frear

Το πεινασμένο σπίτι – της Χλόης Κουτσουμπέλη

Όλη την ώρα γουργουρίζουν τα έντερά του.
Ύπουλα τρώει τις καρέκλες,
ροκανίζει τα περίτεχνά τους πόδια
ξεκοιλιάζει την μαλακή τους σάρκα.
Το πρωί βρίσκω στην τραπεζαρία τα κουφάρια τους.
Τελευταία άρχισε να καταπίνει επισκέπτες.
Η κυρία Ματέους η χαρτορίχτρα
εξαφανίστηκε όταν ο διάδρομος
τη ρούφηξε με θόρυβο.
Απομείναμε οι τέσσερις και δενόμαστε πάντα με σκοινί.
Η αδελφή μου επιμένει ότι θα προλάβουμε να μεγαλώσουμε.
Εγώ, ο Βενιαμίν, έχω πρόβλημα με την καρδιά.
Πολύ μικρή ή πολύ μεγάλη, αλλάζει μέγεθος συνέχεια.
Γνωρίζω πια καλά.
Το σπίτι θα μας αποτελειώσει.
Θα φτύσει τον μπαμπά σε νέα κατοικία με μία γυναίκα,
που μισότρελη θα καίει το νυφικό της κάθε μέρα.
Την μητέρα, που είναι η ευνοούμενή του, θα την ενσωματώσει.
Θα κάνει το πρόσωπό της ταπετσαρία,
η μορφή της θα εμφανίζεται στους πίνακες του σαλονιού,
θα φυσάει μία σάλπιγγα,
θα παίρνει μέρος στο κυνήγι της αλεπούς,
τα σαπούνια στο μπάνιο
θα έχουν το σχήμα του κορμιού της.
Μόνο η αδελφή μου θα σωθεί.
Ή έτσι νομίζει.
Είναι αλήθεια ότι θα φύγει,
το σπίτι όμως πάντα θα κρατά στα δόντια του
την ξύλινη καρδιά της,
θα χαμογελάει θριαμβευτικά
και θα γλείφει με τη πελώρια γλώσσα τα παράθυρα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Μινιατούρα: Frances Glessner Lee (1878-1962). Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly