frear

Η Άννα στο κλουβί – της Ούρσουλας Φωσκόλου

Εξαντλημένη η γειτονιά από τον καύσωνα, άδειαζε μέρα με τη μέρα ·ησύχαζε κι εξατμιζόταν γρήγορα, σαν πλαστικό μπουκάλι με νερό κάτω απ’ τον ήλιο. Ο Αλέκος κάθε απόγευμα, τρύπωνε για δροσιά στον κήπο του απέναντι. Τίποτε πράσινο δεν φύτρωνε εκεί: ξερόχορτα μονάχα. Στάχυα ψηλά κι ολόξανθα έζωναν περιμετρικά τη μονοκατοικία, μπαίνοντας με αυθάδεια ως και στην αποθήκη. Εκεί του άρεσε να χώνεται, πίσω απ’ την πόρτα που άνοιγε χωρίς προσπάθεια. Υπήρχε εκεί κι ένα κλουβί: ψηλό και λίγο σκουριασμένο, όπως αυτά που βάζουν τα μεγάλα ζώα στο τσίρκο. Τι το ήθελε ο γείτονας τέτοιο κλουβί; Σκεφτόταν πάντα την αντίδραση της Άννας, αν το έβλεπε.

Δίχως αμφιβολία, θα σάστιζε. Θα γύριζε έπειτα το κεφάλι και με τα πύρινα μαλλιά της ν’ ανεμίζουν, θα έσκυβε να τον φιλήσει πεταχτά στο μάγουλο. Γελώντας, θα της έλεγε να βγάλουν το κλουβί απ’ την αποθήκη και να δοκιμάσουν: αν κλείνει, αν τους χωρά μαζί, αν θα μπορούσαν —αγκαλιά— να ζήσουν από εδώ και πέρα οκλαδόν στον πάτο του. Κάποια στιγμή που ο ήλιος θα της φώτιζε εκτυφλωτικά το πρόσωπο, εκείνος θα την έπιανε σφιχτά απ’ τη μέση. Θα πέρναγε το χέρι του εφαρμοστά κάτω απ’ τα δυο της στήθη, θα ‘χωνε τα ρουθούνια του στη ζεστασιά του σβέρκου της και με μια κίνηση σπασμωδική —σαν ν’ αποδιώχνει μύγες— με βία θα την έσπρωχνε μες στο κλουβί. Η Άννα σίγουρα θα φώναζε. Ίσως και να του έγδερνε το πρόσωπο με τα μακριά της νύχια. Θα έσταζε, καυτό, λίγο αίμα από τις παρειές του, θα έβαφε μ’ αυτό τα μαξιλάρια των δαχτύλων του και θα της έδινε να δοκιμάσει · με το ζόρι. Βάζοντας, έπειτα, όλη του τη δύναμη, θα ‘σερνε το κλουβί ως τη μέση του άδειου κήπου. Θ’ ασφάλιζε την κλειδαριά με το ζωνάρι του και θα καθόταν λίγα μέτρα μακριά της, με φωλιασμένο το πηγούνι μες στις χούφτες.

Η Άννα, όρθια και μαινόμενη ανάμεσα στα στάχυα, θα ‘μοιαζε ψεύτικη κι απόμακρη, όπως την έβλεπε, από παιδί, στα όνειρά του. Θ’ άρχιζε τότε, αργά και υπομονετικά μες στον ορυμαγδό, να της μιλάει για εκείνο τον Ιούλιο στο νησί. Θα ξεκινούσε περιγράφοντας τα κύματα, έπειτα θα μιλούσε για βρεγμένες αμμουδιές, κι αν η μεγάλη του αδερφή ησύχαζε, θα της σιγομουρμούριζε τη μουσική που έπαιζε το ράδιο, εκείνο το απόβραδο που, σκύβοντας μπροστά στην κλειδαρότρυπα, την είδε να χτενίζει τα μαλλιά της — κι ερωτεύτηκε.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: