frear

Εκτός λίστας – του Γιάννη Δενδρινού

Ένας άνθρωπος ευτυχισμένος είναι τώρα. Κάθε βράδυ χύνεται στο μαύρο σκοτάδι, χωρίς να κρύβεται πίσω από γωνιές και πεζούλια. Κι άμα έχει ξαστεριά, διασχίζει το χωματόδρομο απολαμβάνοντας τη δροσερή πνοή του καμπίσιου αέρα, κι ύστερα δίνει μια και σκαρφαλώνει το μονοπάτι της λοφοπλαγιάς. Εκεί ψηλά, πάνω στο βράχο του Φονιά, αντικρίζει, όπως τότε που ‘τανε παιδί, τα φώτα του χωριού να τρεμουλιάζουνε στο θάμπωμα της νυχτιάς. Κι αγέρωχη, κάτω απ΄ το χλωμό του φεγγαριού σελάγισμα, υψώνει το καθρεφτάκι και βλέπει τις φολίδες της να μοιάζουνε μ’ ασημένια φλουριά.

Από δεκάξι χρονών είναι κλεισμένη στο σπίτι της η Αλίκη. Κοντά σαράντα χρόνια τώρα. Από κείνο το κρύο πρωινό, γύρω στα Χριστούγεννα, που τη βρήκανε κοκαλωμένη σ’ ένα έρημο μαντρί, μέσα σε μια γούρνα μ’ αγκαθωτούς ασπάλαθους. Το είχε σκάσει αποβραδίς. Γιατί δεν άντεχε, λέει, τη λύπηση του κόσμου και τις αλλιώτικες ματιές. Άτυχο κορίτσι η Αλίκη. Δυο χρόνια νωρίτερα είχε πέσει σ’ ένα λάκκο με καθαρό ασβέστη κι από το χτύπημα λιποθύμησε. Το πρόσωπό της έβρασε. Οι αλοιφές και τα μαντζούνια το χάλασαν ολωσδιόλου. Λεφτά δεν είχανε για γιατρούς, μ’ αυτό θα ζήσεις της είπε ο πατέρας της. Τα χρόνια περάσανε, οι δικοί της φύγανε κι εκείνη έμεινε για πάντα μέσα. Φαγητό της έφερνε μια γειτόνισσα, παιδική της φίλη, που ξέμεινε κι αυτή. Σαράντα χρόνια κοίταζε τον κόσμο μέσα από αραχνιασμένες γρίλιες.

Τώρα βλέπει τον πανικό κι απορεί. Ακούει στο ραδιόφωνο μένουμε σπίτι και κρυφογελάει. Τις νύχτες διαβαίνει τα καντούνια ανέμελη, σαν να εξαφανίστηκαν όλοι κι έμεινε μόνη να διαφεντεύει το χωριό, τον κάμπο και τις δασωμένες ράχες. Ένας κόσμος δικός της.

Πριν μια βδομάδα, μόνο, την ώρα που γλίστραγε πίσω απ’ τα τελευταία σπίτια κι έπιασε το χωματόδρομο, ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ έναν παλιό της συμμαθητή, τον Μανώλη. Κοιταχτήκανε στα μάτια, σαν να βλέπανε φαντάσματα. Ο ουρανός κατέβηκε και βάρυνε την αναπνοή τους. Προς στιγμή σκέφτηκε να τον αγκαλιάσει, παρόλο που ‘χε ξεχάσει πως γίνεται αυτό. Όταν, όμως, είδε μια αστραψιά στο μάτι του Μανώλη, φόβος ήτανε αυτό, λύπηση, δεν ήξερε, το μετάνιωσε. Θυμήθηκε και τα βασανιστικά διαλείμματα στο σχολείο. Έφτυσε κάτω και τον προσπέρασε. Το γρήγορο βάδισμα της στα χαλίκια, που γρήγορα έγινε κάτι σαν καλπασμός, έσκισε τη σιωπή του κάμπου.

Τις επόμενες μέρες τα πάντα θ’ αλλάξουνε και πάλι. Ο κόσμος θα ξεχυθεί στους δρόμους. Η Αλίκη δεν θα το αντέξει. Κι ένα πρωί, λίγο προτού φανούν οι πρώτες αχτίνες του ήλιου, θα τη βρει η γειτόνισσα γερμένη στο τραπέζι της κουζίνας, πάνω σε φωτογραφίες σκόρπιες, κιτρινισμένες και βρώμικες, ψηφίδες ενός παζλ που δεν συναρμολογήθηκε ποτέ. Τ’ όνομά της δεν θα καταγραφεί σε καμιά λίστα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly