frear

Τρία ποιήματα – του Φρανθίσκο Μπρίνες

Μετάφραση από τα ισπανικά – Επίμετρο: Θεοδόσης Κοντάκης

Έρωτας στο Αγκριτζέντο
[Amor en Agrigento]

(Ο Εμπεδοκλής στον Ακράγαντα)

Είν’ η ώρα της επιστροφής των πραγμάτων,
καθώς σκεπάζεται ο κάμπος κι η θάλασσα με μιαν αργή σκιά
και χάνοντ’ οι ναοί, ξεθωριάζουν μες στο διάστημα·
τρέμουνε τα βήματά μου σε τούτο το μυστηριώδες νησί.

Σε θυμούμαι, σένα με πιότερην ομορφιά
κι από τις θεές που λατρευόντουσαν εδώ·
με περισσότερο πνεύμα, γιατί είσαι ζωντανή.
Γεμάτη αγωνία η καρδιά μου
γιατί σ’ αγαπώ,
και τίποτα δεν εξηγούν οι αρχαίες τούτες κολόνες:

Μάτια φλογερά, έναν καιρό, παρατήρησαν τη γην ετούτη
κι ανακάλυψαν των πραγμάτων διάφορες απαρχές –
και προειδοποίησαν ότι πνεύματα αντίπαλα τα ενώνουν
για να υπάρξει αλλαγή, κι έτσι να εξηγηθεί η ζωή.
Το δειλινό τούτο, με βλέμμα βαθύ, ανακάλυψα του κόσμου
την οικειότητα:
με τούτη μόνη την αρχή, που μες στα στήθια φώλιαζε,
άπλωσα πάνω στην πεδιάδα τη ματιά μου·
κι όμως η υφήλιος ζητεί το μίσος και τον πόνο για να υπάρξει,
αφού κοιτάζοντας την αναγκαστική κίνηση των πραγμάτων
είδα πως –διαμιάς– σβήνουνε,
και μαζί με τα πράγματα κι ο άνθρωπος.

Η πόλη, υπερυψωμένη, έχει αρπάξει φωτιά,
κι ακούν οι ζωντανοί μακρινά αλυχτίσματα πέρα στον κάμπο:
είναι το πέρασμα του θανάτου, καθώς χωνεύεται με τη ζωή.
Τούτες οι πέτρες οι τόσο ευγενικές, που μοναχά ο χρόνος τις αγγίζει,
δεν έχουνε πειράξει ούτε των μαλλιών σου τη λαμπράδα,
κι οι άλλες, πιο αργές, εξίσου υποφέρουνε τ’ αδυσώπητο βήμα.
Ξέρω πως για σένανε ζω μες στην αναστάτωση,
και τούτος ο πόνος της ύπαρξης ο δυνατός
ταπεινώνει τη σκέψη.
Σήμερα απωθεί το πνεύμα
τόση μυστηριώδης ομορφιά, τόση γλυκιά γαλήνη, τόση απάτη.

Ωραίος τόπος θα ’ναι τούτη πόλη για να ελπίσεις το τίποτα
άμα κιόλας ανασαίνει παγωνιά η καρδιά –
το τέλος των ημερών να στοχαστείς,
τη σάρκα να συντρίψεις.
Σήμερα όμως, πλάι στο τέμενος των θεών,
κοιτώ το μαύρο ουρανό να κατεβαίνει στη γη
και νιώθω πως είν’ η δική μου η ζωή κείνο που ξεγελά το θάνατο.

[Από τη συλλογή Palabras a la oscuridad (1966)]

Mέθοδοι απόκτησης γνώσης
[Métodos de conocimiento]

Μες στη νάρκη της νύχτας,
διασχίζοντας την πιο σκοτεινή μουσική,
ανακάλυψα ανάμεσα στα μάτια μου τα τυφλά
την εύθραυστη μαρτυρία μιας σκηνής μακρινής.

Ευωδίαζε η θάλασσα, κλέφτρα ήταν η αυγή
των ουρανών· φασματικά τα ’καμε
του σπιτιού τα φώτα.
Νεαροί ήταν οι συνδαιτυμόνες, κι ούτε πεινούσαν
ούτε διψούσαν –μες στου δείπνου το ναυάγιο
γυρεύαν το μεθύσι
και την παρδαλή τελετουργία της ηδονής. Το κρασί
ξεχείλιζε στα κολονάτα ποτήρια, ρόδιζε
το ξαναμμένο δέρμα, κοκκίνιζε το χώμα.
Μ’ έρωτα σπάταλο γυμνώνανε το στήθος
στ’ άγριο το φως, τη σάρκα, το λόγο·
και δεν τους ένοιαζε κατόπι να μη θυμούνται.
Ένα μαχαίρι ξαστοχισμένο γύρευε μια καρδιά.

Σήκωσα κι εγώ το ποτήρι μου, το πιο αλαφρύ,
γεμάτο ως τα χείλη με στάχτες:
κόκαλα χωνεμένα γερακιού και κυνηγού –
κι εκεί ήπια, δίχως δίψα, δυο εμπειρίες νεκρές.
Ήρεμη ήταν η καρδιά μου, κι ένα παιδάκι αθώο
μου σκέπασε το κεφάλι με του τρελού το καπέλο.

Τη διαυγή ματιά μου κάρφωσα
σε κάποιον που ’ξερε να διαλέγει με πιότερη σιγουριά:
κάποιος που σε μια γωνιά, με την πλάτη σ’ όλους γυρισμένη,
σήκωσε προς τα χείλη του τα κρύα
μια κούπα πήλινη με δηλητήριο.
Κι αφού ήπιε στην υγειά του μηδενός
χάθηκε γοργά ανάμεσα στις σκιές.

[Από τη συλλογή Aún no (1971)]

Οι δυο μου πραγματικότητες
[Mis dos realidades]

Ήμουν ένας μικρός θεός: αθάνατος γεννήθηκα.
Ένας χρυσός απεσταλμένος,
αθάνατα άφηνα και ζωντανά της θαλάσσης τα νερά
και γύρευα απείραχτο να κρατήσω το σώμα μες στη φρεσκάδα του·
κατοικούσε κείνο τους πορτοκαλεώνες με μέλισσας τραγούδι,
και λυγίζανε τ’ ανθισμένα κλαδιά απ’ την αφθονία των καρπών.
Απέραντο, γλυκύτατο, κατέβαινε το γαλανό
στ’ αψηλότερα των πεύκων τα κλαριά,
κι αγέρι, αόρατο, τα σάλευε.
Φως ήταν η σιωπή.
Μέσ’ από των ματιών μου το πιο ισχυρό κέντρο
έσχιζα εγώ τα πέπλα των ανέμων,
των νυκτών το πέταγμα το γαλήνιο
και μες στο φλογερό ρόδισμα από ’να δάκρυ
σίμωνε η γέννηση των άστρων.
Γυμνός ήταν ο κόσμος, μονάχα εγώ τόνε θαύμαζα.
Κι όλα τα κατόρθωνε η αθωότης.

Ακόμα κρατεί ο κόσμος. Και υπάρχουμε.
Κοιτάξτε με τώρα, θνητό· μα κι ένοχο.

[Από τη συλλογή Insistencias en Luzbel (1977)]

⸙⸙⸙

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Είμαι μονάχα ένας στεναγμός που ομιλεί τον αφανισμό του.
F. Brines

Ο Francisco Brines, γεννημένος στην περιοχή της Βαλένθια το 1932, είναι ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή Ισπανούς ποιητές. Ανήκει στους βασικούς εκπροσώπους της λεγόμενης «Γενιάς του 1950», μαζί με τον Jaime Gil de Biedma, τον Claudio Rodríguez κ.ά. Πρόκειται για μια γενιά τραυματισμένη από τον Εμφύλιο και την εγκαθίδρυση του φρανκισμού. Τα γεγονότα αυτά εξηγούν και τη σχετική καθυστέρηση με την οποία οι περισσότεροι από αυτούς εμφανίστηκαν στο προσκήνιο: η πρώτη ποιητική συλλογή (Las Brasas) του Μπρίνες δημοσιεύτηκε μόλις το 1960. Μια ενότητα από αυτήν εκδόθηκε σε τόμο στα ελληνικά (Ποιήματα της παλιάς ζωής), σε μετάφραση Τ. Δενέγρη. Τι απέγινε όμως ο Βαλενθιάνος ποιητής μετά από το πρώτο τούτο λυρικό φανέρωμα;

Όπως έχει διαπιστώσει η κριτική, οι συλλογές που ακολούθησαν αποτελούν αντίστοιχους αναβαθμούς εξέλιξης της ποιητικής του δημιουργίας (και φόρμας), αναδεικνύοντας ένα ολοκληρωμένο –διαυγές, όσο και ζοφερό ποιητικό όραμα. Η ώριμη ποίηση του Μπρίνες μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας εμβριθής στοχασμός πάνω στο πέρασμα του Χρόνου. Θέματα που επανέρχονται είναι: η αγωνία για την ανυπαρξία, η αίσθηση της ζωής ως πλάνης, η ενοχή. Για το έργο του, ο ποιητής έλαβε φέτος (2020) το μέγιστο βραβείο των ισπανικών γραμμάτων, το Βραβείο Θερβάντες.

Στην παρουσίαση αυτήν μεταφράστηκαν, αντιστοίχως, τρία ποιήματα από τις επόμενες τρεις συλλογές του Μπρίνες, ώστε ο αναγνώστης να έχει μια πρώτη αίσθηση της εξέλιξης του ποιητικού του στοχασμού. Έτσι, το τελευταίο από τα παρουσιαζόμενα ποιήματα ανήκει στη δεύτερη ενότητα («Επιμονή της πλάνης») της συλλογής που αποκρυσταλλώνει τη μεταφυσική του σπουδαίου Ισπανού ποιητή. Χαρακτηριστικά, η ενότητα ξεκινά μ’ ένα τετράστιχο, το οποίο θα μπορούσε ν’ αποδοθεί ως εξής:

Αθώοι γεννηθήκαμε· ένοχοι σήμερα.
Τι μας σημαίνει ο Χρόνος; Αφανισμό.
Αθάνατοι γεννιόμαστε· σήμερα θνητοί.
Τ’ όνομα της ζωής είναι Πλάνη.

Η οντολογία του ποιητή παραπέμπει εν μέρει στον Καθολικισμό, ενώ εξάλλου το αντίστοιχο ποίημα που μεταφράστηκε από το σώμα της ενότητας βρίθει από «αρκαδικές» εικόνες που απηχούν τους αναγεννησιακούς ποιητές της πατρίδας του. Πάντως, η σχέση του έργου του Μπρίνες με τη μεταφυσική, τουλάχιστον, παράδοση είναι μάλλον υπονομευτική: ο άνθρωπος, από τη φύση του επιρρεπής στη φθορά και την πλάνη, είναι εδώ αμετάκλητα δέσμιος του Μηδενός.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Zωγραφική: Nicolas Poussin: Et in Arcadia ego. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly