frear

Ποιήματα – της Μερέτ Όπενχαϊμ

Mετάφραση: Γιώργος Καρτάκης

Breakfast in Fur, 1936

 

Τα ουρλιαχτά των σκύλων ανεβαίνουν
Οι ίδιοι κοντοστέκονται
Τεντώνουν τους λαιμούς
Τα ουρλιαχτά τους όμως ανεβαίνουν.

*

Ούχο – μπούχο
Αίνος για τον ντροπαλό μουνούχο.
Αργά πλησιάζει –έρχεται ή μόνο σε κοιτάζει;
Σίγουρο πάντως είναι πως τον αγνοούν,
Αφού οι καλοί τρόποι έτσι απαιτούν.

Εγώ τον ξέρω.
Απλώνει το χέρι να σε χαιρετήσει και
Δεν το παίρνει πίσω, παρόλο που ζέχνει. Στον δρόμο
Σε δαγκώνει στη γάμπα.
Στην βασίλισσα της Αγγλίας χάρισε
Ένα μυξομάντιλο.

Όλη μας τη ζωή θα πλέκουμε καρέκλες.

**

Πού πάει το αμάξι;
Το αμάξι πάει στο δάσος. Το δάσος
ανήκει στη χειμωνιάτικη παράκρουση.
Πώς μαθαίνει κανείς τη διεύθυνσή της;
Αναποδογυρίζει την πόρτα,
διαβάζει τα υμνολόγια των αποδημητικών πουλιών,
των ψαριών, των τρισκατάρατων και επάρατων
κατσαριδακιών.

Εδώ δεν επικρατεί πνεύμα ταξικό.
Εδώ μπορεί καθένας να εκφραστεί απρόσκοπτα.
Όποιος έχει στα χέρια άχυρο, μπορεί να το φάει,
Ζωντανός ή πεθαμένος κάνει τη ρεβεράντζα του.
Αργά πλησιάζει το γήρας. Δεν μπορεί όμως
να σε διακρίνει.
Εσύ κρύβεσαι πίσω από μια νυχτοπεταλούδα,
που κάνει την ωραία της παραλλαγή
και σου προσφέρει τον ύπνο της.

 

Mein Kindermädchen / My Nurse / Ma Gouvernante (περ. 1930), Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Στοκχόλμη

*

Νιώθω τα μάτια μου να στρέφονται
προς τη μεριά του δάσους και του φεγγαριού.
Νιώθω την πυξίδα μου να κατευθύνεται
ενάντια σ’ αυτές τις θρεπτικές παροιμίες.
Αλλά, ωραίε μου κροκόδειλε
-Κροκόδειλέ μου από καρδιά –
Πού πήγε η περηφάνια σου;

*

Μία διακριτικά ντυμένη κυρία
στην δεκαετία του σαράντα
που κατασκευάζει κόκκινα και ασημένια κέρματα
που εσωτερικά είναι από σοκολάτα.
Έχει γράψει μια πραγματεία
για τα λευκά ποντίκια από το «R».

*

Απλώνει το χέρι μπροστά μου κρατώντας τη ζώνη της΄
λαμπυρίζει
όπως ακρίδα
πάνω απ΄τις θάλασσες
μακριά απ’ το νησί της.

Pelzhandschuhe (Γούνινα γάντια), 1936

Νύχτα του Ιούνη
οι γρύλοι τραγουδούν
και το λιγούστρο ανθίζει.
Ασπροπράσινο λεν το λιγούστρο
και βγάζει γλυκιά μυρωδιά
στην άκρη του σκονισμένου δρόμου
στην ξεραμένη κοίτη.
Νύχτα του Ιούνη
φεγγρίσματα καιρού ίδια με κύματα
στην όχθη τ’ ουρανού.
Θρήνος και σκιάξιμο –
Ποιος φωνάζει βοήθεια;
Μια λαγκαδιά γεμάτη αστροφεγγιές
Πέρα απ΄τα όρη.

 

Ο σκύλος της φίλης μου

Αγαπώ τον σκύλο της
φίλης μου. Λέει τόσο όμορφα
«ναι». Λέει «ναι» όταν
τον ξεχνούν. Δεν βλαστημά
κανέναν που συγκρίνεται μαζί του.
Όπου κι αν πάει, μπαίνει
η άνοιξη. Αν κλάψει,
η φύση χάνει τα φτερά της. Αντίθετα,
αν είναι καλόκεφος, φέρνει
με μεγάλη επιδεξιότητα το χέρι
στο στόμα, για να αφουγκραστεί
τα πιο βαθιά του μυστικά.
Όπως κάθε σωστός άντρας έχει κι αυτός
δυο ψυχές σε κάθε στήθος
κι εικοσιπέντε στα χειροπόδαρα.

*

Καλοκαίρι

Το λιοντάρι ακουμπά τη μύτη του στην άκρη του τραπεζιού
Δεξιά και αριστερά του
Πετούν δυο νύμφες
Που γαργαλούν τα μάγουλά του με λευκά φτερά
Χτιστά μέσα στα μάτια είναι κλουβιά
Μες στα κλουβιά γελούν οι μάγισσες
Με μάτια φασιανού
Με παγωνίσιες βλεφαρίδες
Με άσπρα μαλλιά
Και πέτρινα στήθη
Το λιοντάρι γελά
Και η χρυσή οδοντοστοιχία του λαμποκοπά
Από την ώρα της ανατολής μέχρι τη δύση.

*

Φθινόπωρο

Το πουλί σκάζει αθόρυβα και από την κοιλιά του ανεβαίνει
Σιντριβάνι καστανόχρυσων φτερών
Τα μανιτάρια καταφέρνουν να απελευθερωθούν από το χώμα
Και φθάνουν με τη βοήθεια του ζεστού αέρα
Στα σύννεφα
Στα σύννεφα γελούν οι μάγισσες
Με μάτια φασιανών
Με παγωνίσιες βλεφαρίδες
Με άσπρα μαλλιά
Με πέτρινα στήθη.

Das Paar (Το ζευγάρι), 1956

Βοσκές και δάσος σχεδόν δεν φαίνονται πια,
ομίχλη κρύβει τα χωράφια, όπου παρατημένες σοδειές
ρίχνουν τον σπόρο τους. Ο ήλιος της νύχτας ξαπλώνει
πάνω σε μελί σύννεφο.
Το σκελετωμένο του χέρι κρέμεται μετέωρο και από τα δάχτυλα
τρέχει σε κύματα η σκιά. Στην άκρη του δάσους, ένας χαμένος κυνηγός
παρακαλεί τα ελάφια για ένα ποτήρι νερό.
Τα πάντα είναι τόσο σιωπηλά.

*

Πρέπει να γράφω τα μαύρα λόγια των κύκνων.
Η χρυσή άμαξα στο τέλος της δεντροστοιχίας
χωρίζεται στα δύο, ανατρέπεται και λιώνει
στον νοτισμένο απ΄την βροχή δρόμο.
Σύννεφο οι πολύχρωμες πεταλούδες σηκώνονται
και ο ουρανός γεμίζει ήχους.
Αχ, η κόκκινη σάρκα και το μπλε τριφύλλι –
πηγαίνουν χέρι χέρι!

***

Η Meret Elisabeth Oppenheim (Μερέτ Ελίζαμπεθ Όπενχαϊμ) γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1913 στο Σαρλότενμπουργκ –σημερινό Βερολίνο– και πέθανε στις 15 Νοεμβρίου 1985 στη Βασιλεία της Ελβετίας από πατέρα Γερμανό και μητέρα Ελβετίδα. Πέραν των Αντρέ Μπρετόν, Λουί Μπουνιουέλ και Μαξ Έρνστ, η ίδια θεωρείται μια από τις σημαντικές εκπροσώπους του σουρεαλισμού. Εκτός από τη δημιουργία πολυάριθμων φιγούρων, αγαλμάτων και καλλιτεχνικών εγκαταστάσεων, είναι επίσης διάσημη για τις φωτογραφίες του Μαν Ραίη, οι οποίες την έκαναν γνωστή ως «μούσα των σουρεαλιστών». Το έργο της Όπενχαϊμ περιλαμβάνει επίσης φωτογραφίες, αντικείμενα, πίνακες ζωγραφικής, έπιπλα, κοσμήματα, σιντριβάνια και ποιήματα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Τα έργα που διακοσμούν την ανάρτηση είναι της Όπενχαϊμ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Φωτογραφημένη από τον Man Ray.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly