frear

Πέντε λεπτά – της Ευαγγελίας Τσιγάρα

Στις ειδήσεις έκαναν λόγο για πρωτοφανή καύσωνα. Το θερμόμετρο στο δωμάτιο του Αχιλλέα έδειχνε τριάντα επτά βαθμούς κελσίου. Η ανάσα του πολλαπλασίαζε τη ζέστη. Οι κινήσεις του το ίδιο. Είχε ξαπλώσει ανάσκελα στο κρεβάτι, διαβάζοντας προσεκτικά τα αποφθέγματα του ταβανιού, που όλα φαινόταν να τα ξέρει μα τίποτα εν τέλει δεν ήξερε από αληθινή ζωή. Μονάχα από γύψινη. Στις τρεις έπρεπε να φύγει. Στις τρεις και μισή έπρεπε να αλλάξει βάρδια με τον Κώστα, που μάλλον θα είχε λιώσει πάνω στο μηχανάκι από το πρωί.

«Υποτίθεται ότι η πόλη αδειάζει τα σαββατοκύριακα. Ποιοι στα κομμάτια παραγγέλνουν τόσους καφέδες;» τον ρώτησε η μάνα του με μια δόση αγανάκτησης στη φωνή. Αν και είχε θυσιάσει κάθε της στοιχειώδη άνεση για να τον βοηθήσει να σπουδάσει, εκείνο που την έθλιβε περισσότερο ήταν να τον βλέπει ανήμπορο να συμβιβάζεται σε μια ζωή δίχως δημιουργία. Τον θυμόταν από μικρό στις διακοπές τους στο χωριό, καθισμένο κάτω από το πλαστικό τραπέζι της βεράντας να σκαλίζει ξύλα και πέτρες σαν αληθινός καλλιτέχνης. Μεγαλώνοντας, η έμφυτη κλίση του τον οδήγησε στις γραφικές τέχνες. Το γραφείο του ήταν γεμάτο από σχέδια και πατρόν. Το κράνος του πάντα στο πλάι για να του θυμίζει την ωμότητα της επιβίωσης. Θα τα κατάφερνε. Όποιος το θέλει, τα καταφέρνει.
Τα μάτια του έλαμψαν στο άκουσμα της διεύθυνσης για την επόμενη παράδοση. Γεννηματά 4. Πρώτος όροφος. Κουδούνι Αγγελική Κουρτίδου. Δύο παγωμένα εσπρέσο και μία γρανίτα.

«Νόμιζα πως ήσουν με παρέα» της είπε καθώς άφηνε στα χέρια της τη χάρτινη βάση με τα ροφήματα.

«Όχι, είναι όλα για μένα. Το ένα κερασμένο αν θες. Κάτσε πέντε λεπτά. Ψήνεται ο κόσμος έξω».

«Ποτέ δεν είναι για πέντε λεπτά» απάντησε σκουπίζοντας το ιδρωμένο του μέτωπο πάνω στο μακό μπλουζάκι με το πράσινο λογότυπο.

«Σήμερα θα είναι. Υπόσχομαι».

«Γιατί χάθηκες;» την ρώτησε, αφού κάθισε σχεδόν δίπλα της και απέναντι από το μικρό θαύμα της τεχνολογίας που δρόσιζε με τρυφερότητα το ηλιοκαμένο του δέρμα.

«Έτσι δεν κάνω πάντα;» αποκρίθηκε η κοπέλα ανασηκώνοντας τους γυμνούς της ώμους για να μαγνητίσει ακόμα περισσότερο το βλέμμα του.

«Άλλο σε ρώτησα!»

«Πέρασε ήδη το ένα λεπτό από τα πέντε. Πες μου νέα σου».

«Μαζεύω χρήματα για να φύγω έξω. Δεν το έχω πει σε κανέναν, μάλλον ούτε σε μένα τον ίδιο καλά καλά».

«Για πότε λες;» είπε η Αγγελική σε μια προσπάθεια να κρύψει το ξάφνιασμα, που έκανε το κορμί της να ριγήσει σε μερικά κλάσματα δευτερολέπτων και ασυγκράτητης αγωνίας.

«Άγνωστο. Μετά το καλοκαίρι το πιο πιθανό. Δεν υπάρχει τίποτα να με κρατά εδώ πια» αποκρίθηκε αυστηρά, χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια και έπειτα σηκώθηκε από τον καναπέ.
Του έδωσε σιωπηλή τα χρήματα για τους καφέδες και δεν προσπάθησε να τον σταματήσει, όπως άλλες φορές. Ήξερε ότι στα σχέδια του πρέπει να είναι αρωγός, όχι εμπόδιο. Τελευταία στιγμή, κι ενώ ήδη της είχε γυρίσει την πλάτη, έσφιξε τα χέρια της γύρω του και πατώντας στις μύτες των ποδιών της κάτι του ψιθύρισε. Κάτι πολύ προσωπικό.
Πράγματι, δεν ήταν ποτέ για πέντε λεπτά…


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly