frear

Ο γέρος – της Ελένης Κοφτερού

Πολύ το χάρηκα που πέθανε επιτέλους αυτός ο γλοιώδης γέρος. Τον θάνατό του είχα ευχηθεί πολλές φορές, αλλά ως γνωστόν, μόνο γέλια προκαλούν αυτού του τύπου οι ευχές στα κέντρα αποφάσεων του ουρανού. Πριν λίγες μέρες καθώς περνούσα διάφορα έγγραφα στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο είδα τυχαία την ληξιαρχική πράξη θανάτου του. Κάτι πιο δυνατό από αγαλλίαση με κατέκλυσε. Επιτέλους θα ξαναπάω στην πλατεία να ελέγξω τις τριανταφυλλιές. Είναι η εποχή για κλάδεμα.

Από τότε που έμαθα το παρελθόν του, δεν άντεχα ούτε να τον βλέπω και εκνευριζόμουν αφάνταστα όταν έπεφτα επάνω του στην πλατεία. Περιφερόταν από παγκάκι σε παγκάκι ακολουθώντας τον ήλιο σαν σάρκινο ρυτιδιασμένο ηλιοτρόπιο. Ένα πιασμένο λες με συρραπτικό χαμόγελο αποκάλυπτε τα ερειπωμένα ούλα του, εντείνοντας την αποστροφή μου. Κάτι νοσηρό και βρώμικο με κύκλωνε στη θέα του. Θύμωνα καθώς τον κοίταζα μέσα απ’ τα σκούρα γυαλιά ηλίου, να κάθεται δίπλα στον αιωνόβιο πλάτανο, σύμβολο γενναιοδωρίας της φύσης, σημείο αναφοράς των θρύλων , των μύθων και των πανηγυριών του χωριού. Κοντολογίς, ένιωθα ότι δεν του αξίζει να κάθεται κοντά στο δέντρο-μνημείο. Μα κι ο πλάτανος έμοιαζε ν’ αντιδρά, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Γκρίζα αχλή θάμπωνε το παρηγορητικό πράσινο των φύλλων και τα περιφερειακά κλαδιά έμοιαζαν να εκτελούν μια συντονισμένη ελάχιστη συστροφή προς τα πάνω, αυξάνοντας έστω και λίγα εκατοστά την απόστασή τους από τον αξιοκαταφρόνητο γέρο. Αρρώσταινα στη σκέψη ότι στα ίδια παγκάκια που καθόταν το μίασμα το πρωί, θ’ ακουμπούσαν τα εφηβικά τους μέλη οι μαθητές του απογεύματος. Σε κάθε διάλειμμα των δυο φροντιστηρίων που λειτουργούσαν στο χωριό, τα παιδιά έκαιγαν τα τσιγάρα και τις λαχτάρες τους γύρω απ’ τον πλάτανο.

Κι όσο σκέφτομαι ότι στην αρχή που δεν ήξερα, καθώς λίγοι μόνο μήνες είχαν περάσει αφότου είχα έρθει για δουλειά στο χωριό, εκφράστηκα με συμπάθεια για τον άθλιο γέρο, με πιάνει κρίση πανικού. Τι γλυκός γεράκος, ξεστόμισα μια μέρα στην προϊσταμένη. Τον κέρασα έναν καφέ στην πλατεία μα δεν μπόρεσε να τον πιεί ο κακομοίρης. Φαίνεται πάσχει από άνοια. Τα μάτια της αγρίεψαν, τα φρύδια της έσμιξαν σε μια ακούσια σύσπαση. Από διαστροφή πάσχει, αλλά τί να πει κανείς, η αρρώστια όλα τα θαμπώνει. Μην μου μιλάς γι αυτόν… Tον σιχαίνομαι… Μα γιατί; Τι σού έχει κάνει; Σ’ εμένα τίποτε. Αν είχε πειράξει δικό μου παιδί θα τον είχα σκοτώσει. Δεν θα ζούσε τώρα το τομάρι, που ούτε ο θεός δεν τον θέλει κοντά του και δεν λέει να πεθάνει το κάθαρμα. Πες μου σε παρακαλώ, την κοιτώ με αγωνία που μεταλλάσσεται σε φόβο. Άκου λοιπόν, ξεκίνησε την αφήγηση αδυνατώντας να κρύψει το τρέμουλο που ξεκινούσε στα χείλη και στα χέρια της. Αυτός ο γέρος που βλέπεις στην πλατεία ήταν από τους πλουσιότερους του χωριού. Βίαζε μικρά αγόρια εξαθλιωμένων απ’ τη φτώχεια οικογενειών κι έπειτα εξαγόραζε τη σιωπή των γονιών τους με μετρητά ή μεταβίβαζε σ’ αυτούς κάποιο χωραφάκι. Τα ξεγελούσε με σοκολάτες και καραμέλες, καμιά φορά μονάχα με ένα πιάτο φαγητό… Κανείς δεν ξέρει πόσα ακριβώς ήταν τα θύματά του. Υποψίες υπήρχαν από δασκάλους, ακόμη κι από τους ντόπιους, μα εξαντλούνταν σε κουτσομπολιά, εικασίες και ανώφελη οργή. Μέχρι πριν από είκοσι χρόνια κανείς δεν τον είχε καταγγείλει. Εκείνον τον καιρό ήταν που ήρθαν οι πρώτοι Αλβανοί στο χωριό αναζητώντας δουλειά στα κτήματα.

Αχ φτωχέ μου Ελία, αγγελούδι μου, ψέλλισε κι ένας πνιχτός λυγμός-μικρό παγιδευμένο ζώο – ξέφυγε απ’ το λαρύγγι της… Ήταν μονάχα έντεκα χρονών φώναξε συντετριμμένη. Δεν θέλω να πω άλλα, σταμάτησε απότομα αφήνοντας γιγαντωμένη την απορία, μετέωρη την οργή. Συνέχισε, την εκλιπαρώ. Τι να σου πω κορίτσι μου; Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν λειψοί όπως οι χωριανοί. Ο πατέρας του Ελία προσπάθησε να τον σκοτώσει με καραμπίνα αλλά αστόχησε. Οι ντόπιοι τον κατήγγειλαν στην αστυνομία κι εκείνος υπέβαλε μήνυση στον γέρο για βιασμό ανηλίκου. Υπήρχε Αστυνομικός Σταθμός τότε στο χωριό. Διοικητής ήταν ο γαμπρός μου, ο Τάσος. Έκλεισε τις πόρτες αφού πρώτα είχε κλείσει στο κρατητήριο τον πατέρα του Ελία. Ποτέ στην εικοσάχρονη θητεία του δεν είχε ξαναχτυπήσει κρατούμενο. Τον βιαστή κόντεψε να τον σκοτώσει με μπουνιές και κλωτσιές ο Τάσος. Ο δύστυχος αλβανός εκείνη τη νύχτα άκουγε μέσα απ’ το θλιβερό κρατητήριο τις κραυγές του βιαστή, όπως τις επόμενες νύχτες άκουγε τους εφιάλτες τού παιδιού του. Δεν άκουσε όμως την πόρτα της καλύβας τη νύχτα που το παιδί την άνοιξε κρυφά κι έφυγε τρέχοντας προς τα κτήματα. Το σκοινί με το οποίο κρεμάστηκε στην ελιά το βρήκε παρατημένο σε μια γράνα. Βρώμικο κι ερειπωμένο, όμοιο με απολιθωμένο φίδι κουλουριάστηκε στον λευκό λαιμό του παιδιού, για να ρημάξει την αρμονία του κόσμου, εκείνο το πρωινό που τον βρήκε ο Τάσος μαζί με δυο νέους αστυνομικούς.

Είχα πανιάσει. Η προϊσταμένη έτρεμε πια σύγκορμη κι έκλαιγε με λυγμούς. Κι ο γέρος δεν καταδικάστηκε; Δεν πήγε φυλακή; Φυσικά και πήγε αλλά τί να το κάνεις; Όταν καταδικάστηκε σε ισόβια ήταν εξηνταοκτώ χρονών. Πέρασε τα ογδόντα, τον χτύπησε και η αρρώστια και βγήκε. Αντί να τον βρει ένας βασανιστικός κι επίπονος καρκίνος, έπαθε άνοια και ξέχασε τα κρίματά του. Ανήμπορη ν’ ακούσω λέξη παραπάνω, βγήκα να πάρω αέρα. Μια δυσοσμία από την καύση των πυρήνων της ελιάς σκέπαζε κάθε ίχνος παρηγορητικής ευωδιάς, απ’ αυτές που αιώνες τώρα, εξουσιάζουν τον αέρα της υπαίθρου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Édouard Boubat.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη