. Π.Χ. Μάρκογλου, Σταθερή απώλεια, Αθήνα, Νεφέλη, 2001, σελ. 132-143.

33. Π.Χ. Μάρκογλου, Σταθερή απώλεια, Αθήνα, Νεφέλη, 2001, σελ. 140 κ.ε.

34. Εδώ, ο Μάρκογλου παραλλάσσει ελαφρώς το πραγματικό όνομα του εμφυλιακού διοικητή Ασφαλείας της Καβάλας, Θεόδωρου Σκαλούμπακα, θείου του αρχιβασανιστή της Μακρονήσου Παναγιώτη Σκαλούμπακα. Στη συνέχεια διετέλεσε διοικητής Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης διαδεχόμενος τον αποβιώσαντα Νικόλαο Μουσχουντή.

35. Π.Χ. Μάρκογλου, Διέφυγε το μοιραίον: επάλληλα διηγήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 2003, 106-107.

36. Π.Χ. Μάρκογλου, Διέφυγε το μοιραίον: επάλληλα διηγήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 2003, σελ. 114-115.

37. Π.Χ. Μάρκογλου, Διέφυγε το μοιραίον: επάλληλα διηγήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 2003, σελ. 108-113.

38. Π.Χ. Μάρκογλου, Διέφυγε το μοιραίον: επάλληλα διηγήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 2003, σελ. 109-110.

39. Π.Χ. Μάρκογλου, Διέφυγε το μοιραίον: επάλληλα διηγήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 2003, σελ. 132-135.

40. Πρόκειται για επεξεργασμένη εκδοχή του μυθιστορήματος Επί εσχάτη προδοσία που είχε δημοσιευτεί το 1964. Ένα άλλα μυθιστόρημα, του Κώστα Κοτζιά με τίτλο Ο παράνομος αναφέρεται στην περίοδο της Χούντας.

41. Τ. Καλούτσας, «Σχόλια στη θεματογραφία των διηγημάτων του Πρόδρομου Μάρκογλου», Η λέξη, τχ. 164-165/2001, σελ. 478.

42. Μ.Γ. Μερακλής, Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Μέρος πρώτο: Ποίηση, Αθήνα, Πατάκης, 1986, σελ. 260.

43. Τ. Καλούτσας, «Σχόλια στη θεματογραφία των διηγημάτων του Πρόδρομου Μάρκογλου», Η λέξη, τχ. 164-165/2001, σελ. 479, επίσης Τ. Καλούτσας, «Πάθη σωμάτων και πάθη ψυχών», Καρυοθραύστις, τχ. 4/2020, σελ. 53-54.

44. Δ. Κόκορης, «Η λογοτεχνική πορεία του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου», Ο Πολίτης, τχ. 128/2004, σελ. 49.

45. Π.Χ. Μάρκογλου, «Σπαράγματα ψυχών και στίχων ή ο ποιητής Άνθος Φιλητάς», Η Καθημερινή, 13.10.1995.

46. R. Koselleck, Le futur passé, contribution à la sémantique des temps historiques, Paris, Éditions de l’EHESS, 1990, σελ. 308.

Συνοπτική βιβλιογραφία

– Ιστορική πραγματικότητα και νεοελληνική πεζογραφία, 1945-1995, Επιστημονικό Συμπόσιο 7 και 8 Απριλίου 1995, Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας-Σχολή Μωραΐτη, 1997.

– Γ. Αράγης, Ζητήματα λογοτεχνικής κριτικής, τ. Β΄,Αθήνα, Δωδώνη, 1988.

– Γ. Αράγης, «‘Αποσπασματικό μυθιστόρημα’: Διέφυγε το μοιραίον του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου», Νέα Εστία, τχ. 1765, 2004/4, σελ. 439-443.

– Α. Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, τόμος Ζ΄, Αθήνα, Καστανιώτης, 2007.

– Ε. Γαζή, «Αφηγηματικότητα, κειμενικότητα και ιστοριογραφία» στο Α. Λαμπρόπουλος, Α. Μπαλασόπουλος (επιμ.), Χώρες της Θεωρίας. Ιστορία και γεωγραφία των κριτικών αφηγημάτων, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2010, σελ. 273-296.

– R.V. Evans, In Defense of History, London, WW. Norton&Company, 1999.

– Α. Ζήρας, «Πρόδρομος Μάρκογλου, μια διαδρομή εξήντα χρόνων», Η Αυγή – Αναγνώσεις, 11.6.2017.

– Β. Ιωαννίδης, Το πεζογραφικό έργο του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 2004.

– Τ. Καλούτσας, «Σχόλια στη θεματογραφία των διηγημάτων του Πρόδρομου Μάρκογλου», Η λέξη, τχ. 164-165, 2001/8-10, σελ. 478-481.

– Τ. Καλούτσας, «Πάθη σωμάτων και πάθη ψυχών», Καρυοθραύστις, τχ. 4, 2020/4, σελ. 53-58.

– Δ. Κόκορης, «”Σπαράγματα” της ηττημένης ζωής: για το βιβλίο του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου Σπαράγματα, 1997», Διαβάζω, τχ. 385, 1998, σελ. 22-23.

– Δ. Κόκορης, «Σημειώσεις για την πεζογραφία του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου», Η Αυγή, 2.8.2001.

– Δ. Κόκορης, «Η λογοτεχνική πορεία του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου», Ο Πολίτης, τχ. 128, 2004, σελ. 47-49.

– Δ. Κόκορης, «Πρόδρομος Μάρκογλου, ποιητής-πεζογράφος», Η Αυγή, 19.2.2004.

-Δ. Κόκορης, «Ποιητές αυτοβιογραφούμενοι: Αναγνωστάκης, Χριστιανόπουλος, Μάρκογλου, Βαγενάς», Ποίηση, τχ. 26, 2005, σελ. 237-245.

– Δ. Κόκορης, «Μικρή εισαγωγή στο έργο του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου», Καρυοθραύστις, τχ. 4, 2020/4, σελ. 37-43.

– Ε. Κοτζιά, Ελληνική πεζογραφία 1974-2010: το μέτρο και τα σταθμά, Αθήνα, Πόλις, 2020.

– R. Koselleck, Le futur passé, contribution à la sémantique des temps historiques, Paris, Éditions de l’EHESS, 1990.

– Ζ. Λε Γκοφ (J. Le Goff), Ιστορία και μνήμη, Αθήνα, Νεφέλη, 1998.

– Π.Χ. Μάρκογλου, «Σπαράγματα ψυχών και στίχων ή ο ποιητής Άνθος Φιλητάς», Η Καθημερινή, 13.10.1995.

– Μ.Γ. Μερακλής, Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Μέρος πρώτο: Ποίηση, Αθήνα, Πατάκης, 1986.

– Χρ. Μηλιώνης, Με το νήμα της Αριάδνης: Μεταπολεμική πεζογραφία – Ερμηνεία κειμένων, Αθήνα, Σοκόλης, 1991.

– Γ.Δ. Παγανός, Αναζητήσεις στη σύγχρονη πεζογραφία. Κριτικά μελετήματα, Αθήνα, Καστανιώτης, 1984.

– P. Ricœur, Η αφηγηματική λειτουργία, Αθήνα, Καρδαμίτσας, 1990.

– Β. Χατζηβασιλείου, Η κίνηση του εκκρεμούς: άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία, 1974-2017, Αθήνα, Πόλις, 2018.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Χαρακτικό: Τάσσος, Ο εμφύλιος (1961, λεπτομέρεια). Δείτε τα περιεχόμενα του τέταρτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr
%d bloggers like this: