Τη νύχτα μετά τη βράβευσή του, ο Οδυσσέας Κ. ήταν ανήσυχος, στριφογυρνούσε στο κρεβάτι, με τη βραχύβια ευτυχία του να έχει τώρα μετατραπεί σε ανεξήγητη ταραχή. «Τι έχεις;» τον ρώταγε η Πηνελόπη (ήταν το αστείο τους –λίγο μπαγιάτικο πλέον– στις λογοτεχνικές παρέες: που αυτός, ένας Οδυσσέας, μετά από άσωτες περιπλανήσεις άλλοτε στη φαντασία του κι άλλοτε στον κόσμο, είχε τέλος παντρευτεί μια Πηνελόπη).
«Τίποτα. Κοιμήσου», της απαντούσε.
Αργά τη νύχτα, ξαφνικά τινάχτηκε ξυπνώντας την.
«Τι τρέχει;» τον ρώτησε φοβισμένη – ο θάνατος ενός αγαπημένου φίλου από καρδιά, στα πενήντα, της είχε αφήσει, εκτός από θλίψη, κι ένα φόβο ότι η ζωή ήταν σαν εύθραυστο βάζο που με μια απρόσεχτη κίνηση έπεφτε κάτω κι έσπαζε.
«Είδα ένα όνειρο», της απάντησε.
«Τι όνειρο;»
«Ήταν ένα πλάσμα. Δεν μπορώ να το περιγράψω. Δεν ήταν ούτε άνθρωπος ούτε ζώο σαν αυτά που ξέρουμε, κι είχε νοημοσύνη που ήταν τεράστια κι ακατανόητη. Μπρος του είχε τρία πράγματα: μια πέτρα, το βιβλίο μου που βραβεύτηκε κι ένα άδειο κοχύλι. Για το πλάσμα, και τα τρία είχαν την ίδια αξία. Δεν μπορούσε να ψηλαφίσει την πέτρα, γιατί το πλάσμα δεν είχε χέρια• δεν μπορούσε ν’ ακούσει τη θάλασσα μες στο κοχύλι, γιατί δεν είχε αφτιά αλλά ίσως και να μην υπήρχε καν θάλασσα πια· και δεν μπορούσε να διαβάσει το βιβλίο μου, γιατί το πλάσμα δεν είχε μάτια, μα και να είχε, δεν θα ήξερε καν πως τα σημάδια μες στο βιβλίο ήταν λέξεις».
Έπειτα ξανά στριφογυρνούσε ανήσυχος, ώσπου τα χαράματα έκανε τη σκέψη: «Αύριο δεν θα γράψω ούτε μία λέξη και μπορεί και μεθαύριο να μη γράψω τίποτα» κι επιτέλους κατόρθωσε ανακουφισμένος να κοιμηθεί.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Andrew Wyeth, «Το δωμάτιό της», 1963.]







