frear

Τρία Ποιήματα ἀπὸ τὸ «Ἑρπετό» – τοῦ George Le Nonce

Frankenstein

Ἡ σύστασή μου εἶναι γνωστὴ
μὰ τὸ εἶδος μου νεόκοπο.

Μὲ μεταμοσχεύσεις μὲ δημιούργησαν
σὲ χειρουργεῖα
μὲ κομμάτια ἕνα ἕνα διαλεγμένα
τὰ πιὸ ὄμορφα, τὰ πιὸ ὑγιῆ
ἀπὸ ἑκατοντάδες νεκρούς.

Ποτὲ δὲν ἐμφανίζομαι ὁλόκληρος
ἐνώπιόν σας – φυλάγομαι.
Ἀποκαλύπτω μόνο
ἀπὸ μιὰ χαραμάδα τῶν ἐνδυμάτων
λίγο ἀπὸ τὸ σῶμα μου κάθε φορά.
Παίζω μὲ τὰ σεντόνια,
μὲ τὸν φωτισμό,
διαλέγω πόσο δέρμα θὰ ἐπιδείξω
γιὰ νὰ σᾶς προσελκύσω.

Ἐρωτεύεστε τὰ μάτια μου,
σᾶς σαγηνεύουν τὰ χείλη μου,
οἱ σφριγηλοὶ μηροί,
τὸ μαρμάρινο στέρνο,
οἱ εὔρωστοι γλουτοὶ
τὸ ἀκούραστο μέλος.

Ἀκράδαντα πιστεύω
πὼς κατὰ βάθος
εἶμαι ὡραῖος ὡς σύνολο
κι ἂς μὲ λέτε τέρας.
Μοναδικός,
πρῶτος καὶ τελευταῖος.

Ἡ ὡραιότητα εἶναι μιὰ ματιὰ
ὅ,τι μπορεῖ κάθε φορὰ μία ματιὰ νὰ συλλάβει
ὅ,τι μπορεῖ κάθε φορὰ τὸ σῶμα νὰ αἰσθανθεῖ.

Καθήλωση

Ἀναγκάζομαι μερικὲς φορὲς
ἀναζητώντας τροφὴ ἢ ταίρι
νὰ ἐμφανίζομαι στὶς πόλεις τους.

Ἂν τύχει καὶ μὲ συναντήσουν
ἔκπληκτοι μὲ κοιτάζουν, μὲ περιεργάζονται
καὶ σκανδαλισμένοι ἀποστρέφουν τὸ βλέμμα
ἐξακολουθώντας, ἐντούτοις,
νὰ μὲ θαυμάζουν
μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ.

Δὲν μοιάζω μὲ ἄνθρωπο
οὔτε κἂν μὲ πίθηκο
στὸ σῶμα μου, ὅμως,
μποροῦν νὰ διακρίνουν
μέλη τῶν δικῶν τους σωμάτων
μεγεθυμένα
ὅπως σὲ γκρὸ πλὰν πορνογραφικῆς ταινίας
καὶ τὰ χείλη μου
στὸ μέσον τοῦ προσώπου
θυμίζουν κάπως τὰ ἀνθρώπινα
ἂν καὶ πολὺ πιὸ σαρκώδη
καὶ πάντα ὑγρὰ
ὅπως ὑδαρὴς εἶμαι ὁλόκληρος
καθὼς γλιστρῶ στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες
προξενώντας ρίγη ἡδονικῶν προσδοκιῶν.

Τὶς νύχτες
σὲ δρόμους πιὸ ἔρημους
κάποιοι τολμοῦν
μὲ πλησιάζουν
μὲ θωπεύουν
φιλοῦν τὰ μεγάλα χείλη μου
βυθίζονται στὸ ὑγρό μου στόμα
μὲ προσκαλοῦν
νὰ εἰσέλθω στὰ σώματά τους
ξέρουν πὼς θὰ διαλυθοῦν
ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἀντισταθοῦν
τοὺς καθηλώνει ἡ ἀνοίκεια μορφή μου
ὥσπου συναινῶ
καὶ ὁ ἔρωτάς μου τοὺς πνίγει
σπαρταρᾶνε γιὰ λίγο στοὺς ἔρημους δρόμους
ὕστερα ἀκινητοῦν
ὕστερα διαλύονται.

Ἐγὼ ξεγλιστρῶ
ἀπὸ τὰ διαμελισμένα κορμιὰ
καὶ συνεχίζω
ν᾽ἀναζητῶ τροφὴ καὶ ταίρι.

Πλάσμα Ὀνείρου

Σὲ ὄνειρα γεννιέμαι
κοιμᾶστε καὶ μὲ βλέπετε
κοιμᾶστε καὶ μὲ ἀγγίζετε.

Δὲν ὑπάρχω, θὰ πεῖτε, καθὼς
ἀλλοῦ πουθενὰ δὲν ἔχετε δεῖ
ἀλλοῦ πουθενὰ δὲν ἔχετε ἀγγίξει
πλάσμα τόσο ἔκπαγλο
ἀλλοῦ πουθενὰ δὲν σᾶς ἔχει σαγηνεύσει
μόνο στὰ ὄνειρα.

Παρ᾽ὅλ᾽αὐτά, κάθε πρωὶ
στεγνὸ τὸ σῶμα σας ξυπνάει.
Παρ᾽ὅλ᾽αὐτά, κάθε πρωὶ
βλέπετε στὸν καθρέφτη τὰ σημάδια
δαγκώματα καὶ ἐκχυμώσεις
καὶ τὰ κρύβετε καὶ σκέφτεστε
δὲν εἶναι δυνατόν, ἐγὼ θὰ φταίω,
ποιός ξέρει τί ἔκανα ὅλη νύχτα
ποιός ξέρει πῶς μὲ παρέσυρε
τὸ ὀνειρικό μου πάθος.

Πράγματι σᾶς παρέσυρε τὸ ὀνειρικό σας πάθος
εἶμαι ἐκεῖ καὶ περιμένω
μόλις ἀποκοιμηθεῖτε βγαίνω ἀπὸ τὸ ὄνειρο
παίρνω σάρκα καὶ ὁστὰ καὶ σᾶς παρασύρω
σὲ μιὰν ἀδιανόητη ἐρωτοπραξία
ποὺ μόνο ψεύτικη μπορεῖ νὰ σᾶς φανεῖ
δὲν πάει σὲ τέτοια βάθη ἡ ἀλήθεια.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Πάρις Πρέκας. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Το πρώτο μας ηλεκτρονικό τεύχος είναι εδώ

mag.frear.gr