frear

Το Ζερό – του Χρήστου Παππά

Πάει καιρός από την τελευταία φορά που βρέθηκα εδώ. Τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται. Θα μπορούσε όμως να είμαι μόνιμα εδώ, απλά οι επιλογές μου να έχουν αντίκτυπο στην άλλη ζωή. Την πραγματική. Θα μπορούσε, κάλλιστα, να είμαι αυτό που μ’ αρρωσταίνει. Ένας ισόβιος παίχτης.

Όπως πάντα, δεν θυμάμαι πως ήρθα ή αν με έφερε κάποιος άλλος. Δεν θυμάμαι αν είχα ποτέ την επιλογή να είμαι εδώ. Ξέρω όμως πως βρίσκομαι μπροστά από ένα τραπέζι, όπου μόνο επιλογές μπορώ να κάνω. Πρέπει να κάνω.

Τουλάχιστον αυτό μου είχε πει ο κρουπιέρης που είχε σταθεί την πρώτη φορά απέναντι μου. Έχω όμως την εντύπωση πως έχει περάσει ήδη αρκετή ώρα από τότε που πόνταρα το τελευταίο μου νούμερο. Φταίει που το αποτέλεσμα που φέρνει καμιά φορά το ποντάρισμα, δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που στοιχηματίζεις εκείνη την στιγμή, αλλά σε αυτό που πραγματικά επιθυμείς.

Το δεξί μου χέρι αρχίζει να χαϊδεύει αφηρημένα τη στάκα από τις μάρκες που έχω μπροστά μου. Προσέχω τον ήχο από τον ανεμιστήρα που γυρίζει, αλλά δεν βλέπω, κι είναι σαν να ακούω τον ήχο της ρουλέτας. Σιχαίνομαι τον τζόγο κι όσα τον προσδιορίζουν· πιθανότητες, αδρεναλίνη. Τύχη. Σίγουρα, κάπου στο τυχαίο, κρύβεται ένα μοτίβο. Αν το βρω, ίσως καταφέρω και κερδίσω αυτό που θέλω. Να την φέρω πίσω.

Το θέμα μου όμως παραμένει.

Βάζω τα χέρια μέσα στις τσέπες στο σακάκι και βρίσκω στη δεξιά την κάρτα μέλους. Έχει το όνομα μου, μια φωτογραφία μου κι έναν αριθμό· 310781. Μόνο την ημερομηνία λήξης δεν έχει. Αλλά δεν έψαχνα αυτή. Το αντικείμενο που έψαχνα βρίσκεται στην αριστερή. Το βγάζω έξω και το κοιτώ στο φως. Είναι μια μικρή κλεψύδρα.

Η κλεψύδρα δείχνει πόσο χρόνο έχεις για να παίξεις. Βρίσκεται πάνω σ’ όλους τους παίχτες. Αν δεν ποντάρεις πριν τελειώσει ο χρόνος, σ’ αποκλείουν από το παιχνίδι. Κάμποσοι εξακολουθούν να μην την κοιτάζουν ποτέ. Φοβούνται. Φοβούνται μην τη δουν ν’ αδειάζει και ποντάρουν βιαστικά. Εμένα όμως με ηρεμεί πλέον να κοιτάζω την άμμο να φεύγει. Ίσως γιατί μου θυμίζει τα καλοκαίρια που πέρασα με τη γυναίκα μου.

Θα πρότεινα ν’ αξιοποιήσετε τον διαθέσιμο χρόνο σας στο έπακρο, μου μιλάει πρώτη φορά σήμερα και καταλαβαίνω πως έχω αλλάξει κρουπιέρη. Ο προηγούμενος ήταν ένας άντρας που είχε το πρόσωπό μου. Υποτίθεται πως αυτό σε βοηθά να παίξεις. Τώρα απέναντί μου είναι μια γυναίκα. Η φωνή της όμως μου φαίνεται οικεία.

Τοποθετήστε, παρακαλώ, το στοίχημα σας, συνέχισε μονότονα. Η φωνή βγαίνει μέσα απ’ το σκοτάδι που κρύβει το πρόσωπό της. Το γεγονός ότι δεν μπορώ να τη διακρίνω με ανησυχεί. Είμαι βέβαιος πως με κοιτάζει ατάραχα, δίχως σημάδια εκνευρισμού ή βαρεμάρας. Άλλωστε, τη δουλειά της κάνει.

Η δική μου αποτελεί πλέον παρελθόν. Αμφιβάλλω αν θα δούλευα ποτέ ξανά πάνω στον ίδιο τομέα. Η υπόθεση έχει ως εξής: το ξενοδοχείο στο οποίο εκτελούσα χρέη αρχιλογιστή, έψαχνε έναν προμηθευτή για την ανανέωση των ομπρελών της παραλίας του. Έτυχε ο γαμπρός μου να δουλεύει σε μια εταιρία που παράγει τέτοιου είδους εξοπλισμό. Θέλοντας να γλιτώσω το ξενοδοχείο από μια αναζήτηση που θα τους έτρωγε χρόνο ως προς την ανεύρεση μιας κατάλληλης προσφοράς, μιας και η σεζόν άνοιγε και η απόφαση για την ανακαίνιση είχε παρθεί την τελευταία στιγμή, πρότεινα την εταιρία του.

Η συμφωνία έκλεισε και όλοι μας, χάρη σε εμένα, ήμασταν ικανοποιημένοι.

Αυτό που δεν είχα υπολογίσει, πώς θα μπορούσα άλλωστε, ήταν ότι όταν οι ομπρέλες ήρθαν στο ξενοδοχείο, αποδείχτηκαν ελαττωματικές. Η διεύθυνση τον κατηγόρησε για κακοτεχνία και εκείνος για κακή μεταχείριση από το προσωπικό κατά τη μεταφορά τους. Ύστερα από διάφορες προσβολές, το ξενοδοχείο αποφάσισε να ακυρώσει τη συμφωνία και να γυρίσει το προϊόν πίσω.

Κανείς όμως δεν σκέφτηκε να με ειδοποιήσει για την αλλαγή. Οπότε την ημέρα που ήταν να γίνει η κατάθεση για την πληρωμή, δεν είχα ιδέα πως είχαν αφήσει στο γραφείο μου την εντολή που επικύρωνε αυτήν την απόφαση. Μάλιστα ήταν και η τελευταία μέρα που έπρεπε να γίνει η πληρωμή, οπότε το πρώτο πράγμα που φρόντισα να κάνω εκείνο το πρωί, ήταν η κατάθεση.

Τη στιγμή που συμπλήρωνα τα νούμερα, το μάτι μου έπεσε πάνω σ’ εκείνο το χαρτί.

Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο να προσθέσω ένα παραπάνω μηδενικό στο ποσό, αλλά πάτησα επικύρωση της αποστολής και όχι ακύρωση. Λίγη ώρα μετά, ο διευθυντής δέχτηκε ένα τηλεφώνημα ενημέρωσης από την τράπεζα, που του επισήμαναν την κίνηση ενός μεγάλου ποσού, καθώς και ότι η εντολή είχε δοθεί από το λογιστήριο της επιχείρησης. Και πιο συγκεκριμένα, από εμένα.

«Να είσαι σίγουρος πως δεν πρόκειται να δουλέψεις ποτέ ξανά ως λογιστής! Θα φροντίσω να σε εξαφανίσω. Θα σε κάνω ένα μηδενικό που δεν θ’ αξίζει τίποτα», ήταν τα τελευταία του λόγια.

Όταν με ρώτησαν, είπα πως δεν το είχα δει. Η αλήθεια είναι όμως πως όντως, το είχα κάνει εσκεμμένα για δυο λόγους. Ο πρώτος ήταν ότι το γραφείο μου βλέπει προς τη θάλασσα. Από όταν πνίγηκε η γυναίκα μου δεν άντεχα άλλο να την βλέπω. Όταν καμιά φορά θύμωνε, αλλά κι αργότερα όταν η διάθεση της χάλαγε, κατέφευγε στη θάλασσα. Μόνο εκεί έβρισκε την ηρεμία της. Βούταγε και κράταγε την αναπνοή της όσο μπορούσε. Κάθε βουτιά και λίγο παραπάνω. Όταν έβγαινε, έλεγε πως κάθε φορά ήταν σαν να ξαναγεννιόταν και πως έτσι έβλεπε τον κόσμο από την αρχή.

Για εκείνη τίποτε άλλο δεν είχε σημασία.

Μέσα μου ήξερα πως κάτι συνέβαινε, αλλά φοβήθηκα μην πω κάτι λάθος και φύγει μακριά μου. Ώσπου έφυγε για εκεί όπου δεν γυρίζεις πίσω. Έφυγε προτού καταλάβω το μοτίβο της.

Ο δεύτερος ήταν ότι επιστρέφεις συνειδητά εδώ, μόνο όταν κάνεις μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή σου που δεν έγινε μέσω του παιχνιδιού. Έτσι, αναγκάστηκα να χάσω τη δουλειά μου με αυτόν τον τρόπο. Εδώ μπορείς να παίξεις για τα πάντα. Ακόμα και για να διεκδικήσεις μια ζωή πίσω.

Κοιτάζω το πάτωμα και διαπιστώνω πως είναι σαν να στέκομαι πάνω σε νερό. Η παραμικρή κίνηση δημιουργεί στην επιφάνεια μικρούς κυματισμούς, που απλώνονται και διασταυρώνονται, με εκείνους των άλλων παιχτών. Αν πρόκειται για κάποιου είδους αστείο, το βρίσκω άρρωστο.

Κάνω να μιλήσω, αλλά βήχω. Ο λαιμός μου έχει ξεραθεί. Τα φώτα πάνω μου φαίνονται τώρα ενοχλητικά ενώ ο καπνός από τα γύρω τραπέζια δεν κάνει την κατάσταση ευκολότερη.

Πάω να βγάλω το σακάκι, που νιώθω ότι με βαραίνει, αλλά η κρουπιέρης με σταματά. Μου επισημαίνει με το γνώριμο πλέον ύφος πως «γνωρίζουμε ότι το συγκεκριμένο ενδυματολογικό στυλ δεν είναι του γούστου σας, αλλά θα θέλαμε να επιμείνουμε, να συνεχίσετε να το φοράτε σε όλη τη διάρκεια που θα βρίσκεστε εντός των εγκαταστάσεων. Το απαιτεί ο ενδυματολογικός κανόνας».

Λες κι ήμουν κανένας πρωτάρης. Η φωνή συνεχίζει να μου φαίνεται γνώριμη. Ένα πρόσωπο έρχεται στιγμιαία στο μυαλό μου και φεύγει προτού προλάβω να το συγκρατήσω. Αν της μιλήσω κι άλλο και επικεντρωθώ σ’ αυτό, θα μάθω.

«Και ποιος βάζει τους κανόνες;» ρωτάω με προσποιητή αφέλεια.

«Μα, η διοίκηση!» μου απαντά κοφτά, σαν να ήταν κάτι που όφειλα να γνωρίζω. Μόνο που ο ήχος της φωνής είναι τώρα ίδιος με της… Αποκλείεται. Δεν μπορεί. Σίγουρα κάνω λάθος, αλλιώς δεν εξηγείται. Πρέπει να κάνω λάθος. Η σκέψη όμως ότι μπορεί να ισχύει επιμένει. Δεν φεύγει.

Μέσα μου, όσο κι αν θέλω να μην το παραδεχτώ, ξέρω πως είναι αλήθεια.

Γυρίζω το κεφάλι μου ψάχνοντας για κάποιο παράθυρο, αλλά δυστυχώς δεν βλέπω κανένα. Το δωμάτιο μοιάζει να μην έχει τέλος. Υπάρχουν μόνο τραπέζια. Ατελείωτα τραπέζια, το καθένα με τον δικό του παίχτη και τον αντίστοιχο κρουπιέρη. Οι περισσότεροι φαίνονται να παίζουν. Μερικοί λίγο πιο τολμηρά, άλλοι πιο επιθετικά, κάποιοι πολύ πιο συγκρατημένα, σχεδόν δειλά θα έλεγα.

 

Μια νεαρή γυναίκα δυο τραπέζια αριστερά μου κλαίει. Να έχασε άραγε; Κοιτάζω καλύτερα και διακρίνω πως στο πρόσωπο της δεν διαγράφεται πόνος ή απελπισία. Συμπεραίνω τότε πως ίσως κλαίει από χαρά. Επειδή όμως δεν ακούω κανέναν ήχο, πέρα απ’ τον ανεμιστήρα, πείθω τον εαυτό μου ότι αυτό συμβαίνει. Έχει σώμα σφριγηλό κι οι κινήσεις των χεριών της, όπως παίζει τις μάρκες της, είναι ντελικάτες. Είναι εκπληκτικό το πόσο μοιάζει στη γυναίκα μου, την Μαρία. Το χτένισμα τους είναι μάλιστα παρόμοιο, ενώ το φόρεμα της είναι κάτι που θα άρεσε και σ’ εκείνη. Μέχρι και οι εναλλαγές της διάθεσής της είναι ίδιες. Αστραπιαίες και με τρομερές μεταπτώσεις.

Πρέπει να τρελαίνομαι. Από την λαχτάρα μου να τη δω και να την κρατήσω αγκαλιά, έστω κι αν είναι μόνο για μια φορά ακόμη, τη βλέπω και την ακούω παντού. Λογικά αυτό συνέβη και με τη φωνή του κρουπιέρη πριν λίγο. Παρ’ όλα αυτά συνεχίζω να την κοιτάζω καθώς η ομοιότητα τους είναι τρομακτική.

Ακόμα κι ο τρόπος που πιάνει με το δεξί της χέρι το σκουλαρίκι της στο αντίστοιχο αυτί, με το κεφάλι της ελαφρά γερμένο δεξιά, μου τη θυμίζει. Η Μαρία βέβαια το ‘κανε ασυναίσθητα, όταν της διάβαζα κάτι που την ενδιέφερε. Σαν να ζύγιζε προσεκτικά την κάθε λέξη που έλεγα. Η κίνηση όμως αυτής της γυναίκας επαναλαμβάνεται κάθε φορά που ποντάρει.

Ίσως το κάνει για να της φέρει γούρι. Τουλάχιστον αυτή παίζει, σκέφτομαι.

Αν γύριζε να με κοιτάξει, και να μου χαμογελάσει, ίσως έβρισκα κι εγώ το κουράγιο για να παίξω. Θα ήμουν ευγνώμων έστω και σε ένα νεύμα του κεφαλιού της. Δείχνει όμως ν’ αγνοεί ακόμα και την ύπαρξη μου, καθώς είναι τελείως απορροφημένη στο παιχνίδι της. Ίσως θα έπρεπε να κάνω κι εγώ το ίδιο. Αν ισχύει όμως αυτό που σκέφτηκα, ότι η κρουπιέρης είναι η Μαρία, αλλάζουν όλα. Θα ξοδέψω τον υπόλοιπο χρόνο που μου απομένει μαζί της. Κοιτάζω την κλεψύδρα κι ο χρόνος δεν είναι αρκετός.

Αν δεν είναι, τότε πρέπει να τη βρω το συντομότερο και να φύγουμε μαζί. Πώς όμως, όταν το μέρος δείχνει να είναι τόσο αχανές; Ούτε ταβάνι δεν έχει, για όνομα του Θεού! Υπάρχει μόνο ένα μαύρο, πηχτό και αδιαπέραστο σκοτάδι. Κι αν υπάρχουν κι άλλες αίθουσες και δεν την βρω ποτέ; Η σκέψη αυτή με ταράζει και μερικές μάρκες που κρατούσα στο χέρι πέφτουν κάτω. Ενώ τις μαζεύω, σκέφτομαι ότι η κρουπιέρης λογικά θα ξέρει.

«Πέρα απ’ αυτήν εδώ την αίθουσα, υπάρχουν κι άλλες όπου παίζει κανείς τυχερά παιχνίδια;»

«Αίθουσες; Τυχερά;» μου απαντάει με μια δήθεν έκπληξη που αγγίζει την ειρωνεία.

«Να, ξέρεις· κουλοχέρηδες, μπλακ τζακ, ζάρια. Δεν αντέχω καθόλου τον ήχο της μπίλιας.»

«Αν θέλει ο κύριος να δοκιμάσει την τύχη του αλλού, φοβάμαι πως αυτό είναι αδύνατο. Όλοι οι κύριοι και οι κυρίες έχουν καθοριστεί στο αντίστοιχο παιχνίδι των δυνατοτήτων τους.»

«Και ποιος αποφασίζει για το πού πάει ο καθένας;» ρώτησα, αν και μέσα μου γνώριζα ήδη την απάντηση.

«Μα η διοίκηση φυσικά!» απάντησε κι έκρυψε γρήγορα το στόμα της καθώς της ξέφευγε ένα γελάκι που ο ήχος του θύμιζε εκείνον μιας ύαινας.

«Κι αν ήθελα να παίξω κάτι παρεμφερές; Θες να μου πεις ότι η διοίκηση δεν δίνει επιλογές;»

«Όπως;» ρωτάει με άπληστο ενδιαφέρον λες και έχει μαντέψει ήδη τη συνέχεια.

«Όπως ρώσικη ρουλέτα», απαντάω και η σιγή που ακολουθεί είναι σαν να έχω ρίξει ήδη την σφαίρα. Αμέσως μετανιώνω που ρώτησα.

«Δεν μοιάζετε ούτε τόσο τολμηρός ούτε τόσο απελπισμένος για να καταφύγετε εκεί. Ακόμα δηλαδή. Αλλά αν επιμένετε, σαφώς και γίνεται δεκτή μια τέτοια αλλαγή. Μπορεί, αυτό να είναι που σας χρειάζεται για να παίξετε. Λίγη συγκίνηση. Λίγη αδρεναλίνη. Σκεφτείτε το και πείτε μου.»

Συλλογίζομαι ποιο ήταν το τελευταίο νούμερο που έπαιξα και μου έκατσε. Ήταν το 31; Ναι, αυτό ήταν. Τόσο είχε ο μήνας την ημέρα που τη γνώρισα. Μάιος. Στο ξενοδοχείο δεν είχα πάει απ’ την αρχή της σεζόν. Την δουλειά την πήρα γιατί ο προηγούμενος λογιστής είχε φύγει για δικούς του προσωπικούς λόγους. Την πρώτη μέρα την πέρασα όλη μέσα στο γραφείο, βγάζοντας τους μισθούς του προσωπικού καθώς επίσης και τις πληρωμές για διάφορους προμηθευτές. Όταν τελείωσα ήμουν εξαντλημένος. Καθώς ήταν πλέον αργά για να πήγαινα κάτω στη χώρα για ένα ποτό, πήρα άδεια απ’ τον διευθυντή και πήγα στο μπαρ του ξενοδοχείου. Έτυχε και εκείνο το βράδυ είχε βάρδια εκείνη.

«Καλησπέρα σας! Με συγχωρείτε, αλλά να σας ενημερώσω ότι σε λίγο κλείνουμε.»

«Αλήθεια; Κρίμα. Πίστευα ότι θα προλάβαινα.»

«Μην ανησυχείτε, μόλις πριν λίγο πήραν τηλέφωνο οι πάνω και μου είπαν να σας περιμένω.»

«Πάλι καλά. Είχα μια δύσκολη μέρα και πραγματικά το χρειαζόμουν. Και θα σε παρακαλέσω να μου μιλάς στον ενικό. Νίκος, από το λογιστήριο.»

«Χάρηκα, Μαρία. Τότε να προσέξω μην πιεις πολύ. Δεν θα ήθελα να βάλεις κατά τύχη κανένα νούμερο λάθος και να το ‘χω βάρος. Αλλά απ’ την άλλη, αν πρόκειται για τον μισθό μου να κεράσω.»

«Δεν έχω σκοπό ούτε να πιω παραπάνω, ούτε και να σε καθυστερήσω να σχολάσεις. Εξάλλου δεν πιστεύω σ’ αυτό που λένε “τύχη”. Πιστεύω πως όλα έχουν το μοτίβο τους.»

«Αν όμως καταφέρω και μαντέψω τι ποτό πίνεις, τότε θα πίστευες;»

«Κι αν δεν το βρεις;»

«Αν κάνω λάθος, έχουμε την υπόλοιπη σεζόν μπροστά μας για να σου το αποδείξω!»

Το ποτό που διάλεξε ήταν λάθος. Δεν της το είπα όμως για να χαρεί. Τη γνώμη μου πάντως μια φορά δεν κατάφερε να μου την αλλάξει και αυτό της το είπα. Οι προσπάθειές της συνεχίστηκαν για τους επόμενους μήνες και σύντομα κατάλαβα πως ήθελα να συνεχίζει να προσπαθεί για όλη μας τη ζωή. Μόνο όταν μου είπε το «ναι», έναν χρόνο ακριβώς μετά, ένιωσα τυχερός και ήταν η μοναδική φορά που το πίστεψα. Ήταν επίσης και η μοναδική φορά που ρίσκαρα σε τούτο το παιχνίδι.

Έπειτα σταμάτησα να παίζω. Διάλειμμα, είπα.

Μπορεί και να φοβήθηκα όταν ο τότε διπλανός μου, ύστερα από ένα πολύ κακό σερί, άρχισε να σκορπά βίαια στο πάτωμα τις μάρκες του.

Τότε το φως από πάνω του, άρχισε αργά αργά να σβήνει. Παρ’ όλο που έπεσε στα γόνατα και παρακαλούσε κλαίγοντας για άλλη μια ευκαιρία, οι ικεσίες του έπεσαν στο κενό. Στο ίδιο κενό που στο τέλος τον κατάπιε. Το θέαμα να βλέπεις έναν άνθρωπο να χάνεται έτσι, ήταν αποτρόπαιο. Αλλά όσο και να προσπάθησα, δεν μπόρεσα ν’ αποστρέψω αλλού τα μάτια μου. Το φως άνοιξε έπειτα από λίγο ξανά, έχοντας πάρει τη θέση του ένα παιδί.

«Επιτρέπεται άραγε τα παιδιά να παίζουν; Είναι νόμιμο αυτό;» ρώτησα έξαλλος τον κρουπιέρη, αλλά απάντηση δεν πήρα. Το παιδί όμως δεν έδειχνε να δίνει ιδιαίτερη σημασία και ξεκίνησε ευθύς αμέσως να παίζει.

Θέλησα να φωνάξω, να μιλήσω με κάποιον υπεύθυνο, αλλά μια στράκα από τα δάχτυλα του με επανέφερε στο παιχνίδι, δείχνοντάς μου πού θα έπρεπε να βρίσκεται η προτεραιότητά μου.

Επόμενο στοίχημα παρακαλώ; με ρωτάει και γυρίζω πίσω στο τώρα. Κοιτάζω τον σωρό από τις μάρκες που μου απομένουν και μου φαίνονται λίγες. Αν τις παίξω και χάσω, θα χαθώ κι εγώ με τη σειρά μου στο κενό; Δεν θέλω να το διακινδυνέψω. Όχι προτού βρω το μοτίβο και ξέρω πως θα κερδίσω στα σίγουρα την Μαρία πίσω.

«Με συγχωρείτε, μπορώ να αλλάξω τις μάρκες μου;» ρωτάω, ελπίζοντας πως έτσι θα κερδίσω λίγο χρόνο μέχρι να παίξω και το σκεφτώ καλύτερα. Δεν μπορεί να είναι απλά τυχαίο.

«Οι παίχτες πρέπει, σύμφωνα πάντα με τους κανόνες, να ποντάρουν μόνο, με τις μάρκες της αρχικής τους στάκας. Εξαιρέσεις δεν δύναται να γίνει για κανέναν.»

«Όχι, εννοούσα να σπάσω αυτές που έχω σε μικρότερα ποσά.»

«Το έχετε ήδη ζητήσει κάποιες φορές, όχι ότι υπάρχει όριο, αλλά οφείλω να σας υπενθυμίσω, πως μικρότερα ποσά συνεπάγονται μικρότερες αποδόσεις.»

Πόσο καιρό βρίσκομαι εκεί; Κι οι μάρκες μου; Τι απέγιναν οι μάρκες μου; Ποιο να ήταν το αρχικό ποσό; σκέφτομαι ενώ υπολογίζω πανικόβλητα πως μάλλον δεν έχω το απαραίτητο απόθεμα που μπορεί να απαιτείται για το είδος του στοιχήματος που θέλω να κάνω.

«Να προχωρήσουμε τελικά στην συνδιαλλαγή ή μήπως προτιμάτε να παραμείνουν οι μάρκες ως έχουν;» ρωτάει, ενώ την κοιτάζω αποσβολωμένος καθώς καταλαβαίνω ότι θα πρέπει να παίξω με ό,τι έχω αναγκαστικά.

«Κύριε; Τελικά τι αποφασίσατε; Δεν θέλω να σας πιέζω, αλλά ο χρόνος σας τελειώνει.»

«Τι; Α ναι, παρακαλώ, προχωρήστε,» απαντάω συγχυσμένος. Και αν δεν υπάρχει μοτίβο; Αν το μόνο που χρειάζεται είναι να ποντάρεις στο σωστό νούμερο;

Η κρουπιέρης κάνει την αλλαγή και τις αφήνει μπροστά μου. Ξεκινά να γυρίζει τη ρουλέτα λες κι έτσι θα με πείσει να παίξω. Την κοιτάζω και αυτή τη φορά την βλέπω πιο καθαρά. Ο τρόπος κι η ταχύτητα που γυρίζει μου φέρνει στον νου μια δίνη. Με τραβάει μέσα της. Δεν είναι εύκολο να της αντισταθεί κανείς. Στο τέλος θα με ρουφήξει. Αν είχα τουλάχιστον ένα ποτό…

Η κρουπιέρης σπρώχνει ένα ουίσκι μπροστά μου το ίδιο απαθής με πριν. Σηκώνω το ποτήρι και πίνω μια γουλιά. Είναι με δυο πάγους, όπως ακριβώς μου αρέσει. Όπως όμως το κρατάω κοντά στο φως, διακρίνω πως μέσα στον κάθε πάγο, υπάρχει από μια εικόνα. Κλείνω τα μάτια, ελπίζοντας πως έχω δει λάθος. Αλλά όχι. Όταν τα ανοίγω ξανά, οι εικόνες είναι ακόμα εκεί. Η δική μου και της Μαρίας. Σίγουρα κάτι θα ‘χει ρίξει μέσα και το βλέπω αυτό.

«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το ποτό; Μήπως δεν είναι της αρεσκείας σας;» λέει και σκύβει εμπρός και τότε βλέπω πως το πρόσωπο της είναι ίδιο με της Μαρίας! Κάνω σοκαρισμένος ένα δυο βήματα προς τα πίσω, αφήνοντας το ποτήρι στο τραπέζι. Τότε βάζει το χέρι της μέσα στο ποτήρι και παίρνει τους δυο πάγους.

«Θα παίξετε;» με ρωτάει ενώ τους κρατά επιδεικτικά στην ανοιχτή παλάμη της.

Έχω μαρμαρώσει. Βλέπω τους πάγους να λιώνουν και το μόνο που θέλω είναι να της σπάσω το ποτήρι στα μούτρα και ν’ αρχίσω να ουρλιάζω μπας και αποκτήσει μια κάποια έκφραση. Όποια!

«Τικ τακ», λέει ενώ κουνάει τον δείκτη του άλλου χεριού σαν μετρονόμο. «Η ώρα προχωρά και εσείς, πρέπει επιτέλους να παίξετε».

Ακόμη και τώρα σκέφτομαι πως θα αναβάλλω, για λίγη ώρα ακόμη, το παιχνίδι. Στο μυαλό μου γυρίζουν συνέχεια οι λέξεις «μοτίβο», «επιλογή», «νούμερο», «τύχη».

Ξαφνικά, συνειδητοποιώ, ότι στην Μαρία δεν είχα πει ποτέ τελικά ποιο ήταν το αγαπημένο μου ποτό. Ακόμα κι αφού γίναμε ζευγάρι, όταν βγαίναμε έξω, πάντα έπαιρνα εκείνο που είχε βάλει τότε, την πρώτη φορά που είχαμε γνωριστεί. Άρα η κρουπιέρης δεν μπορεί να είναι η Μαρία!

Με τρόμο παρατηρώ τότε πως το πρόσωπο της αλλοιώνεται. Τα μάτια της χάνονται, όπως κι η μύτη και τα μαλλιά της. Όλα εξαφανίζονται. Όλα εκτός από το στόμα της, που μένει να χαμογελά απροσδιόριστα. Παίρνει τον πάγο με την εικόνα της Μαρίας και τον βάζει στο στόμα της.

«Επόμενο νούμερο που θα ήθελε να παίξει ο κύριος;» ρωτάει μασώντας απολαυστικά.

Κάνω να φωνάξω αλλά φωνή δεν βγαίνει. Καταλαβαίνω το πάτωμα να αλλάζει. Από στέρεο που ήταν γίνεται υγρό. Βυθίζομαι. Πρέπει να δράσω ή τώρα ή ποτέ.

Αρχίζω να τρέχω μακριά από το τραπέζι μου χωρίς να επιλέξω κατεύθυνση. Απλά τρέχω. Το βλέμμα μου αντί να είναι καρφωμένο μπροστά ψάχνει μήπως δει πουθενά την Μαρία. Οι υπόλοιποι παίχτες γυρίζουν και με κοιτάζουν με λύπη καθώς περνάω ανάμεσα τους. Κάνω όμως το λάθος, και διακινδυνεύω μια ματιά πίσω μου και βλέπω τα φώτα να κλείνουν. Το μόνο που μ’ ακολουθεί, είναι εκείνο το σκοτάδι που ολοένα κερδίζει έδαφος. Πρέπει κάπως να το ξεχάσω για να μη σταματήσω. Αρκεί να συγκεντρωθώ σε κάτι, μια εικόνα, που θα με βοηθήσει να συνεχίσω.

Μαρία…

Η ανάμνηση που μου έρχεται είναι από το τελευταίο καλοκαίρι που περάσαμε μαζί στο νησί όπου δουλεύαμε. Θυμάμαι ξεκάθαρα πως ήταν το πρώτο μας κοινό ρεπό ύστερα από καιρό. Μόλις είχαμε γυρίσει απ’ τη θάλασσα στο δωμάτιο μας. Στα σκαλιά όπως ανεβαίναμε, είπαμε να κάνουμε αγώνα για το ποιός θα φτάσει πρώτος στο μπάνιο. Θυμάμαι τις πατημασιές από άμμο, που αφήσαμε στα πλακάκια. Τα ρούχα που σκορπίσαμε γελώντας. Την ζέστη εκείνου του απογεύματος και πως το δωμάτιο είχε βαφτεί χρυσό. Θυμάμαι πως κέρδισα αλλά πως είχε μπει μαζί μου για ντουζ. Θυμάμαι το νερό να πέφτει με ορμή πάνω μας, αγκαλιάζοντας μας, όπως αγκαλιάζαμε άγρια ο ένας τον άλλο. Τα χάδια, τα φιλιά…

Τα «σ’ αγαπώ».

Χάθηκα στην ανάμνηση και όλη αυτήν την ώρα το νερό έχει γεμίσει τον χώρο. Κουράστηκα να κολυμπάω. Ήδη μπαίνει μέσα μου. Δεν ξέρω πόσο ακόμα μπορώ να αντέξω. Άραγε έτσι να έγινε και μ’ εκείνη; Απλά κάποια στιγμή κουράστηκε και εγκατέλειψε την προσπάθεια; Καταπίνω κι άλλο νερό. Μήπως αυτό την βάρυνε, όπως βαραίνει τώρα και εμένα, και να βυθίστηκε; Πάντα μου άρεσε η σκέψη πως το έκανε για να στολίσει σαν κοράλλι το βυθό.

Αν αφεθώ, ίσως να τη συναντήσω.

Ίσως να είναι ο μόνος τρόπος. Ο μόνος δρόμος κι ας είναι μονόδρομος.

Δεν είναι όμως αυτή η επιλογή μου! Μας αξίζει να ζήσουμε μαζί. Για χάρη μας, αξίζει να το προσπαθήσω. Απλώνω το ένα χέρι μου μπροστά. Είμαι τυχερός! Κάτι έπιασα. Κάτι να στηριχτώ. Το γραπώνω με τα δυο μου χέρια, σηκώνομαι όρθιος και..

Βρίσκομαι πίσω ξανά στο ίδιο τραπέζι με την ίδια κρουπιέρη να με περιμένει να παίξω.

Μέσα μου όμως τώρα ξέρω ποιο θα παίξω. Θα παίξω το μηδέν. Το λεγόμενο ζερό.

Της κάνω νόημα να ξεκινήσει να γυρίζει τον τροχό και έπειτα να γυρίσει πλάτη. Το χέρι μου τρέμει από το άγχος καθώς τοποθετώ όλη τη στάκα από τις μάρκες μου στο νούμερο που πίστεψα.

Ακούω τη μπίλια που ταλανίζεται καθώς ψάχνει θέση για να βολευτεί. Ανάβω τσιγάρο και τελειώνω το υπόλοιπο ποτό μου. Κοιτάζω την κλεψύδρα και περιμένω ν’ αδειάσει.

Η μπίλια έκατσε. Σκοτάδι.

Κι αμέσως πάλι, φως.

Βρίσκομαι πάλι στο τραπέζι αλλά πέτυχα αυτό που ενδόμυχα πάντα ήθελα. Να μην παίζω. Ο κύριος μπροστά μου, φαίνεται το ίδιο μπερδεμένος όπως εγώ πιο πριν. Ίσως μάλιστα ν’ αναρωτιέται τα ίδια μ’ έμενα. Μέσα μου όμως οι κανόνες είναι πλέον σαφείς. Ξέρω τι πρέπει να του πω:

«Τοποθετήστε, παρακαλώ, το στοίχημά σας.»

 

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δεύτερου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly