frear

«Ὅπου ἦν κῆπος…» ἤ Ἐγκώμιο τῆς κηπουρικῆς – τοῦ π. Κων. Ν. Καλλιανοῦ

 

Στὴ Μνήμη τοῦ πεθεροῦ μου Κων. Π. Γιακεὶμ, κηπουροῦ

Ἀντιγράφω ἀπὸ τὸν λησμονημένο Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη: «Δὲν ὑπάρχει τρυφερωτέρα ἀπόλαυσις ἀπό τὴν κηπουρικήν. Ὁ ἄνθρωπος ἀγάλλεται ἐν μέσῳ τοῦ ποικιλωτάτου ἐκείνου κόσμου τῶν φυτῶν καὶ τῶν ἀνθέων. Εἶναι ὁ κῆπος μικρόκοσμος, μὲ ποικίλας μορφὰς καὶ ποικίλας γλώσσας. Ἕκαστον φύλλον, εἶναι μία σκέψις. Ἕκαστον ἄνθος, μελέτη, καὶ ἕκαστον χρῶμα, μυστήριον.

Ὁ κηπουρὸς βλέπει τὰ φυτὰ αὐξάνοντα, ὡς βλέπει πατὴρ τὰ τέκνα του· κ᾿ ἔχει πολὺ τὸ συμπαθὲς ἠ ἀνατροφὴ δενδρυλλίου, ὡς ἔχει ποίησιν ἡ στοργὴ τοῦ πατρός. Νὰ μὴ γίνῃ τὸ τρυφερὸν δενδρύλλιον ἀσθενικόν, νὰ μὴ καταντήσῃ σκολιὸν καὶ ἄρηστον, νὰ καρποφορήσῃ ταχέως,νὰ μὴ γηράσῃ προώρως· τώρα ποὺ εἶναι μικρὸν ἀκόμη, τὸ εὐαίσθητον δενδρύλιον, νὰ τὸ προσδέσωμεν εἰς βάκτρον ἰσχυρόν, ἵνα μὴ αἱ ἄγριαι τοῦ ἀνέμου πνοαὶ τὸ διαστρέψωσι, τὸ κλονίσωσι, τὸ θραύσωσι». (Τὸ Τάξιμον, σ. 120-121)

Πάντα, ὁλόκληρο τὸν ἐνιαυτό, ἡ εὐλογία καί ἡ εἰρήνη ποὺ ἀφήνει στὴν ψυχὴ ἡ καλλιέργεια τοῦ κήπου εἶναι καὶ ἀπερίγραπτη, ἀλλὰ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα λυτρωτική. Γιατὶ καλλιεργώντας τὴ γῆ ἔχεις τὴν ἐντύπωση πὼς δημιουργεῖς καὶ πολὺ περισσότερο, ὅτι φωτίζεις τὴν ψυχή σου μὲ τὸ ἁγνὸ κερὶ τῆς πειθαρχημένης ἐργασίας, ἀφοῦ ἀπὸ μέσα της πηγάζει ἡ προσευχὴ καὶ ἡ λυτρωτικὴ σιωπή, ἀγαθὰ μέγιστα ποὺ συνδράμουν ψυχωφελίμως τὸν ἄνθρωπο.

Ὁλάκερο τὸ χρόνο ἡ κηπουρικὴ ἔχει τὶς χάρες της. Ὅμως ἡ ἐποχὴ ὁποὺ περίτρανα δοξάζεται καὶ πραγματικὰ τὴ χαίρεται κι ὁ κηπουρὸς, εἶναι τὸ καλοκαίρι, ὅταν, μὲσα στὸ θεϊκὸ τὸ φῶς τοῦ θέρους, βλέπει ν᾿ αὐξάνονται φυτὰ καὶ καρποί. Παρατηρεῖ τὶς χρωματικὲς ἐναλλαγές ποὺ ἐμφανίζονται στοὺς καρποὺς, μὲ μιὰ σπουδὴ ποὺ συγκινεῖ, ὅπως συγκινεῖ τὸν κάθε συνειδητὸ γονιὸ ἡ ἀνατροφή τοῦ παιδιοῦ του. Ἔτσι, μὲ ἀγαλίαση βλέπει νὰ αὐξάνονται τὰ κολοκυθάκια μὲ τὶς ποικίλες παραλλαγὲς τοῦ πράσινου, οἱ χρυσοπράσινες πιπεριές, τὰ χνουδωτὰ σκουροπράσινα ἀγγουράκια, οἱ γυαλιστερὲς ἀνοιχτοπράσινες ντομάτες ποὺ μὲ τὸν καιρὸ ἀρχίζουν νὰ γίνονται ρόζ καὶ μετὰ κόκκινες, ἀποπνέοντας μιὰ εὐωδία περίεργη, ἀλλὰ τόσο ἑλκυστική. Κι ἔχουν σειρὰ τὰ φασόλια, ποὺ κρέμονται σὰν περίεργα δάχτυλα ἑνὸς ἀόρατου χεριοῦ, μὲ τὴν ἐωθινὴ δρόσο νὰ τὰ ραντίζει, ἀλλὰ κι οἱ ντυμένες τὸ σκοῦρο μὼβ φόρεμα μελιτζάνες, νὰ ξεχωρίζουν πασπαλισμένες δροσοσταλίδες, ἀνάμεσα στὰ μεγάλα, χρυσοπράσινα φύλλα τοῦ φυτοῦ. Κι ὁ κατάλογος δὲν ἔχει τελειωμό… Παραπέρα ὁ μυρωδάτος χνουδωτὸς ἄνιθος καὶ δίπλα του ὁ σκουροπράσινος μαϊντανός, τὸ ζωηρὸ τὸ σέλινο κ.ἄ. ἀκόμη.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη μία περίπτωση, ἡ ὁποία καὶ χαροποιεῖ τὸν κηπουρό, χαρίζοντάς του, μέσα στὸν πολύ του κόπο, ἀναψυχὴ καὶ δύναμη. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ πότισμα τοῦ κήπου μὲ τὸ νερὸ τῆς πηγῆς ποὺ ἀναβλύζει ἀπό τὰ σπλάχνα τῆς γῆς, δροσερό, καθάριο, φωτεινό, ἀλλὰ καὶ μὲ μιὰ εὐωδία περίεργη. Εἶναι ἡ εὐωδιὰ τῆς ἴδιας τῆς γῆς, ποὺ ριπίζει τὸ εἶναι μας, τὸ ἐντοπίζει μέσα στὰ πλάισια τῆς ἴδιας μας τῆς βιοτῆς, τὸ ἐξαγνίζει. Γιατὶ ἀναμφίβολα τὸ νερό, ποὺ εἶναι στοιχεῖο τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα ποὺ εἶναι, σύμφωνα μὲ τὴν ἱερὴ διήγηση τῆς Βίβλου «χοῦς», ὅλα τοῦτα λοιπόν, ἐμφανίζονται στὸν κηπουρὸ ὡς μαθήματα μέγιστα, ὅπως θὰ ἔλεγε κι ὁ παπποῦς ὁ Πλάτων.

Ἱερὴ καὶ μὲ πειθαρχημένο ἀσκητικὸ χαρακτήρα εἶναι ἡ τέχνη τοῦ κηπουροῦ. Γιατὶ καὶ τὰ φυτά θέλουν τὴ φροντίδα τους, τὴν περιποίηση, τὴ συνεχῆ παρακολούθηση. Ἀλίμονο ἄν παραμεληθοῦν. Μαραίνονται, διπλώνουν τὰ φύλλα τους, κιτρινίζουν καὶ ξηραίνονται… Δίχως καρπὸ ὤριμο, δίχως νὰ προλάβουν νὰ δώσουν αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο φυτεύτηκαν.

Ὡστόσο, ὑπάρχουν κι ἀπώλειες, ἀκόμα κι ἄν ὁ κηπουρὸς ξεδιπλώνει στὰ φυτά του ὅλη του τὴν τρυφερότητα καὶ προσοχή. Ἔτσι, μὲ θλίψη καὶ περίσκεψη ‒ἄλλο μάθημα κι αὐτό‒ παρατηρεῖ κάποια ἀπο τὰ φυτά του νὰ «στρίβουν» σιγά-σιγὰ καὶ νὰ μαραίνονται. Κατεβάζουν τότε τὰ φύλλα τους, χλωμιάζουν, ὅπως οἱ ἄρρωστοι ἄνθρωποι, ρυτιδιάζει ὁ καρπός τους καὶ στὸ τέλος τὰ πράσινα φύλλα ἀρχίζουν νὰ παίρνουν τὸ χρῶμα τῆς στάχτης καὶ νὰ ξηραίνονται. Ὅπως στοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ τοὺς ἐπισκεφτεῖ τὸ θανατικό… Τί, στ’ ἀλήθεια, μάθημα κι αὐτό! Δίχως δίδακτρα, δίχως βιβλιογραφικὴ ἐνημέρωση ἤ πολύωρες παραδόσεις…
Μεγάλο εἶναι ὄντως τὸ μυστήριο τῆς καλλιέργειας τοῦ κήπου. Εἶναι ἕνας μικρόκοσμος ποὺ ἀπαιτεῖ προσοχὴ καὶ σεβασμό. Γιὰ νὰ φέρει καρπό. Ὅπως σεβασμὸ ἀπαιτεῖ ὁ κάθε συνεργάτης καὶ συναθλήτὴς μέσα στὴν καθημερινότητα, γιὰ νὰ ὑπάρξει θετικὸ ἀποτέλεσμα στὴν ὅποια καλλιεργεια: ειτε αὐτὴ γίνεται στὸ γραφεῖο, εἴτε στὸ ἐργαστήριο ἤ ἐργοστάσιο ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἐκκλήσία-ὅλα τοῦτα ἔνα κῆπος εἶναι, ποὺ χρειάζεται φροντίδα, προσοχή, ἐπαγρύπνηση καὶ προπάντων ἀσκητικὸ ἦθος καὶ συνέπεια. Γιατὶ ἄν δὲν ὑπάρξουν τὰ παραπάνω, τότε ἐπικρατεῖ μιὰ ἀναρχία, ποὺ μήτε καρποὺς φέρει, μήτε μαθήματα παραδίδει, γιὰ περαιτέρω μαθητεία, τὴν ὁποία ἀσφαλῶς ὅλοι χρειαζόμαστε, κατὰ τὸ λόγιο τοῦ σοφοῦ προγόνου μας: «Γηράσκω ἀεὶ διδασκόμενος». Κι ὁ κῆπος σὲ διδάσκει πάντα. Ἀρκεῖ νὰ τὸν προσέχεις καὶ νὰ τὸν σπουδάζεις μὲ ἱερὸ σεβασμό…

Ὡστόσο ἡ μνήμη ἔχει πάντα τὸ δικό της τὸ δρομολόγιο. Γιατὶ ἐξετάζοντας βαθύτερα τὰ πράγματα συνειδητοποιεῖς ὅτι αὐτή σου ἡ φιλία μὲ τὴν κηπευτικὴ δὲν εἶναι τωρινή. Βυθίζεται μέσα στὸ χρόνο καὶ δένεται γερὰ μὲ τὰ παιδικά σου τὰ χρόνια, τότε δηλαδή, ποὺ στὸ παλιό μας τὸ χωριό, εἴχαμε ἐκεῖνον τὸν μικρὸ τὸν κῆπο στὸ Ρέμα, ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Κι ἦταν ὁ κῆπος αὐτὸς μιὰ μικρὴ ἔκταση γῆς, στὸ ἐπάνω μέρος τῆς ρεματιᾶς ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ πάνω, ἀπό τοῦ «Βλαχάκη», καὶ φτάνει ἴσαμε τὴ θάλασσα. Ἐκεῖ μάλιστα, στὴ γύρω περιοχὴ δηλαδή, ὑπῆρχαν κι ἄλλοι κῆποι τῶν παλιῶν Κληματιανῶν.

Ὁ κῆπος μας ἐκεῖνος εἶχε μιὰν ἀρχαία στέρνα, ποὺ δὲ θύμιζε ἀσφαλῶς τὴ σεφερική, ἀλλὰ καὶ μιὰ μικρὴ φυσικὴ πηγὴ παραπάνω, ποὺ γέμιζαν ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ ὑπῆρχε ἀφθονο στὴν περιοχὴ τοῦ Ρέματος.

Ἀπ᾿ αὐτές, λοιπόν, ποτίζαμε τόν κῆπο. Μάλιστα, ἄν τὸ νερὸ τῆς ἐπάνω γούρνας δὲν ἔφτανε, τότε παίρναμε μὲ τὸν κουβά νερὸ ἀπὸ τὴν κάτω, τὴ μεγάλη τὴ στέρνα καὶ τὸ ἀνεβάζαμε πάνω, στ᾿ ἄλλα τὰ «βραγάκια»-τὰ ἀναλήμματα δηλαδή, πατώντας πάνω σὲ πέτρινα σκαλιὰ ἐνσωματωμένα πάνω στὴν παλιὰ τὴν ἀβραγιά.

Τὸ πότισμα στὸ Ρέμα γινόταν συνήθως σὲ ὥρα βράδυ ἤ καὶ πολὺ πρωΐ. Τὰ ἀπόβραδα μάλιστα ἦταν μαγεία, ὅταν σιγά-σιγὰ χαμήλωνε τὸ φῶς τῆς μέρας καὶ ἔφτανε, μὲ μιὰ περίεργη σιωπὴ τὸ ἴχνος τῆς νύχτας, μὲ τὶς σκιές της νὰ σεργιανοῦν μέσα στὴ ρεματιά. Ἀλλὰ καὶ τὸ χάραμα εἶχε τὴ δικιά του ὁμορφιὰ καὶ συγκίνηση, καθὼς ἄνοιγε τὴ θύρα της ἡ μέρα κι ἔφτανε τὸ πρῶτο φῶς, ἐκεῖνο τὸ λευκόγκριζο φῶς, ἐνῶ κατακάθονταν, ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα ἡ πνοὴ τῆς νύχτας, ἡ πάχνη, πάνω στὰ φυτὰ καὶ τὰ φύλλα ὡς δροσοσταλίδες, ποὺ μὲ τὶς πρῶτες τοῦ ἥλιου ἀκτίνες ἔλαμπαν ὡς πολύτιμοι λίθοι.

Ποτὲ δὲν θὰ λησμονήσεις, ἐκεῖνα τὰ τρυφερὰ ἀγγουράκια καὶ τὶς κατακόκκινες ντομάτες ποὺ εὐωδίαζαν καὶ κρατοῦσαν τὴ δροσιὰ τους ἴσαμε νὰ φτάσεις στὸ σπίτι…

Τὰ χρόνια πέρασαν κι ὁ κῆπος ἐκεῖνος κρύφτηκε πίσω ἀπὸ μεγαλες καλαμιές, βάτα καὶ ἄλλα ἄγρια φυτά. Μένει μονάχα μέσα σου, σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς ψυχῆς καλλιεργημένος πάντα καὶ εὔκαρπος.

[Πρώτη δημοσίευση. Το έργο είναι του Eyvind Earle.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη