frear

Όμηρος (β΄ μέρος) – του Ντέρεκ Γουόλκοτ

Μετάφραση: Νίκος Κωσταγιόλας

Κεφάλαιο 2 – β΄

Ο Επτά θάλασσες σηκώθηκε στο μισοσκόταδο
για να κάνει καφέ. Το δαχτυλίδι του ορίζοντα
ψηνόταν στην αυγή – τα σύννεφα φουσκώναν σαν καρβέλια.

Με το που ένιωσε τη σιδερένια εστία να θερμαίνεται
τσούλησε προς το μέρος της τη βάση του κατσαρολιού,
ώσπου ν’ αναπαυτεί στο χείλος της. Εκείνο μπαλαντζάρισε

για μια στιγμή από το βάρος του νερού κι ύστερα λούφαξε·
ο βραστήρας του έσταζε. Πασπάτεψε για την τσίγκινη
καρέκλα του κι έλαβε θέση πλάι στο κατσαρόλι, πε-

ριμένοντας τις πρώτες μπουρμπουλήθρες. Θα έβραζε μα δε
θα σκλήριζε σα λοστρομίσιο σφύριγμα, για να του δείξει
οτ’ ήταν έτοιμο. Το πρωινό παράπονο του σκύ-

λου κάτω απ’ τα σανίδια και ο γδούπος της ουράς του ώσ-
τε μέσα ν’ αφεθεί μιαν ακοή του αναζητούσανε,
μα εκεινού ο νους ταξίδευε παρέα με τις πιρό-

γες, ήδη μίλια ξανοιγμένες προς τη θάλασσα. Σε λίγο
θ’ αφουγκράζονταν το πρώτο αεράκι της κατάππας τις
πραμάτειες που θα έλουζε· το περασμένο βράδυ το

φεγγάρι ήταν ολόγιομο σαν πιάτο. Είχε τ’ αυτιά
του για να βλέπει και για του ήλιου το σκαρφάλωμα μεζούρα του
τη χόβολη της στέγης. Από τότε που η αρρώστια τού’ χε

την όραση αφανίσει, όταν δύση και θάλασσα είχαν για ύ-
στατη φορά δώσει τα χέρια τους – κι ένα ενδόμυχο
σκοτάδι ανδρώθηκε εκεί που ανεπαίσθητα σελή-

νη κι ήλιος σκάντζαραν – είχε το ένστικτο για πλοηγό,
σαν το φεγγάρι, δίχως ώρας γνώση ή χέρι δεύτερο από
την ξέφωτη μασχάλη του να κρέμεται. Δε σήμαινε

δα και το τέλος του αν δεν ξανάβλεπε, όπως μαρτύραγε
κι ο ίσκιος του κακαόδεντρου στην άμμο, που δεν έλεγε
να πιάσει μεσημέρι. Μπορούσε να αισθανθεί το λιόφωτο

να σέρνεται στα μουλωχτά επάνω στους καρπούς του σαν
τις γάτες στ’ αμμοσόκακα και στο μυαλό του τ’ αχνοπρόβαλε:
πώς θα ημέρευε το πάντοτε καχύποπτο ψωμόδεντρο

στην μπροστινή του αυλή, πώς θα ’ψαυε της γέφυρας την κα-
γκελένια κουπαστή σα νά’ ταν άρπα κι ύστερα πώς θα
ρυτίδωνε με το στυλιάρι του την ποταμίσια ροή.

Φαντάστηκε τη λιμνοθάλασσα πίσω απ’ την εκκλησία
και μέσα της να κολυμπάει ατόφια γούρνα σμάλτινη
η σελήνη. Ελάττωσε την πυροστιά να φέρνει προς

το λιόγερμα. Ο σκύλος πια γραντζούναγε την πόρτα της
κουζίνας να του ανοίξουν μα τον άφησε να περιμένει.
Βάλθηκε να χτυπάει ρυθμικά με τ’ ακροδάχτυλά

του το κουζινοτράπεζο ακούγοντας δυο κότσυφες
ν’ αψιμαχούν πάνω από κάποιο πρόγευμα. Αν εξαιρούσες
το αεικίνητο ένα χέρι του, ο υπόλοιπος έμενε

ατάραχος σα μάρμαρο, με τα όλο ασπράδι μάτια του
να ψηλαφούν το παρελθόν μιας άλλης θάλασσας απ’ άκρη
σ ́ άκρη μετρημένης με κουπιά. «Ω μαύλισε Όμηρε

τούτη τη μέρα με της αχιβάδας τον αχνό όπως
και τότε, στα μικράτα μου, που σαν ουσιαστικό με χάρη
όλο αποκολλήθηκα από της Ηώς τον ουρανίσκο».

Μια σαύρα γαντζωμένη εκεί, στον τοίχο απάνω, που έστηναν
τα κύματα παιχνίδι με το φως την απορία της
στο άρτι αφυπνισμένο πέλαγο εξαπέλυσε κι ένα

βρύων χρυσωμένο δίχτυ έζωσε μ’ αναλαμπές τον ύφαλο
που τα πανιά των μακρυσμένων πιρογών απέφευγαν.
«Μέσ’ από σένα μόνο εμπεδώνεται στο διαιώνιο

παλίμψηστο του χάρτη ο αχός των κυματόφρυδων
που περιφέρονται καθώς χωλές προβιές στων φάρων τα
κοπάδια, που κάποιος Κύκλωπας, με τό’ να μάτι μαγκωμένο

από το λιόφωτο, πηλάλησε». Μετά οι πιρόγες έ-
γιναν γαλέρες, μέχρι που τον θώκο τους πριόνισε
νωχελικά με τα δρεπανωτά φτερά της μια φρεγάτα.

«Μέσ’ από σένανε οι βολβοί της γκρίζας μυγδαλιάς προμάντεψαν
τη δένδρινη μορφή τους και σκουριάσαν, όμοια νησιά
οδόντινα, τα φύλλα του αμπελιού μα κι οι τυφλοί φαρόπυργοι,

διαβλέποντας του κάβου τους την άκρη, σάστισαν σα γίγαντες
μ’ ένα αγκωνάρι νέφους μες στα χέρια τους προτού το εκσφεν-
δονίσουνε και σπάσει σε άστρων φώσφορο». Μέτα ένας νέγρος

ψαράς μ’ αξύριστο κι ακιδωτό σαν αχινό πηγούνι
το αλευροσάκινο ύψωσε πανί του σ’ ένα ιστίο από
μπαμπού, και με το βλέμμα σκάναρε τις επικές γραμμές

του ορίζοντα· «τώρα μπορώ ν’ αναπολήσω το πώς έσχιζε
το φως τα ίσαλα κι οι πρόποδες των βράχων ξεμυτούσανε
απ’ τις θαμπές κρυψώνες τους ενώ οι πιρόγες σάλπαραν

μ’ εβένινους καπεταναίους, αφού ήταν το δικό σου φως
που ξάφνισε τα ηλιοπότιστα καρνάγια μας όπου,
πριχού, οι σκούνες ξέγνοιαστα λικνίζονταν στα κρύα μποτζα-

ρισμένες παλαμάρια τους». Είπα, κι αφού αποτέλεψα,
του λιμανιού τη θέση πήρε η φωνή ενός κοριτσιού
που μες στον αμφορέα του λαιμού της βόμβιζε: «Όμηρος».

γ΄

«Ό-μηρος» χαχάνισε, «εκεί εμείς το τονίζουμε στα ελληνικά»,
χαϊδεύοντας τη μικρή προτομή με τη σπασμένη μύτη
του πυγμάχου και σκέφτηκα τον Εφτά-Θάλασσες να κάθεται

σιμά στην μπόχα των διχτυών που στέγνωναν ακούγοντας
των φλοίσβων το γλουπακητό. Είπα: «ο Όμηρος και ο
Βιργίλιος είναι πια αγρότες στη Νέα Αγγλία και

ο πήγασος τώρα φρουρεί το βενζινάδικό τους, μα έχεις
δίκιο». Ένιωσα το άφρινο να με κοιτά κεφάλι, ενόσω
η αφή μου εξέταζε το κρύο μαρμάρινό του χέρι κι έπειτα

τους ώμους του, μες στο χειμερινό φως της σοφίτας. «Όμερος»,
πρόφερα και το «Ο» ήταν του αχινού η επίκληση,
«μερ» θάλασσα και μάνα αντάμα στ’ Αντιλλιάνικα και «ος» τόσο

ένα φαιό οστό όσο και τ’ άσπρο κύμα όπως σκάει
κι απλώνει το συριστικό κολλάρο του στη δαντελένια
ακτή. Όμηρος ήταν το κριτσάνισμα των ξεραμένων

φύλλων, το πάφλασμα που ενός σπηλαίου το ηχείο αντιλαλεί
στη χάση της παλίρροιας. Τ’ όνομα επέμενε στο στόμα μου.
Είδα το φως πώς έπεφτε δίχτυ ολόιδιο στ’ ασιάτικά

της μάγουλα τονίζοντας τα μάτια της με το περίγραμμα
ενός μαύρου αμυγδάλου, ενώ στρεφόταν η Αντιγόνη κι έλεγε:
«Με κούρασε η Αμερική, έφτασε η ώρα να γυρίσω

πίσω στην Ελλάδα. Μου λείπουν τα νησιά μου». Γράφω και
η θύμιση επιστρέφει του πώς γύρισε τραντάζοντας
εκείνη τη μελαχρινή ριπή της κόμης. Είδα ξανά

το κύμα σε μοτίβα τις δαντέλες του ν’ αποτυπώνει
στου τράχηλού της το ακρογιάλι, μα και τις ριχτές ακτές
του μεταξιού στους αστραγάλους της θαρρείς να στροβιλίζονται

από κύματα άναυδα κι αισθάνθηκα μια κρύα, αλλότρια προ-
τομή – όχι η δικιά της μα η δικιά σου – πως τα επόπτευε όλα
αυτά μέσ’ απ’ τ’ αγαλματίσια μάτια της, τη ραγισμένη

για να στρέψει μύτη της κατόπιν μακριά, όπως το θρόισμα
του λιναριού βεβαίωσε. Μ’ αν μπορούσε να διακρίνει
ανάμεσ’ από του δαπέδου τις ακμές, που ωσεί κατάστρωμα

θα έχαινε αποκαλαφατισμένο από των Αντιλλών
την λαύρα, ως τις σκιές στ’ αμπάρι του ίσως και τα ρουθού-
νια του να πεταρίζανε από την αποφορά των α-

λυσοδεμένων αστραγάλων και τα πόδια τους που σούρνονταν
σταφιδιασμένα· ίσως το άμεμπτο μάρμαρο ν’ άνοιγε διάπλατο
το στόμα του μπροστά στην αποκάλυψη της φρίκης κάτω

απ’ το τραπέζι κι έτσι νά ’τρεχε μακριά απ’ την πολυθρόνα,
εκεί όπου, σε λευκό χιτώνα τυλιγμένη, αναπαύονταν
η λύρα, για να κάνει ό,τι το παρελθόν έκανε ανέκαθεν:

να υποφέρει ατενίζοντας. Ξάπλωσε απαγκιασμένη, με
της σκιάς μου ένα σύννεφο να τη σκεπάζει. Ύστερα,
μια με βαμμένα μάτια πλώρη αργά αναδύθηκε απ’ την εύοσμη

βροχή της κόμης της κι ένας υπόκωφος πήρε να ρέει
στ’ αυτί μου αγγείου στεναγμός που όχι εξάμετρα για βα-
σιλείς πολύπλαγκτους σε λόγχινες βροχές μ’ αντίς έν’ άξεστων
ήταν κουβεντολόι ψαράδων, πάνω από κανό πεζές βρισιές.

Κεφάλαιο 3 – α΄

«Touchez-i, encore: N’ai fendre choux-ous-ou, salope!», «Ακόμα μια
φορά να το αγγίξεις και σου έκοψα τον κώλο, κάθαρμα».
«Moi j’a dire—’ous pas prêter un rien. ’Ous ni shallope, ou ni

seine, ’ous croire ’ous ni choeur campêche?». «Σου είπα από μένα τράκα δε
θα κάνεις. Έχεις δίχτυ και κανό. Σαν ποιος θαρρείς πως είσαι,
ο Λόγκγουντ Χαρτ;», ’Ous croire ’ous c’est roi Gros Îlet? Voleur bomme!»

«Καμώνεσαι τον βασιλιά του Γκρος Ιλέτ, εσύ ένας πα-
λιοκλέφτης;» Κι ύστερα στα εγγλέζικα: «τώρα θα δεις ποιος είναι
ο βασιλιάς! Έλα!» Ο Έκτορας πρόβαλε απ’ τις σκιές κι ο Α-

χιλλέας, βλέποντάς τον να κραδαίνει το μαχαίρι του
– un homme fou, ένας τρελός, αφιονισμένος απ’ τη ζήλεια – από-
θεσε προσεκτικά τον τσίγκινο κουβά πίσω στην πλώρη

της ξένης πιρόγας κι έπειτα, έχοντας αρκετά ανεχθεί
τις τρέλες του – κι αφού πρώτα επάνω του το σκούπισε –
βάλθηκε στην παλάμη το δικό του το λεπίδι να

ζυγιάζει. Σύντομα οι χωριανοί, μη θέλοντας να χάσουνε
την αναμέτρηση που αποζητούσε ο Έκτορας, αρχίσαν
να συρρέουνε από τα σμαραγδένια απόσκια των αμυ-

γδαλιών και των ματσινελών τα κέρινα φυλλώματα.
Ο Αχιλλέας οπισθοχώρησε ως των ζεστών ρηχών
την άκρη ετοιμοπόλεμος. Ο Έκτορας βάδισε προς

το μέρος του, με το υπόλοιπο χωριό ν’ ακολουθεί –

το κύμα να μερεύει τη λαλιά του ωσεί μουλώνοντας
κι ελόγου του απ’ το φόβο στην ακτή. Πέρα μακριά, απ’ τη θάλασσα,

εφόρμαγαν με ρώμη αμείλικτη στου ήλιου το παράγγελμα
οι αχτίδωσιές, μέσ’ από πίδακες τυφλωτικούς καλπά-
ζοντας που ατόφια βέλη καμπυλώναν βρόχινα στο τιρ-

κουάζ παλάδο του ύφαλου, και πίσω τους, παραταγμένοι,
οι χωρικοί μυρίζοντας σφαγή κι αγεληδόν κραυγάζοντας
τεντώνανε τα χέρια προς το φως. Ο Έκτορας, με το

μαχαίρι του έτοιμο τσαλαβουτώντας στων ρηχών και της
ψιχάλας τον κυκεώνα, στον Αχιλλέα χύμηξε ενώ
το κύμα, μανιασμένο πια, την άφρινή του έπιασε

ουρά όλο να τινάζει, ίδιο σκυλί πριν τον καυγά. Πράγμα-
τι, εν βρασμώ ως κι αδελφό είναι ικανοι οι άντρες να σκοτώσουν
μα ο
τρελός που τώρα ξέσκιζε από τον έναν ώμο τη

φανέλα του Αχιλλέα συνάμα τού ’σκιζε και την καρδιά
του. Έβραζε από φιλότιμο το μένος του. Αλήθεια να
βουρλίζεται έτσι για έναν παλιό – και μάλιστα πνιγμένο

στη σκουριά – κουβά;! Λίγο ήξερε πως η μονομαχία ετούτη
για μια σκιάς τη χάρη γίνονταν, Ελένη τ’ όνομά της.

β΄

Η Μα Κίλμαν διατηρούσε το πιο παλιό μπαρ στο χωριό.
Κάτω απ’ το κροκί αέτωμά του με την πράσινη μαρκί-
ζα δέσποζε ένα κεραμιδί μπαλκόνι, χρώματα

πού ’χαν με τον καιρό ξεφτίσει. Αραδιασμένα ξύλινα
τραπέζια στο ισόγειο φιλοξενούσαν, ειδικά
διαμορφωμένα, τα σκαμπίλια των πουλιών του ντόμινο.

Μια χάντρινη κουρτίνα όπως μπαινόβγαινες ντιντίνιζε.
Μια επιγραφή νέον κάτω απ’ το «NO PAINCAFÉ ALL WELCOME»
διαλαλούσε «Coca Cola». Το «NO PAIN» δεν ήτανε ιδέα

δική της μα του μακαρίτη αντρός της. «Τι προφητικό»
θα γέλαγε η Μα Κίλμαν. Το ζεστό δρομάκι έβγαζε
στην παραλία πέρ’ απ’ τα μικρομάγαζα, τα κλαμπ, κι ένα

φαρμακείο, στη γερτή σκιά του οποίου ο τυφλός άνδρας,
με το λουρί του σκύλου του ανά χείρας, κάθισε σ’ ένα
καφάσι, αφότου ξανοιχτήκαν οι πιρόγες, μουρμουρίζοντας

στη σκοτεινή λαλιά της πάθησής του, με τα ροζιασμένα
χέρια του ακουμπισμένα στο μπαστούνι, τ’ αυτιά του σαν
του σκύλου εκπαιδευμένα. Ενίοτε θα τραγουδούσε κι οι

ψηφίδες της φωνής του θα ταξίδευαν στον άνεμο α-
ναδεύοντας τις χάντρες στο ροζάριό της. Ο γέρο-
Άγιος ́Ομηρος! Ισχυριζόταν πως είχε διαπλεύσει όλον

τον κόσμο. Ο Κυρ Εφτά-Θάλασσες, όπως τον βάφτισαν
από μιαν ετικέτα μουρουνόλαδου με πάνω της
έναν ξιφία χιαστί κοτσαρισμένο. Μα κάθε άλλο

παρά ξεκάθαρα – αλαμπουρνέζικα – ήτανε τα λόγια
του στ’ αυτιά της, πιότερο παλαιοαφρικανικά βαβίσματα.
Μα, κατά μήκος των ραγάδων της καυτής ασφάλτου, ο

τυφλός αοιδός μας έμοιαζε κάτι ν’ απαριθμεί. Θεός
οίδε αν μεσ’ απ’ τις σκιές μπορούσε κι έβλεπε, σκουντώ-
ντας το ραβδί του σαν τηλέγραφο. Τον βοηθούσε να

τραβήξει κάθε αρχή του μήνα απ’ το ταχυδρομείο την
αποζημίωση των βετεράνων, κατάσταση για
την οποία ποτέ του δεν παραπονιόταν σαν τους άλλους.

Το γωνιακό κασόνι κι η κάψα στα χέρια του τον πρότρεψαν
να μετακομίσει προς τον ίσκιο. Η Μα Κίλμαν, με το που είδε
τον Φιλοκτήτη όπως, χωλαίνοντας, ανέβαινε το δρόμο,

ανασηκώθηκε απ’ το γωνιακό παράθυρό της κι ά-
πλωσε το σύνηθες γι’ αυτόνε γιατροσόφι: ένα φλασκί
λευκού ακαζού, ένα βαζάκι βαζελίνη και μια σμάλτινη

σκάφη με πάγο. Εκεί θαμώνας αυτός θά ’μενε όπου, ξάπλα
ολημερίς, το στόμιο της πληγής του στο καλάμι θ’ άλοιφε.

γ΄

-«Mais qui ça qui rivait-’ous, Philoctete?» -«Moin blessé.», -«Μα τι
με σένα τρέχει Φιλοκτήτη;» -«Με τούτηνε με ορί-
σαν την πληγή Μα Κίλμαν, qui pas ka guérir pièce. Που ποτέ

της δε θα γιάνει». «Αν θες να ξέρεις, θέλει ρέγουλα. Πάνε
σπιτάκι σου και ξάπλωσε, άστο και λίγο να ηρεμήσει».
Αυτός, με γυρισμένα τα μπατζάκια του παντελονιού

του, ατένιζε το πέλαγο απ’ το φθαρμένο παραθύ-
ρι του ρουμάδικου, με τον κνησμό πια του έλκους να τον τσούζει
όπως της ανεμώνης τα πλοκάμια ή της τσούχτρας τις

φουσκάλες σαν τις σκάσεις. Το απέδιδε τούτο το πρήξιμο
στα αλυσοδεμένα κότσια των παππούδων του – αλλιώς
πώς γιατρειά να μην υπάρχει; Όχι, λίγο η άγκυρα έφταιγε

για το σταυρό που κουβαλούσε – κρίμα της φυλής του πιότερο
φάνταζε νά’ ναι που απ’ το χωριό της την ξερίζωσαν
(μαύρους, φτωχούς τους είχαν βρει, σα σε σκουπιδαριό γουρούνια)

κρεμώντας τη σα σφάγιο στο τσιγκέλι. Η Μα Κίλμαν έγνεθε.
Σήκωσε το βλέμμα της και τον έπιασε ν’ αλληθωρίζει
από τη σουβλερή αντηλιά του δρόμου. Θα περίμενε ώσ-

που να λιποθυμήσει στο τραπέζι – ετούτο το βιολί
μέρες τραβούσε. Ο πάγος θ’ άρχισε να μετατρέπεται
σε χλιαρό νερό μα αυτός θά ’μενε ατάραχος, με το

κεφάλι ανάμεσα στα χέρια σφίγγοντας, μισώντας τον
εαυτό του. Εκείνη άκουσε τ’ αγόρια όπως πηγαίναν, μες
στις μπλε στολές τους, στο σχολείο να του κραίνουνε: «Φιλό!»

«Φιλόσοφι!». Ήταν μια μούμια με βαζελίνη και αλκοόλ
ταριχευμένη. Του μουρμούρισε γλυκά: «Κάπου φυτρώνει
ένα λουλούδι, ένα γιατρικό που η μάνα μου συνήθιζε

να βράζει. Έκανα χάζι τα μυρμήγκια πώς σκαρφάλωναν
στην άσπρη γλάστρα της μα, θεέ μου, πού να βρίσκεται;». Πού
άραγε
νά’ ταν αυτή η ρίζα και ποια σέννα, ποιο αφέψημα μπορούσε

του διεφθαρμένου αίματός του το διχαλωτό ποτάμι
να παστρέψει, που ήταν λαβωμένου κέδρου ο χυμός του;
Τι σήμαινε τ’ όνομα αυτό που τό ’νιωθε σαν πυρετό·

Ίσως μια μαχαιριά γερή το μπάσταρδο να τό ’κοβε
απ’ τη σαπρή του ρίζα. Είπε απλά «μερσί» κι εξαφανίστηκε.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε το πρώτο μέρος εδώ και τα περιεχόμενα του τέταρτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly
%d bloggers like this: