frear

Δημήτρης Ελευθεράκης, Ποιήματα – Dimitris Eleftherakis, Gedichte

Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης & Dirk Uwe Hansen

Φοινικιά

Ύστερα από μακρύ πηγαιμό ο Τηλέμαχος
ανακάλυψε τον τάφο του Οδυσσέα στην Πύλο,
ξέθαψε ευλαβικά τα οστά, τα ράντισε με κρασί
τα κάπνισε με φύλλα δάφνης, προσκύνησε.

Το ταξίδι είχε τελειώσει. Η αφήγηση κόπηκε
εκεί που μια βασιλική φοινικιά σκορπίζει τον άνεμο
στους τέσσερις ορίζοντες με τα πυκνά κλαδιά της.
Ο κορμός της είναι μία κολόνα δωρική.

Κάτω από τη σκιά της φοινικιάς ο Τηλέμαχος
έστρωσε το χώμα για τον δικό του τον τάφο,
κτερίσματα το σπαθί του Οδυσσέα, τα δόντια.

Άνοιξε το σημειωματάριο, βούτηξε
το κόκαλο του πατέρα του στο μελάνι·
έγραψε: Εδώ αρχίζει της ζωής μου το τέλος.

#

Die Palme

Nach langer Fahrt fand Telemachos
das Grab des Odysseus auf Pylos.
Sorgfältig grub er die Knochen aus, wusch sie mit Wein,
räucherte sie mit Lorbeerlaub und verneigte sich vor ihnen.

Die Reise war zuende. Die Erzählung brach ab,
wo eine Königspalme den Wind verteilte
in alle vier Himmelsrichtungen mit ihrer dichten Krone.
Ihr Stamm eine dorische Säule.

Unten in Schatten der Palme glättete Telemachos
den Boden für sein eigenes Grab.
Als Grabbeigaben das Schwert des Odysseus, die Zähne.

Er öffnete sein Notizbuch, tauchte
seines Vaters Knochen in die Tinte,
schrieb: Hier beginnt das Ende meines Lebens.

Πρεσβυωπία

Μετά τα σαράντα όλα είναι ίδια:
ένας σκύλος έρχεται να χορέψει γύρω απ’ τα πόδια σου στην άμμο
όπως κι εχθές – όλα είναι όμοια με τα περσινά, αλλοιωμένα μόνο
απ’ την όψη των ματιών σου που βλέπουν λιγότερα
κι εσύ δεν έχεις γίνει σοφότερος, λευτερωμένος από φόβο
στωικός, υπομονετικός ή μειλίχιος.
Στην περσινή φωτογραφία δυσκολεύεσαι να διακρίνεις
εάν αυτά που βλέπεις είναι μανταρίνια ή πορτοκάλια,
και στο χαρτί τα γράμματα που διαβάζεις είναι υγρά:
αδύνατο να καταλάβεις.
Με μια κίνηση μπορείς να τα χαλάσεις όλα
από αμηχανία ή πείσμα.
Έχεις μια εμμονή να σκέπτεσαι το ίδιο μοτίβο,
το κόκκινο χώμα και το παραγινωμένο αχλάδι
το στήθος της γοργόνας στο ψηφιδωτό και το χρυσό τσαμπί
το γλίστρημα του ήλιου στις θαλάσσιες σπηλιές.
Κι όταν στο τέλος γράφεις για να μην ξεχάσεις και να μη σε ξεχάσουν
κρατάς τη σελίδα σε απόσταση για να μπορέσεις να δεις, και διαβάζεις:

Υπάρχουν άπειρα μέρη του κόσμου όπου δεν πρόκειται να πεθάνω
κι υπάρχουν όλα τα μέρη του κόσμου
όπου δεν πρόκειται ν’ αναστηθώ.

#

Altersweitsichtigkeit

Ab vierzig sieht alles gleich aus:
Ein Hund kommt und tanzt um deine Beine im Sand
wie gestern, alles ist so wie im letzten Jahr, nur verschwommen
vor deinen Augen, die immer weniger sehen,
du bist auch nicht weiser geworden, nicht frei von Angst,
stoisch, geduldig oder sanftmütig.
Auf der Photographie vom letzten Jahr kannst du nur mit Mühe unterscheiden,
ob das, was du siehst, Mandarinen sind oder Orangen,
und die Buchstaben, die du liest, verfließen auf dem Papier:
unmöglich, sie zu entziffern.
Mit einer Bewegung schüttelst du alles ab
aus Verlegenheit oder aus Trotz.
Hartnäckig siehst du immer dasselbe Motiv:
die rote Erde, die überreife Birne,
die Brüste der Meerjungfrau auf dem Mosaik, die goldene Traube,
die Bahnen von Sonnenlicht, wie sie die Höhlen am Meer erreichen.
Und wenn du am Ende schreibst, um nicht zu vergessen und nicht vergessen zu werden,
hältst du das Blatt mit ausgestrecktem Arm, um besser sehen zu können, und liest:

Unzählig sind die Orte auf der Welt, an denen ich nicht sterben werde,
alle Orte der Welt sind Orte,
an denen ich nicht auferstehen werde.

Δέντρα τον χειμώνα

Όταν βλέπω τα δέντρα σκέπτομαι τον πατέρα
που τέντωσε το κορμί του να μυρίσει την παγωνιά,
τα χέρια του λυγισμένα κλαδιά, τα πέλματα ριζωμένα
εάν φυσούσε εκείνη την ώρα μια ριπή θα τον θέριζε.

Ποιος έχει τη γνώση ν’ αγκαλιάσει έναν γηραλέο κορμό
να παραμερίσει τη δέντρινη μοναξιά, να ξεχωρίσει
τα ξεραμένα φύλλα
απ’ τις ξερές παλάμες, τις ξεχωμένες ρίζες απ’ τη σκαμμένη γη;

Τα δέντρα είναι μια εποχή από μόνα τους.

#

Bäume im Winter

Wenn ich die Bäume sehe, denke ich an meinen Vater,
wie er seinen Körper streckte, um den Frost zu wittern,
die Arme gebogene Äste, die Sohlen verwurzelt,
hätte eine Bö geweht in dem Moment, sie hätte ihn entwurzelt.

Wer weiß, wie man einen alten Stamm in die Arme nimmt,
wie man ihn aus seiner Baumeinsamkeit holt,
wie man die vertrockneten Blätter von den trockenen Handflächen nimmt,
wie man die freiliegenden Wurzeln aus dem aufgebrochenen Boden gräbt?

Die Bäume sind ein Zeitalter für sich.

Μούσα του κανενός

Δεν ήταν έγκλημα ήταν αγάπη:
κατάπια δυο τόμους και μια βιβλιοθηκάριο.
Έφαγα τη μούσα του κανενός, τον κορμό μιας οξιάς.
Ας αναπαύονται στα κύτταρα και τους αδένες μου.

Τα μάτια της δυο καταπράσινοι σάπφειροι,
η γεύση της ένα ολοστρόγγυλο βότσαλο.
Το χαρτί και τα δάχτυλα έδιναν
την εικόνα της πιο σπάνιας ποίησης.

Τώρα γνωρίζω τι σημαίνει αγάπη:
η πείνα του ποιητή για μελάνι και δέρμα·
ο θρίαμβος της γλώσσας και των δοντιών,
τροφή, η ανάγκη μας για τον άλλο.

#

Niemands Muse

Es war kein Verbrechen, es war Liebe:
Ich habe zwei Bände verschlungen und eine Bibliothekarin.
Habe niemands Muse gegessen und den Stamm einer Buche.
Sollen sie doch zur Ruhe kommen in meinen Zellen und meinem Gedärm.

Ihre Augen zwei tiefgrüne Saphire,
ihr Geschmack ein vollkommen gerundeter Kieselstein.
Das Papier und die Finger gaben
das Bild der seltensten Poesie ab.

Jetzt weiß ich, was Liebe bedeutet:
Der Hunger des Dichters nach Tinte und Haut.
Der Triumph der Zunge und Zähne,
Nahrung, unser Angewiesensein aufeinander.

Κάποιος να πει

Κάποιος να είναι εδώ. Κάποιος
να μας σηκώνει το μαξιλάρι.

Κάποιος ν’ αφήσει κάτι για μας
όταν δεν θα είναι εδώ.

Κάποιος να φύγει πριν από εμάς
ή μετά από εμάς.

Κάποιος να στρώσει το τραπέζι.
Να φάει το φαγητό που αγαπάμε.
Να χύσει λίγο κρασί στο χώμα για μας.

Κάποιος να μας πει πως και το τέλος, όταν έλθει,
θα περάσει σαν όλα τ’ άλλα.

#

Jemand soll sagen

Jemand soll da sein. Jemand
soll uns das Kissen aufschütteln.

Jemand soll uns etwas dalassen für die Zeit,
wenn er nicht mehr da ist.

Jemand soll vor uns gehen
oder nach uns.

Jemand soll den Tisch decken.
Unsere Lieblingsspeisen essen.
Ein wenig Wein auf die Erde gießen für uns.

Jemand soll uns sagen, dass auch das Ende, wenn es kommt,
vorübergehen wird wie alles andere.

Πέτρα του φεγγαριού

Κανένας δεν μαρτυρεί για το τέλος. Για την ακροτελεύτια σκέψη.
Κανείς δεν την αφηγείται. Γνωρίζουμε τι έγινε πριν
και που πάμε μετά. Ότι μεγαλώνουμε μαζί με παιδιά
ότι το δέρμα μας πεθαίνει χωρίς το αίμα, ότι θα ζήσουμε
μέσα στη λήθη των άλλων. Ποια θα είναι η τελική εικόνα
όμως κανείς δεν γνωρίζει, ποιες λέξεις θα παντρευτούν
για να δώσουν μια σκέψη σ’ ένα μυαλό με αγγεία που σκάνε.
Είναι μια συμφωνία ανάμεσα στον ουρανό και το σώμα:
για ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού η σκέψη μας γίνεται
γραφή στο εσωτερικό μιας πέτρας του φεγγαριού,
τα πνευματικά δικαιώματα περνούν στο σύμπαν.

#

Mondstein

Das Ende kann niemand bezeugen. Den allerletzten Gedanken
berichtet niemand. Wir wissen, was vorher geschah,
und wohin wir gehen danach. Dass wir groß werden mit den Kindern,
dass unsere Haut stirbt ohne Durchblutung, dass wir leben werden
im Vergessen der anderen. Wie das letzte Bild aussieht,
weiß dennoch niemand. Welche Wörter sich vermählen,
um einen Gedanken in ein Hirn zu pflanzen mit Gefäßen, die platzen.
Es ist ein Zusammenspiel aus Himmel und Körper:
Für einen Augenblick wird unser Gedanke
zu einer Schrift im Inneren eines Mondsteins,
die Rechte am geistigen Eigentum gehen ans All.

Ευχή

Άλλοι φεύγουν γλιστρώντας απ’ το κατάστρωμα ενός καραβιού
κι άλλοι με τα μάτια στο ταβάνι ένα ξημέρωμα μόνοι,
άλλοι την ώρα του ύπνου κι άλλοι με μια σφαίρα στο στήθος.

Όλοι γνωρίζουν πού πηγαίνουν μα όχι γιατί
δεν αναχωρήσαν νωρίτερα ή δεν στάθηκαν λίγο παραπάνω
να σκαλίζουν με το τακούνι τους τα ξερά φύλλα
ή να σχεδιάζουν αδέξιους χάρτες μ’ ένα μολύβι
σε κιτρινισμένο τετράδιο. Και τι παίρνουν μαζί τους;

Σίγουρα αυτό το σώμα που δεν θέλει να κοιτάζει κανείς
κι όλα του τα υπάρχοντα: παλιές ανάσες, ελπίδες,
δείγματα της φθοράς, δέρμα και δόντια.

Όσοι έμειναν πίσω φαντάζονται το δικό τους σενάριο
που έχει κύματα λύπης κι έναν μακρύ αποχαιρετισμό
ίσως κι έναν μισοτελειωμένο καμβά που θα ολοκληρώσει
κάποιος άλλος που ενδέχεται να κάτσει στο ίδιο παράθυρο.

Όλοι πάντως μένουν μόνοι: σε μια φωτισμένη παγόδα
ή σ’ ένα κρεβάτι που τυλίγουν οι φλόγες
κ’ ύστερα γίνεται βάρκα σ’ αμίλητα σκοτεινά νερά.

Είθε αυτή η μοναξιά να διαρκέσει μόνο για λίγο.

#

Gebet

Die einen gehen, weil sie ausrutschen auf dem Deck eines Schiffes,
andere eines Morgens ganz allein und die Augen zur Decke gerichtet,
andere in der Stunde des Schlafes und andere mit einer Kugel in der Brust.

Alle wissen, wohin sie gehen, aber nicht, warum
sie nicht eher verschieden, oder warum sie nicht ein wenig länger geblieben sind,
um mit dem Absatz im trockenen Laub zu stochern,
oder unbeholfene Karten zu zeichnen mit einem Bleistift
in ein vergilbtes Notizbuch. Und was nehmen sie mit?

Sicher diesen Körper, den keiner ansehen will
und seinen ganzen Besitz: Vergangene Atemzüge, Hoffnungen,
Zeichen des Verfalls, Haut und Zähne.
Die zurückbleiben, schaffen sich ihr eigenes Szenario,
da gibt es wogende Trauer und einen langen Abschied,
vielleicht auch eine unfertige Leinwand, die ein anderer
vollenden wird, der einmal an demselben Fenster sitzt.

Alle aber bleiben allein: In einer lichtdurchfluteten Pagode
oder einem Bett, um das die Flammen lodern
und das später zu einem Boot wird auf stillen dunklen Wassern.

Möge diese Einsamkeit nur kurze Zeit dauern.

Ο Δημήτρης Ελευθεράκης γεννήθηκε το 1978 στην Αθήνα. Σπούδασε ελληνική και ξένη φιλολογία στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και το Εδιμβούργο. Ποιήματά του πρωτοδημοσιεύθηκαν το 1998 στο περιοδικό Νέα Εστία. Επιμελήθηκε τις εκδόσεις των ποιημάτων του Κ. Γ. Καρυωτάκη (2010) και του Κ. Π. Καβάφη (2011) και δημοσίευσε, μαζί με τους ποιητές Δημήτρη Αγγελή και Σταμάτη Πολενάκη, το βιβλίο Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι: μία συζήτηση για την ποίηση (2010). Έφυγε από τη ζωή ξαφνικά, στις 10 Νοεμβρίου 2020.

Dimitris Eleftherakis wurde 1978 in Athen geboren. Er studierte griechische Philologie und Literaturwissenschaften in Athen, Thessalonike und Edinburgh. 1998 erschienen erste Gedichte von ihm in der Zeitschrift Nea Estia. Er ist Herausgeber der Gedichte von K.G. Karyotakis (2010) und K. P. Kavafis (2011) und veröffentlichte gemeinsam mit Dimitris Angelis und Stamatis Polenakis das Buch Mit Majakowskis Revolver. Ein Gespräch über die Poesie (2010). Auf Deutsch liegt von ihm die Erzählung Die schwierige Kunst (übersetzt von Elena Pallantza und der Gruppe Lexis) vor. Dimitris Eleftherakis ist am 20. November 2020 völlig überraschend gestorben.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ, με ταυτόχρονη δημοσίευση στο περιοδικό Signaturen. Δείτε τα περιεχόμενα του τρίτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly
%d bloggers like this: