frear

Κορακογέρακας – της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

Κι από τότε εκεί δεμένο, το κοράκι, καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά.
Κι η ματιά του όπως κοιτάζει, με ματιά δαιμόνου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά.
Α, η ψυχή μου δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά.
Δε θα φύγει ποτέ πια!
Έντγκαρ Άλλαν Πόε, «Το κοράκι»

Επιστρέφει από την ογκολογική κλινική ακτινοθεραπείας. Πηγαινοέρχεται καθημερινά. Διανύει διακόσια χιλιόμετρα οδικώς για ημερήσια ακτινοβολία. Ένα μαύρο κοράκι έχει σφηνωθεί μέσα του, στην σκέψη του, στο είναι του. Τον κυριεύει ολοκληρωτικά του απομυζά φαιά ουσία. Τρώει τα σπλάχνα του. Καταπίνει το φως του.

Κοιτά τα γυμνά κλαδιά των δέντρων. Γεράκια κάθονται σποραδικά κατά μόνας. Πάντα μονάχα. Ποτέ σε ζεύγη ή σε σμήνη. Πως τον τρομάζουν… Δεν θέλει να τα βλέπει. Του προκαλούν αποστροφή. Τρομαγμένοι σπουργίτες πετούν άξαφνα σε σμήνη. Διαμορφώνουν παλλόμενα σχήματα που διαδέχονται το ένα το άλλο εν κινήσει. Καμπύλες από αφηρημένες εικόνες. Ιδεογράμματα αμφίσημων κι άπιαστων ονείρων. Άλλοτε πάλι αναπαριστάνουν εικόνες υπαρκτών πραγμάτων. Κύματα στο γιαλό. Χαμόγελα παιδίσκης. Ηλιοτρόπια. Σταγόνες ανοιξιάτικης βροχής κάτω από ουράνια τόξα που μέσα του μεταλλάσσονται σε καταιγίδες του χάους. Κι ύστερα χάνονται το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίζονται. Αφήνουν τον ορίζοντα στο κενό του. Στην αταραξία του μοναχικού γέρακα. Ναι, τον προκαλεί αποστροφή η θωριά του. Κάθεται σε απόλυτη κατατονία, όπως κάθεται κι αυτός στη πίσω θέση του ταξί που τον μεταφέρει. Τα βλέμματα όμως ψάχνουν αεικίνητα. Σχεδιάζουν την επόμενη στιγμή, την επόμενη κίνηση του αρπακτικού. Ο ίδιος ωστόσο τον βλέπει να κάθεται στο κλαδί πάντα σε κατατονία. Πάντα απόλυτα ατάραχος. Απόλυτα μονάχος. Όπως κι ο ίδιος. Μια ζωή πορεύθηκε μονάχος αφού. Μια ζωή γέρακας μονάχος. Άλλωστε έτσι δεν τον αποκάλεσε κι εκείνη ειρωνικά, αναφερόμενη στην γαμψή μύτη του; Αυτός έλειωνε γονατιστός μπροστά της εκλιπαρώντας την. Εκείνη τον αποκάλεσε γεράκι και τον προσπέρασε. Την είχε γοητεύσει ένας λέοντας. Του αφέθηκε αδιαμαρτύρητα αβρή οδαλίσκη στο χαρέμι του. Του προσφέρθηκε δαμαλίδα έτοιμη προς βρώση κι αυτός την καταβρόχθισε με βουλιμία. Έτσι απόμεινε να τη θρηνεί απαρηγόρητος. Τον κατοίκησε το μαύρο κοράκι. Μια ζωή στη στέγη του. Τώρα όμως μετοίκησε εντός του, εισχώρησε μέσα του. Το καρκίνωμα επικυριαρχίας μεταμφιεσμένο σε κοράκι μπήγει τα σουβλερά νύχια του. Τόσο εγωκεντρικό. Τέτοιος νάρκισσος. Θέλει να στρέφονται όλα γύρω απ’ την επικράτειά του. Κι αυτός πειθήνιος τελεί υπό την κυριαρχία του. Το υπακούει. Το έχει μονίμως στην σκέψη του. Το μελετά, το σπουδάζει. Καθημερινά μαθαίνει πολλά για την ύπουλη υπόστασή του. Κι ο ίδιος το πολεμά το ίδιο ύπουλα βέβαια. Έγινε ένα με τον εαυτό. Τα σκοτάδια του και δικά του, η σκιά του, σκιά του. Του τρώει μεθοδικά το συκώτι.

Αναπολεί την απόλυτη μοναξιά, την αυτονομία του. Ας ήταν μονάχος γέρακας ξανά σε απογυμνωμένο κλαδί δέντρου. Να κοίταζε από ψηλά την ματαιότητα των πραγμάτων. Δυστυχώς συμβιώνει με το μαύρο σαν τη νύχτα κοράκι. Θα τον πάρει μαζί του. Το νιώθει, το διαισθάνεται. Τώρα πλέον είναι ένας κορακογέρακας. Δε θα φύγει ποτέ πια! Η σκιά του, σκιά του, μέχρι να τους καταπιεί μαζί η ανυπαρξία, το κενό του τίποτα. Το ταξί σταματά στα διόδια. Καταθέτει οβολό πορείας για τον Αχέροντα. Η μεταλλική βάρκα γλιστράει μαρσάροντας. Ξαρμάτωτο θωρηκτό πλωτό της ασφάλτου.

Του έρχονται στο νου αρχαία όνειρα, λησμονημένων εποχών ονειροπολήσεις. Τί στο καλό. Αυτό μπορεί να το κάνει ανά πάσα στιγμή. Εκεί δεν μπορεί να διεισδύσει κανένα καρκίνωμα. Επιτέλους! Κάποιος ονειρεύεται. Τον εαυτό ν’ απλώνει φτερά. Να πετά μακριά από το γυμνό δέντρο. Να φτάνει στις όχθες της λίμνης. Αιθέριες νύμφες να τον απεκδύουν από τα φθαρμένα φτερά, από το καταπτοημένο σαρκίο. Ν’ αναδύεται από μέσα του ο Αντέρωτας, όμως όχι ως «Αντέρως Αλάστωρ». Νεανίας με σκουρόχρωμη κόμη. Με φτερά ανανεωμένα. Ν’ ανταμώνει την καλή του. Τον ανεκπλήρωτο έρωτα της ζωής του. Η λίμνη να βρέχει τα πόδια τους. Να καθρεφτίζει τις ανάσες τους. Να περιφέρονται αγκαλιά στους πρόποδες του όρους. Να σκαρφαλώνουν, να πετούν αγέρωχα στην κορφή του. Ν’ αγγίζονται με τις στραφταλίζουσες φτερούγες τους. Να ριγούν παιδική ανεμελιά. Κάτι από αυτό που το είπαν ευτυχία. Να κρατιούνται χέρι χέρι, φτερό με φτερό. Να τραγουδούν ασταμάτητα κι οι φωνές τους να διασχίζουν τα πέρατα: «Μαλλιά σγουρά, μαλλιά κοράκου χρώμα/που ανέμιζε ο αγέρας στα ζερβά/σας αγαπούσα πάντοτε και τώρα/η δόλια μου καρδιά στενάζει και πονά.»

Να τραγουδούν, να τραγουδούν και να χάνονται στους αιθέρες. Να γίνονται ένα. Να συγχωνεύονται με τη συμπαντική ύλη της αρμονίας και της γαλήνης.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Robyn Stacey. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Το πρώτο μας ηλεκτρονικό τεύχος είναι εδώ

mag.frear.gr