frear

Ποιήματα – Giorgos Krommidas

Μετάφραση:  Γιώργος Καρτάκης

Λίζη

Κείνο το βροχερό πρωινό ήμασταν όλοι εκεί:
Ο Χάιν ο κλεπταποδόχος, ο Ρόκκο ο παίκτης και καμπόσοι
αγαπητικοί.
Ο Χέρμαν ο ριφιφής, είχε μαζέψει τα λεφτά
για το στεφάνι.
Οι κύριοι της Πρόνοιας δεν έδειχναν να βιάζονται
κι η ανυπομονησία ολονών είχε χτυπήσει κόκκινο.
Το μπουκάλι με το σπίρτο πήγαινε από χέρι σε χέρι,
κάποιοι έλεγαν αστεία,
ο Μπίλι, ο ιδιοκτήτης του κακόφημου ξενοδοχείου, μουρμούριζε κάτι
για το εδώ και μήνες απλήρωτο νοίκι.
Ναι, δεν ήταν μόνο γριά, αλλά και άρρωστη.
Μετά έγιναν όλα πολύ γρήγορα
κι όταν το χοντροκομμένο κασόνι
μ΄έκείνη που ήταν κάποτε νέα
χάθηκε απ΄τα μάτια μας,
ήμασταν κιόλας όλοι σουρωμένοι.

Εσύ όμως, Λίζη, μη φοβάσαι!
Στο νεκροταφείο των απόρων
το χώμα θα σκεπάσει το βασανισμένο κορμί σου γλυκά
κι ελαφρά
όπως τα παιδικά σου όνειρα.

Και ο ουράνιος νυμφίος
δεν θ΄αηδιάσει, όταν σε αγκαλιάσει
και στο βαμμένο
μαραμένο στόμα σου
δώσει το αιώνιο φιλί
τρυφερά.

***

Αν ο κόσμος καταλάβει πως είσαι μεθυσμένος,
δεν θα σου δώσει δεκάρα,
είπα στον τύπο που έμοιαζε με κάτι ανάμεσα σε ζητιάνο και άστεγο.
-Δίκιο έχεις, αδέρφι. Ευχαριστώ!
Για μια στιγμή με είδα στο τζάμι της βιτρίνας
πίσω του:
δεν ήμουν μόνο αξύριστος.

***

Οι άστεγοι έπαιζαν ξύλο
στην πλατεία.
Ο κόσμος σταματούσε για λίγο
κι ύστερα συνέχιζε.
Έμοιαζε μ΄ένα θέατρο,
που όλα ήταν δωρεάν:
οι θεατές χωρίς εισιτήριο,
χωρίς αμοιβή οι ηθοποιοί,
το έργο κακόγουστο.

***

Σαν όρθιο μυρμήγκι
άλλαζε θέση ο άστεγος
όλο το βιός του φορτωμένος,
σιωπηλός.
Τι έπαθες,
θέλησα να τον ρωτήσω.
Αυτή εκεί μου χαλάει την πιάτσα,
απάντησε με μια γκριμάτσα
δείχνοντας την άδεια κονσέρβα που είχε για να μαζεύει λεφτά.
Δυο βήματα πιο κει
μια νέα γυναίκα τραγουδούσε μπαλάντες στην κιθάρα της.
Ολόγυρά της
κουνούσε το κορμί του ρυθμικά αρκετός νεαρόκοσμος.

***

Σαν πεταλούδες, πολύχρωμοι,
σε μαύρο μάρμαρο λαξευμένοι,
κατέφθασαν απ’ όλες τις μεριές οι πανκ.
Η αδιαλλαξία των ενηλίκων,
άκαμπτη σαν κουτσουρεμένο δέντρο,
προχώρησε στο κέντρο τους
κι άρχισε να χειροδικεί με το μίσος τους.
Στο τέλος η πλατεία έμοιαζε
με ρημαγμένο κοιμητήρι,
που μέσα του ποτέ δεν είχε κάτι θαφτεί.

*****

Ο ελληνικής καταγωγής γερμανόφωνος ποιητής Giorgos Krommidas (Γιώργος Κρομμύδας) γεννήθηκε το 1936 στην Καβάλα και μετανάστευσε το 1961 στην Γερμανία με σκοπό να σπουδάσει Αρχιτεκτονική. Εργάστηκε σε διάφορα επαγγέλματα και ήρθε σε επαφή με τον κόσμο της νύχτας παίζοντας ο ίδιος σε καζίνο ή διευθύνοντας χαρτοπαικτικές λέσχες. Μετά το 1984 ασχολήθηκε με την λογοτεχνία συγγράφοντας διηγήματα και ποιήματα σε γερμανική γλώσσα. Είναι μέλος του Συλλόγου Γερμανών Λογοτεχνών. Για δύο φορές –το 1988 και το 1996– έχει λάβει υποτροφία από το Υπουργείο Πολιτισμού του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας. Ζει στη Βόννη.

[Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Antoni Tàpies. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη