frear

Ποιήματα – του Όσκαρ Ακόστα

Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης

Το όνομά σου

Ανάμεσα σε σκουπίδια, ανάμεσα σε άνθη
πεσμένα σε δυστυχία, ανάμεσα στον καπνό
που βάζει τη δάφνη του στο άγαλμα,
βλέπω το χλιαρό σου όνομα.

Είναι μια λέξη χωρίς στέμμα,
χωρίς εκπλήξεις και φώτα κυρίαρχα,
χωρίς κρασί έμπιστο, χωρίς επιθυμίες
φτιάχνοντας μια καθορισμένη τάξη.
Λέξη μόνο δική σου
το γλυκό σου όνομα.
Με το να μην είμαι δίπλα σου
με συνοδεύει και το προφέρω μόνος
σαν τον τυφλό που ζητάει βοήθεια
για να διασχίσει τον δρόμο.
Με άλλα λόγια, η ζωή
δε θα ήταν το θαύμα που είναι τώρα
που εσύ υπάρχεις.

***

Να φτάσω σε σένα, είναι να ψάξω…

Να φτάσω σε σένα, είναι να ψάξω
τη φωνή ενός παιδιού μέσα στα πλήθη,
να μαζέψω τον ατέλειωτο φόβο
που προκαλεί ένας άνεμος νυχτερινός,
να φωτίσω τον έρωτα με μια λάμπα
με πρωτόγονο και γλυκό λάδι,
ν’ αγγίξω με τα δάχτυλα ένα πουλί από ζάχαρη
που φιλά τον λαιμό των γυναικών,
να περιορίσω την εισβολή του χιονιού
που φτάνει με τις πανοπλίες του από κρύο
και να σε δω ήσυχος κι ήρεμος
καίγοντας την ανέγγιχτη σιωπή.

***

Μορφές του έρωτα

Τα χέρια μου αγγίζουν, κορίτσι μου, το ψιθυριστό κορμί σου,
τη γλυκύτατη σάρκα σου που ήσυχοι άγγελοι κατοικούν,
τη απαλή κόμη σου
τη μικρή καρδιά σου.

Άκου την καμπάνα της μέρας
σβήνοντας το πένθος της νύχτας
κοίτα το φως που σιωπηλά μας σκεπάζει,
κοίτα τον ουρανό:
αυτός ο κήπος πάνω στο στήθος σου·
ανασαίνει τον ήσυχο άνεμο
που το αηδόνι αναγγέλλει με το πέταγμά του,
οδηγεί την απέχθειά σου
σε μια λίμνη θαμμένη
και μίλα μου με τα θαυμάσια σου χείλη.

Έφτασα να νιώσω πάνω στα χέρια
το εφήμερο νερό,
το καλοκαίρι ρίχνοντας τους πύργους του,
τη άβυσσο κλείνοντας τα παράθυρά της,
τον εγκαταλειμμένο καρπό,
τη θάλασσα ανοίγοντας τις φλέβες,
τη βυθισμένη φωτιά,
μέχρι που εσύ, κορίτσι μου,
τέλεια παρθένα επαναλαμβανόμενη
μου παρέδωσες το πρόσωπό σου.

Βλέπω από κοντά την κούπα
τη συγχυσμένη των νερών,
ψάχνω το αγνό σου όνομα ανάμεσα στα ρόδα,
τη γλυκύτητά σου στην ουσία των δέντρων,
την αγρύπνια σου στο φιλί,
την οσμή σου στα ροδάκινα,
το φως σου στη δροσιά
και παίρνω χαμπάρι έκπληκτος
πως όλα μου τα φέρνεις, κορίτσι μου,
με το ιερό σου χέρι.

***

Το Όνομα της Πατρίδας

Η πατρίδα μου είναι πανύψηλη.
Δεν μπορώ να γράψω ένα γράμμα μην ακούγοντας
τον άνεμο που έρχεται απ’ το όνομά της.
Η ακανόνιστη μορφή της την κάνει πιο ωραία
γιατί προκαλεί πόθους να τη σχηματίσεις, να την κάνεις
σαν ένα μωρό που του μαθαίνουν να μιλάει,
να λέει λόγια τρυφερά κι αληθινά
σε κείνους που του δείχνουν τους κινδύνους του κόσμου.
Η πατρίδα μου είναι πανύψηλη.
Γι’ αυτό λέω πως τ’ όνομά της διαλύεται
σ’ εκατομμύρια πράγματα για να τη θυμάμαι.
Το έχω ακούσει να ηχεί στα σαλιγκάρια τ’ ασταμάτητα.
Ερχότανε με τα άλογα και τις φωτιές
που τα μάτια μου είχαν δει και θαυμάσει.
Το έφερναν τα όμορφα κορίτσια στη φωνή
σε μια κιθάρα.
Η πατρίδα μου είναι πανύψηλη.
Δεν μπορώ να τη φανταστώ κάτω από τη θάλασσα
ή να κρύβεται κάτω από την ίδια τη σκιά της.
Γι’ αυτό και λέω πως πέρα από τον άνθρωπο,
απ’ την αγάπη που μας δίνουνε με κουταλιές,
από τη ζωντανή παρουσία του πτώματος
καίει συνέχεια το όνομα της πατρίδας.

***

Τελευταίος Σταθμός

Όπως αυτός που φτάνει με τραίνο
στον τελευταίο σταθμό της ζωής
ήρθα στα χέρια σου τα απόλυτα διάφανα.

Παράδεισος ή δάσος ή σκεύος παρθενικό
με περίμεναν· είδα τα μακρινά έλη
και τους ακίνητους βάλτους.
Η μαγεία σου έσβηνε όλους τους κινδύνους.
Έτσι έζησα τα χρόνια, ευτυχισμένος και τρεμάμενος
μπροστά στο πρωινό φιλί σου,
μπροστά στο κομμάτι της καθημερινής τροφής
και το υγρό που καθαρίζει τα κορμιά
κι ενώνει τις υπάρξεις.

Το στήθος μου έγινε ποιο κοίλο
για να χωρέσει περισσότερη αγάπη.
Έπρεπε ν’ αφεθώ να μου μεγαλώσουν τα χέρια
για να αγγίξω όλη την αγνότητά σου
και να μακρύνω περισσότερο τα πόδια
για να φτάσω νωρίς σε σένα.

Όλα τ’ αξίζεις. Το μέλι
που οι μέλισσες φέρνουν. Τη δροσιά
που φτάνει ξαφνικά στην επιδερμίδα σου,
Τα γεράνια που φυτρώνουν στην άκρη του σπιτιού σου.
Το νερό καμωμένο ύλη θαυμαστή.

Ω! αγαπημένη, ποταμέ σπινθηροβόλε,
ψωμί εκτυφλωτικό, φωτιά ιερή,
είσαι το καλύτερο της ζωής,
το πιο υψηλό, αυτό που πεθύμησα
και τώρα έχω στο πλευρό μου
για πάντα.

***

Όσκαρ Ακόστα (1933- 2014). Ποιητής, συγγραφέας, κριτικός, δημοσιογράφος, εκδότης, διπλωμάτης. Ο αντιπροσωπευτικός συγγραφέας της Ονδούρας στο σύγχρονο κόσμο. Γράφει ποίηση σε ήρεμους τόνους, αλλά με εσωτερική θερμότητα και ακρίβεια στην έκφραση των συναισθημάτων.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Julia Lillard. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly