frear

Hopkins Forest – του Υβ Μπονφουά

Μετάφραση: Κατερίνα Χατζοπούλου

Είχα βγει
Να πάρω νερό απ’ το πηγάδι, πλάι στα δέντρα,
Όταν αντίκρισα έναν άλλο ουρανό.
Είχαν χαθεί οι αστερισμοί που υπήρχαν πριν μια στιγμή,
Σε όλο σχεδόν τον θόλο τ’ ουρανού,
Το πιο πυκνό βασίλευε σκοτάδι,
Όμως πέρα αριστερά, πάνω απ’ τον ορίζοντα,
Στων βελανιδιών είχε πιαστεί την κορυφή
Ένα σμήνος άστρα με πορφυρές ανταύγειες
Όμοιες με φλόγες απ’ όπου ανέθρωσκε καπνός.

Γύρισα πίσω
Κι άνοιξα πάλι το βιβλίο στο τραπέζι.
Σε κάθε σελίδα, μία προς μία,
Αξεδιάλυτα πρόβαλλαν σημεία,
Σωροί σχημάτων δίχως νόημα
Αν κι αορίστως επαναλαμβανόμενα,
Κι από κάτω ένα αβυσσαλέο λευκό,
Ό,τι ονομάζουμε πνεύμα σαν να έπεφτε εκεί, αθόρυβα,
Σαν χιόνι.
Κι όμως συνέχισα να γυρίζω τις σελίδες.

Χρόνια πριν,
Σ’ ένα τρένο, ξημερώματα,
Ανάμεσα στο Πρίνστον Τζάνξιον και το Νιούαρκ,
Δυο μέρη τυχαία δηλαδή για μένα,
Δυο βέλη ριγμένα απ’ το πουθενά,
Οι επιβάτες διάβαζαν, σιωπηλοί
Μες στο χιόνι που σάρωνε τα γκρίζα τζάμια,
Όταν αίφνης,
Σε μια ανοιχτή εφημερίδα,
Μια μεγάλη του Μπωντλαίρ φωτογραφία, ολοσέλιδη
Πρόβαλε εμπρός μου
Όπως αδειάζει ο ουρανός στο πέρας του κόσμου
Για να συναινέσει στων λέξεων το χάος.

Έφερα κοντά εκείνο τ’ όνειρο και την ανάμνηση
Βαδίζοντας, ένα ολόκληρο φθινόπωρο,
Σε δάση όπου δεν άργησε να έρθει το χιόνι
Θριαμβεύοντας, σε πολλά απ’ τα σημάδια εκείνα
Που λαμβάνουμε, με τρόπο αντιφατικό,
Απ’ τον ρημαγμένο απ’ τον λόγο κόσμο.
Η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο αρχές έμοιαζε
Να λαμβάνει τέλος, να σμίγουν δυο φωτεινές πηγές,
Τα χείλη της πληγής να κλείνουν.
Η λευκή μάζα του ψύχους ριχνόταν θυελλώδης
Στο χρώμα, όμως μια στέγη πέρα μακριά, μια σανίδα
Βαμμένη, στεκόταν όρθια σε μια σιδεριά,
Κι ήταν χρώμα ακόμη ζωντανό, μυστηριώδες
Σαν κάποιον που βγαίνοντας απ’ το μνήμα, γελώντας:
«Όχι, μη μ’ αγγίζεις», θα έλεγε στον κόσμο.

Οφείλω στ’ αλήθεια πολλά στο Hopkins Forest,
Το φυλάσσω στον ορίζοντά μου, στο κομμάτι του εκείνο
Που εγκαταλείπει το ορατό για το αόρατο
Μ’ ένα τρέμισμα του γαλάζιου στο βάθος.
Το αφουγκράζομαι, μέσα απ’ τους θορύβους, και κάπου κάπου,
Το καλοκαίρι, σπρώχνοντας με την άκρη του ποδιού τα νεκρά φύλλα
Άλλων χρόνων, έτσι όπως φέγγουν στο μισόφωτο
Των πυκνών βελανιδιών ανάμεσα στις πέτρες,
Κοντοστέκομαι, νιώθω το έδαφος ν’ ανοίγεται
Στο άπειρο, τα φύλλα να πέφτουν
Χωρίς βιάση, άλλοτε να αιωρούνται πάλι, ψηλά, χαμηλά,
Τίποτα δεν υπάρχει πια, μήτε θόρυβος υπάρχει, παρεκτός το ανεπαίσθητο
Θρόισμα των νιφάδων που σε λίγο
Πληθαίνουν, πυκνώνουν, ανταμώνουν
– Και τότε αντικρίζω ξανά εκείνον τον άλλο ουρανό,
Εισδύω για μια στιγμή στο απέραντο χιόνι.

⸙⸙⸙

[Από την ποιητική συλλογή Αρχή και τέλος του χιονιού, που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση Les Planches courbes précédé de Ce qui fut sans lumière et de La vie errante (Paris, Gallimard, coll. « Poésie », 2015). Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δεύτερου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly