frear

Του καιρού – γράφει ο Σπύρος Κιοσσές

Ι.

Τα ρούχα μας
πάγωσαν απ’ το ψύχος
κρεμασμένα όλο το βράδυ
στην αυλή.
Πού η παλιά ευλυγισία τους
πού οι πτυχώσεις, τα τσαλακώματα
τα γυρίσματα στα μπατζάκια;
Πού οι καμπύλες και οι ζάρες
όταν αγκάλιαζαν τα σώματα;
Πού τα τσακίσματα στα γόνατα
τ’ ανασηκώματα των μανικιών
και τα διπλώματα στα μπράτσα;
Ξύλιασαν
τα ρούχα μας
παραταγμένα στη σειρά
οληνυχτίς
πάνω στο σύρμα.
Τα βρήκε το πρωί κοκκαλωμένα.
Σε πλήρη ακαμψία.
Νεκρική.

ΙΙ.

Το πρωί που πήγα στο χωριό να τους δω ήταν κι οι δύο στην αυλή. Ο πατέρας μαστόρευε μια βρύση που ’χε σπάσει απ’ το κρύο. «Και σου είπα να την τυλίξεις με πετσέτα», μουρμούριζε. «Πλημμυρίσαμε. Άντε να βρεις υδραυλικό, τώρα». Η μάνα αμίλητη. Το βλέμμα χαμηλωμένο. Πλησίασα να δω. Ήταν μια δεκαοχτούρα νεκρή στο χώμα. «Απ’ το κρύο», με κοίταξε βουρκωμένη. «Τι να κάνω; Τα ταΐζω, τα ποτίζω, με τον καιρό πώς να τα βάλω;» Πατέρα, ήθελα να του πω, τα μάτια της μάνας μην πλημμυρίσουν, αυτό φρόντιζε. Μάζεψα το πουλί με μια εφημερίδα. Δεν είπα τίποτα.

ΙΙΙ.

κι ούτε λίγες
νιφάδες να στρώσει
στους δρόμους
ένα πρόσχημα, έστω
να σου δώσει ο καιρός
για το άδειο
το ’χει γυρίσει σε χιονιά
να σκεφτείς
δεν ξεμυτάει απόψε
ψυχή
όμως
ούτε καν
ένα ψέμα
λευκό
δεν χιονίζει

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δεύτερου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly