Επόμενος σταθμός: Περιστέρι.
Είχε μια νευρικότητα απ’ το πρωί. Τα πόδια της ήταν βαριά, κουρασμένα, αλλά η καρδιά της ελαφριά, ταξίδευε πιο γρήγορα από κείνην. Σαν κάτι να περίμενε. Μέσα στο βαγόνι, ο κόσμος στριμωχνόταν βουβά. Μερικά τυχαία αγγίγματα, προκαλούσαν πότε απέχθεια πότε αμηχανία. Ο αργόσυρτος, μεταλλικός ήχος του συρμού που ξεκινούσε, είχε κάτι το πένθιμο. Άγιος Αντώνιος. Μια μακρινή ανταύγεια ευτυχίας την έκανε να τιναχτεί. Θα τα διόρθωνε όλα. Την είχε συγχωρέσει. Επόμενος σταθμός: Ανθούπολη, τερματικός. Δεν υπήρχε κάτι να συγχωρέσει. Είχαν όλα ξεχαστεί. Το μόνο που έμενε στη θέση του θυμού ήταν μια πικρία τόσο αχνή που δε μπορούσε να την ξεδιαλέξει απ’ το νοιάξιμο. Άφηνε πίσω της μια επίγευση προσδοκίας, που μέσα στο σώμα της έπαιρνε ζωή, γινόταν παράπονο, λυγμός. Σήμερα ήταν η μέρα που θα μιλούσε στη μητέρα της. Θα κατέβαινε από το τρένο, τα πόδια της θα την οδηγούσαν στην ίδια όπως πάντα πόρτα, μόνο που αυτή τη φορά θα χτύπαγε το κουδούνι. Μάνα, ήρθα. Μάνα, είναι η κόρη σου, που έχεις χρόνια να φιλήσεις. Θα της έπαιρνε ένα γλαστράκι με γαζία. Πάντα της άρεσε η γαζία. Αυτό το δεντράκι, που θα το φρόντιζε σαν παιδί, θα έλυνε όλες τις παρεξηγησεις, θα έπαιρνε από τους ώμους της το ασήκωτο φορτίο του θυμού. Αν η μάνα της μπορούσε να κάνει ένα λουλούδι ν’ ανθίσει, πάει να πει πως είναι ακόμα ικανή για αγάπη. Αν μπορούσε ν’ αναστήσει τούτο το άψυχο πράγμα, να το νοιαστεί, να του δώσει ζωή, κάτι μέσα της είναι ακόμα ζεστό, ανθρώπινο. Σκέψεις κι επιθυμίες μπλέκονταν σ΄έναν αξεδιάλυτο ρυθμό που κάπως θύμιζε τη ζωή. Το βαγόνι συνέχισε να τρέχει. Η διαρροή αερίου σταμάτησε. Κανένας από τους επιβάτες δεν επέζησε.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]







