frear

Τρία ποιήματα – του Αντώνη Ψάλτη

«κοντολογίς δεν γράφω όταν έχω χρόνο, αλλά στην εξορία του»

τι κι αν τα πάντα και το παν
είν’ ένα τίποτα;
αποκλείεται να είναι μηδαμινά!

ωστόσο εμείς αιθέρια
(μα και πανέμορφοι, δε λέω)
αθύρματα τύχης τε κι ατυχίας
ακόμη δεν (άραγε πότε;) νοήσαμε
τι να ζυγιάζουμε για συμφερότερο·

τίτλος: άοπλοι μπροστά στον άφευκτο θάνατο

άοπλοι μπροστά στον άφευκτο θάνατο
γδέρνουμε με κέρματα τα λίγα μας μερόνυχτα,
(ούτε καν ένα δεν κρατάμε για του μύθου την πλαγιά)
άοπλοι μπροστά στον άφευκτο θάνατο
αλυσοδένουμε στο άχρονο του φέρετρου την ισότητα
ξαπολύοντας ελεύθερα μίση,
άοπλοι μπροστά στον άφευκτο θάνατο
στο τέλος αποψιλώνουμε το στήθος μας
μα ξέρουμε, τουλάχιστον, αναμεταξύ μας
υπέροχα κι ευφάνταστα να πολεμάμε.
όταν όμως αίμα δεν περισσεύει
νοθεύουμε τον σκοτωμό με γλυκανάλατη ειρήνη
ποιος, άλλωστε, το κόλπο δεν γνωρίζει;
(κι εγώ, άμα θελήσω,
μα τους θεούς του Ολύμπου,
καλύτερα απ’ όλους)
λίγο κόβοντας από δω, λίγο ράβοντας από κει
όλα κυλάν
άλλοτε ευκολοδύσκολα, άλλοτε μισοαπαλά.

λοιπόν, αφού στα σίγουρα η αβάντα δεν ριζώνει
(βρες μου μια μέρα που ν’ αλλαξοπίστησαν τα χάη
μια νύχτα να έπαψαν οι άβυσσοι να χασμωδούν)
άλλο από αυτό δεν έχω να παραδεχτώ
πως από την μια του χρόνου άκρη μας όσο στην άλλη που περνάς
δεν το αξίζει να στριμώχνουμε πολλά.

για τούτο,
(για τι άλλο δηλαδή;)
παρά μονάχα, τέλος πάντων,
ευάερη για μιά,
ευήλια για μιά,
για μία ολάνθιστη αποτυχία
το συζητώ.

#

«η ιστορία που γράφεται ξανά»

(με τον τρόπο του Α.Σ.)

σ’ ένα καφέ-μπαρ
(φωτισμένο όσο επέτρεπε το φως
μιας μουντής χειμωνιάτικης ημέρας,
ψυχρό, γιατί ακόμα είναι πολύ πρωί
και η θέρμανση – λέει ο ιδιοκτήτης –
θ’ ανάβει όταν μαζεύει κόσμο το μαγαζί,
δεν είμαστε τώρα για έξοδα περιττά)
μπήκε ο μέσες-άκρες νέος άνδρας
αυτής της ιστορίας που γράφεται ξανά

λιπόσαρκος, ψηλός, ευσταλής,
ντυμένος τις διαλυμένες του μέρες
ζήτησε ένα ποτήρι νερό, ένα τσιγάρο
(ο σερβιτόρος είναι φίλος)
και τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή του μαγαζιού
(από εκεί ακούγεται μέσω youtube η μουσική),
ενώ απ’ έξω περνούσαν αδιάφορα νωθροί οι ελάχιστοι άλλοι.

διάβασε πρώτα την ιντερνετική πολιτική ειδησεογραφία,
όπως πάντα τα ίδια προβλήματα,
ύφεση, συρράξεις, μισαλλοδοξίες, ρατσισμοί,
η ίδια απαράλλαχτη δημοσιογραφική επαγρύπνηση κι ανησυχία,
έπειτα μελέτησε τ’ αθλητικά,
θα ρίξει το μεσημέρι ένα μισιακό
στοιχηματικό δελτίο των δύο ευρώ,
ενώ στην ώα των ιστοσελίδων διαφημίζονταν πηχιαία
τα sites του τζόγου και των ερωτικών γνωριμιών.

στο τέλος της ιστορίας
ο μέσες-άκρες νέος άνδρας
έψαξε στο google ένα, όποιο, site
με αγγελίες αναζήτησης εργασίας·
μπήκε στις καταχωρήσεις, πληκτρολόγησε:
«δεν υπάρχει ελπίς»
Και πάτησε το πλήκτρο της αποστολής.

#

«διαβατήριο»

άλλοι κυνηγάνε τα λεφτά
(κατανοητό)
άλλοι την εξουσία
(θα έλεγα αποκοτιά)
άλλοι τη δόξα και τη φήμη
(δεν βαριέσαι, τα σκουλήκια να ΄ναι καλά)
οι πιο ένδοξοι, βέβαια, των έρωτα των γυναικών.
εγώ, πάλι, κυνηγώ τον θάνατο.
(κι άμα τον τσακώσω τον ξεφτίλα,
δικός μου ολότελα θα γίνει).

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Zωγραφική: Susan Norrie. Δείτε τα περιεχόμενα του δεύτερου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly