Φάσμα καλοκαιριού κυκλαδινούς λαβυρίνθους ανέβαινα κατέβαινα ψευδαισθητικές κλίμακες του Έσερ τροχιές κεντρομόλες σε Χώρες σπείρες χάθηκα βρέθηκα σε πλαταιάκι μικρό εκκλησιά με το καμπαναριό να ορθώνεται αλμυρή παλάμη απαγόρευσης μια τρύπα σαν από καρφί στη μέση να μπαίνει φως να χύνεται σκοτάδι ξεπροβάλλει σαν υλικός αιθέρας η νεωκόρισσα απ’ τον ασβεστωμένο τοίχο μέσα τα μάτια της δυο γαλάζια βότσαλα σε ρηχό πηγάδι παχιές ρυτίδες ομόκεντρες επέστρεφαν βρίσκοντας στο μαντήλι. «Ποιανού είναι το εκκλησάκι;» θυμάμαι να τη ρώτησα κι αυτή σα να μεγάλωσε μπροστά μου μια γυμνή μουριά «Του Αη Γιάννη του Αποκεφαλιστή!» αντήχησε πως ήταν σίγουρη εκείνος που αγαπούσε δεν έχανε με τίποτα το κεφάλι του για μια Σαλώμη.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]







