frear

Το σημάδι – της Βάνιας Σύρμου

Μ’ άρεσε να ψηλαφώ εκείνο το σημάδι, όταν με έπαιρνε αγκαλιά. Μια κάθετη μικρή ουλή στο μέτωπο λίγο πιο πάνω απ’ το δεξί του φρύδι, παράσημο αριστείας σε μια από τις μονομαχίες με τα ξύλινα σπαθιά που γίνονταν τα απογεύματα στην αλάνα. Πόσες φορές δεν είχα ευχηθεί μέσα μου να είχα κι εγώ ένα σημάδι σαν του παππού!

Τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων είχαν τη μυρωδιά της θάλασσας και του χαρτιού. Η φρεσκάδα της θαλασσινής αύρας με ξυπνούσε κάθε πρωί μπαίνοντας κρυφά απ΄τις γρίλιες του παραθύρου στο δωμάτιό μου. Με το που άνοιγα τα μάτια, η πρώτη μου έγνοια ήταν να ανοίξω το συρτάρι του κομοδίνου και να πάρω στα χέρια μου το αγαπημένο μου ημερολόγιο για να βεβαιωθώ πως βρισκόταν εκεί. Το φαιοκίτρινο χάρτινο εξώφυλλο με τα κόκκινα αεροπλανάκια, τα πράσινα τραίνα, τα ξύλινα αλογάκια, τα ταμπούρλα και τις τρομπέτες έδινε χρώμα στο ξεκίνημα της μέρας μου. Η μυρωδιά των σελίδων του ξυπνούσε την επιθυμία μου για νέες περιπέτειες και ταυτόχρονα την προσμονή του τέλους της ημέρας, όταν κατάκοπος απ’ το παιχνίδι , τις βουτιές και τις βόλτες, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στο κρεβάτι με το μολύβι στο στόμα. Ήταν δώρο του παππού μου του Γιάγκου. «Για να’ χεις πάντα κάποιον να μιλάς» μου ’χε πει. Από τότε το ημερολόγιο ήταν ο πιστός σύντροφος των προσωπικών μου στιγμών.

18 Οκτωβρίου 1932

«Αγαπημένο μου ημερολόγιο

Δεν ξέρω τι θα ‘κανα χωρίς εσένα. Μόλις γύρισα από το γιατρό με τους γονείς μου. Μου ‘κανε τρία ράμματα στο μέτωπο πάνω απ’ το φρύδι. Πόνεσα φριχτά μα έσφιξα τα δόντια και δεν έκλαψα! «Φέρσου σαν άντρας!» μου ’πε ο πατέρας και το ’κανα. Τώρα και το μάτι μου έχει πρηστεί και πονάω».

Ωστόσο δεν ήταν το ημερολόγιο η μοναδική μου συντροφιά. Πάνω στο κομοδίνο, ακοίμητοι φρουροί οι ήρωές μου, ο Μπλεκ, ο Μικρός Σερίφης, ο Μικρός Καουμπόυ κι ο Τρουένο που με περίμεναν για να με συνοδεύσουν αδιαμαρτύρητα, όπου κι αν πήγαινα μέσα στη μέρα, στριμωγμένοι στο σακκίδιό μου. Ο πιο αγαπημένος όμως ήρωας των παιδικών μου χρόνων ήταν ο παππούς Αχιλλέας. Συνταξιούχος δάσκαλος που μετά τη σύνταξη ήρθε κι εγκαταστάθηκε με τη γιαγιά μου στο πατρικό του σπίτι στο νησί. Μαζί τους περνούσα τα καλοκαίρια μου. Το παράστημά του με τίποτε δεν παρέπεμπε στους ήρωες των εικονογραφημένων αναγνωσμάτων μου. Μέτριος στο ανάστημα κι αδύνατος, με έντονα ζυγωματικά και μάτια ονειροπόλα, που θαρρείς κι έβλεπαν πέρα απ’ αυτό που είχαν μπροστά τους. Όλη του όμως η ηρωική φύση ήταν αποτυπωμένη σ΄εκείνο το μικρό σημάδι…

«Ο γιατρός είπε να προσέχω και να μην πάω για δυο μέρες σχολείο. Ευτυχώς! Δεν θα άντεχα να ‘βλεπα τον Κωνσταντή και την παρέα του να χαίρονται με το κατόρθωμά τους. Σε κανέναν δεν είπα την αλήθεια. Μόνο σ’ εσένα το λέω.»

Οι γλαφυρές αφηγήσεις του παππού που συνοδεύονταν από νοερές κινήσεις επιδεξιότητας στα χτυπήματα του σπαθιού, τον έκαναν να φαντάζει στα μάτια μου ιλιαδικός ήρωας. Πολλές φορές, τα μεσημέρια, που το σπίτι ησύχαζε, τα περνούσα μόνος στη σκιερή πίσω αυλή, σαν μονομάχος που νικούσε όλους τους φανταστικούς του αντιπάλους. Ο ηρωικός κόσμος των παιδικών χρόνων του παππού μου με τα ξύλινα σπαθιά, τις αυτοσχέδιες ασπίδες, τις περικεφαλαίες από χαρτόνι και τις κατακτήσεις φανταστικών κάστρων, ήταν για μένα η πραγμάτωση ενός ονείρου που σαν παιδί της πόλης δε θα ζούσα ποτέ.

«Σήμερα με περίμεναν έξω απ’ το σχολείο μετά το σχόλασμα, ο Κωσταντής παρέα με τον Χρήστο και τον Στρατή. Είχαν αρχίσει τα σπρωξίματα απ’ το διάλειμμα αλλά φοβόντουσαν τον δάσκαλο που τους κοιτούσε.Με πήραν στο κατόπι κι άρχισαν να με κοροϊδεύουν δείχνοντάς με: «Να ένας κότσυφας!Πάμε να τον πιάσουμε!». Άρχισα να τρέχω για να τους ξεφύγω στα καλντερίμια προς τον Αη Λια. Με ακολούθησαν. Σε λίγο ένιωσα απανωτά χτυπήματα στην πλάτη κι ύστερα στα πόδια. Συνέχισα να τρέχω ώσπου σκόνταψα κι έπεσα. Δεν πρόλαβα να σταθώ ξανά στα πόδια μου και μια απ’ τις πέτρες που πετούσαν με τις σφεντόνες τους με πέτυχε στο μέτωπο. Ο Κωνσταντής με τους φίλους του ήρθαν από πάνω μου με τις σφεντόνες στα χέρια και τις τσέπες γεμάτες πυρομαχικά. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Με κοίταξαν κι ύστερα το ‘βαλαν στα πόδια. Παραξενεύτηκα. Έβαλα το χέρι στο μέτωπό μου που πονούσε και βλέποντας αίμα στα χέρια μου τρόμαξα.»

Η ίδια θαλασσινή αύρα εξακολουθεί να μπαίνει απ’ το παράθυρο του δωματίου μου με θέα τη θάλασσα που τώρα κάθομαι και γράφω. Μόνο που αντί για ημερολόγιο, γράφω ιστορίες για παιδιά και οι χάρτινοι ήρωες ξεπηδούν μέσα από τις δικές μου σελίδες. Το σπίτι στη θάλασσα είναι πάντα το καταφύγιο μου τα καλοκαίρια. Ο πυκνός του αέρας ψιθυρίζει ακόμη ιστορίες και μυστικά σαν αυτό της κιτρινισμένης σελίδας απ’ το χαρτόδετο ημερολόγιο, που βρήκα στο βάθος του συρταριού μιας παλιάς δρύινης κομόντας.

«Όταν επέστρεψα στο σπίτι είπα πως πήγαμε βόλτα με τα παιδιά στη βραχοσπηλιά και γλίστρησα στα βράχια. Έφαγα την κατσάδα της χρονιάς μου κι έπειτα με έτρεξαν στο γιατρό. Πώς να πω στον πατέρα μου ότι η αιτία για όλα αυτά ήταν ο κότσυφας που πέτυχε ο Κωσταντής με τη σφεντόνα του χθες το απόγευμα στην αλάνα. Σταματήσαμε όλοι το παιχνίδι και μαζευτήκαμε γύρω απ’ το νεκρό πουλί . Όλοι ζήλεψαν το σημάδι του Κωσταντή κι εκείνος καμάρωνε για το θήραμά του. Μόνο εγώ έσκυψα και παίρνοντας το νεκρό κοτσύφι στα χέρια μου ξέσπασα σε κλάματα. Από τότε δε μ’ αφήνουν σε ησυχία. Δεν ξέρω τι να κάνω… Θα με ξαναπαίξουν άραγε στην αλάνα; Δεν έπρεπε να κλάψω… Καληνύχτα!».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: René Groebli.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη