frear

Το Χαντάκι – της Μαρουσώς Αθανασίου

Στην Α. Φ.

Συνήθως κοιμάμαι μπρούμυτα. Με τα πέλματα ανάμεσα στο στρώμα και το κρεβάτι. Στην πραγματικότητα δεν έχω επιλογή. Ή μπορεί και να έχω αλλά δεν το έχω σκεφτεί ιδιαίτερα. Οπότε κάθε φορά που έχω την ευκαιρία να κοιμηθώ, γυρίζω μπρούμυτα, βάζω τα πόδια μου ανάμεσα στο στρώμα και το κρεβάτι, παίρνω αγκαλιά το μαξιλάρι και κοιμάμαι. Βασικά, όχι ακριβώς αγκαλιά. Είναι σαν να το καβαλάει ο κορμός και το κεφάλι μου. Το στήθος μου και το κεφάλι μου. Αφήνω έτσι χώρο στο στομάχι μου να ανεβοκατεβαίνει όσο κοιμάμαι. Να αναπνέω δηλαδή. Όσο ακόμα μπορώ να το κάνω. Τώρα που το σκέφτομαι δε β ά ζ ω τα πέλματά μου ανάμεσα στο στρώμα και το κρεβάτι. Τα σ τ ρ ι μ ώ χ ν ω. Εννοώ τα χώνω με τέτοιο τρόπο που και με πονάνε τα δάχτυλά μου και δεν είναι καθόλου εύκολο να τα βγάλω. Το βασικό ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι γιατί υποβάλλω τον εαυτό μου σε ένα τέτοιο μαρτύριο, γιατί περί μαρτυρίου πρόκειται σας βεβαιώ. Πολλές φορές μέσα στη νύχτα, έχω ξυπνήσει γιατί έχει σκαλώσει κάποιο από τα θεόστραβά μου δάχτυλα σε εκείνο το χαντάκι και δεν μπορώ να το βγάλω. Στο δικό μου κρεβάτι, φροντίζω πάντοτε να ανεβάζω το στρώμα όσο πιο κοντά γίνεται στο κεφαλάρι, ώστε το χαντάκι να μεγαλώνει. Να μπαίνουν και να βγαίνουν τα πέλματά μου με ευκολία. Όμως, κι εδώ είναι το περίεργο, τότε είναι σαν να μην υπάρχει. Σαν να έχω απλώς τα πόδια μου πάνω στο κρεβάτι. Κι αυτό μου δημιουργεί μια αίσθηση ματαίωσης. Ναι, αυτή είναι η λέξη, ματαίωση. Οπότε όταν σιγά σιγά, το στρώμα παίρνει τη σωστή θέση, και λέγοντας σωστή θέση εννοώ τη θέση όπου το χαντάκι δεν είναι ούτε στενό αλλά ούτε φαρδύ, νιώθω μια κάποια ανακούφιση που μπορώ να νιώθω την πίεση και του στρώματος και του ξύλου του κρεβατιού. Τόση ώρα όμως, μιλάμε για το δικό μου κρεβάτι. Το παλιό, ξύλινο και γνώριμο παιδικό μου κρεβάτι. Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν πρέπει να κοιμηθώ σε ένα κρεβάτι που δεν το ξέρω ή σε ένα κρεβάτι που και να το ξέρω δεν είναι το δικό μου. Γιατί όσο και να ξέρεις ένα κρεβάτι, για να γίνει δικό σου πρέπει να έχεις καταφέρει μια ρουτίνα μαζί του. Να έχεις δημιουργήσει μια σχέση. Να ξέρεις τις χαραμάδες του, τους ρόζους πάνω στα ξύλα του ή τα σταξίματα του βερνικιού. Την απόσταση του από το πάτωμα. Αν χωράς ή δε χωράς να μπεις από κάτω. Πόσες φορές κατουρήθηκε το στρώμα ή δεν κατουρήθηκε γιατί το έχεις αγοράσει ως ενήλικας. Γεγονός βέβαια που δεν αναιρεί το κατούρημα του στρώματος. Πόσοι και πόσοι δεν έχουν κατουρηθεί στον ύπνο τους βλέποντας εκείνο το παραπλανητικό όνειρο ότι είναι στην τουαλέτα; Τότε λοιπόν, τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο. Όλη τη νύχτα ψάχνω να βρω κάτι που να με κάνει να νιώσω όπως όταν στριμώχνω τα πέλματά μου στο χαντάκι. Ξαπλώνω στην άκρη και βάζω τα δάχτυλα του χεριού μου, του αριστερού ή του δεξιού ανάλογα σε πιο πλάι έχω ξαπλώσει, μέσα στο πλαϊνό ξύλο και προσπαθώ να το χώσω κάτω από το στρώμα. Αυτό μην το επιχειρήσετε σε όλα τα κρεβάτια, γιατί οι περισσότεροι τείνουν να μην καθαρίζουν τα πλαϊνά του κρεβατιού τους και τις περισσότερες φορές μπορείς να καταλήξεις άγρυπνος και με ένα σωρό φτερνίσματα και άλλα δυσάρεστα από τη σκόνη. Αν αυτή είναι η περίπτωση, τότε πρέπει να βρω κάτι άλλο. Ψηλαφίζω με το ένα χέρι μου το κεφαλάρι, ψάχνοντας για μια ρωγμή, μια ατέλεια στο βάψιμο, λίγη κόλλα από κάποιο αυτοκόλλητο που μπορεί να είχε βάλει ο κάτοχος ή κάτι τέλος πάντων που θα σπάει την τελειότητα αυτού του ξένου κρεβατιού και που θα με κάνει να γνωρίζω τα μυστικά του. Γιατί όσο και να μην το παραδεχόμαστε, τα μυστικά και οι ατέλειες είναι που μας φέρνουν κοντά, είτε με τα πράγματα είτε με τους ανθρώπους. Αν υπάρχουν άνθρωποι. Αλλά δεν είναι αυτή η περίπτωση. Εδώ δεν υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει μόνο ένα κρεβάτι, εγώ και η αϋπνία μου. Αν δεν βρω λοιπόν και την ατέλεια στο κεφαλάρι, ξαπλώνω ανάποδα. Με τα πόδια στο κεφαλάρι και το κεφάλι στα πόδια. Όταν λέω στα πόδια δεν εννοώ ότι διπλώνομαι στη μέση και ακουμπάω το κεφάλι μου στα πόδια μου, θα ήταν πολύ άβολη στάση για ύπνο και ειδικά για μένα που για να αγγίξω τα δάχτυλα του ποδιού μου με τα χέρια πρέπει να λυγίσω εντελώς τα γόνατα, αν βέβαια δεν είναι από κείνες τις μέρες με τους νοτιάδες που δεν μπορώ καν να τα λυγίσω. Εννοώ επομένως, το μέρος εκείνο του κρεβατιού που κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει το χαντάκι, όπου τότε θα είχαν λυθεί όλα τα προβλήματα και δε θα χρειαζόταν να κάνουμε τώρα όλη αυτή την κουβέντα, και που δεν μπορώ να βρω μια αξιόλογη λέξη που να το περιγράφει ή να το ορίζει επακριβώς. Και δεν είναι πως δεν προσπάθησα να βρω μια λέξη. Όχι ότι πήγα και σε βιβλιοθήκες και έψαχνα με τις ώρες. Αλλά μία διαδικτυακή έρευνα την έκανα και οι μόνες πληροφορίες που κατάφερα να βρω είναι πώς να τοποθετήσω το κρεβάτι για καλό φενγκ σούι, πώς ήταν το κρεβάτι του Προκρούστη κι ένα κυπριακό γλωσσάρι που εξηγεί τη λέξη καρκόλα. Τίποτα από αυτά όμως δε λύνει προφανώς το πρόβλημα ορισμού της κάτω μεριάς του κρεβατιού όπου θα έπρεπε να υπάρχει το χαντάκι. Και το βασικότερο, δε λύνει το πρόβλημα ότι δεν υπάρχει το χαντάκι. Τις περισσότερες φορές, ούτε αυτό το πάνω – κάτω λύνει τίποτα γιατί δεν καταφέρνω να βρω κάτι. Τα καινούρια κρεβάτια ειδικά, δεν έχουν καν αυτό για το οποίο δεν έχω βρει λέξη και τώρα που το σκέφτομαι μπορεί γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο να μην την έχω βρει, αφού κι αυτό το ίδιο δεν υπάρχει πια. Αλλά εφόσον κάποτε υπήρχε κάπως πρέπει να το έλεγαν, όμως τώρα δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα μας είναι ότι τίποτα δε λύνει το πάνω – κάτω κι έτσι ξαναγυρίζω το πάνω πάνω και το κάτω κάτω. Η επόμενη προσπάθεια είναι να τυλιχτώ με το σεντόνι ή με την κουβέρτα, αν είναι χειμώνας, με τέτοιο τρόπο ώστε να νιώθω το ανάλογο στρίμωγμα. Γι’ αυτή τη δουλειά είναι πιο εύχρηστο το σεντόνι γιατί μπορείς εύκολα να τυλίξεις τα πέλματα σου και να νιώσεις κάποιον εγκλωβισμό, κάτι που δεν μπορείς να κάνεις με την κουβέρτα λόγω διαφορετικής υφής και πάχους. Όμως, ο εγκλωβισμός δεν έχει καμία σχέση με το στρίμωγμα στο χαντάκι. Τολμώ να πω ότι έχει τα εντελώς αντίθετα αποτελέσματα μάλιστα, γιατί πρώτα από όλα δεν έχει αυτή την ευχάριστη αίσθηση του κρύου ξύλου που σε αγγίζει, ειδικά του βερνικωμένου ξύλου, και έπειτα είναι ένα σκέτο μπουρδούκλωμα που μπορεί να δημιουργήσει πανικό. Ναι, πανικό. Είναι σαν να ψάχνεις την έξοδο σε ένα λαβύρινθο που μπήκες, νομίζοντας μαλακωδώς ότι θα τη βρεις πολύ πιο εύκολα από οποιονδήποτε άλλο βλάκα που μπήκε για οποιονδήποτε ηλίθιο λόγο θα μπορούσε να μπει κανείς σε ένα λαβύρινθο. Οπότε τζίφος κι αυτή η προσπάθεια και η ματαίωση συνεχίζεται με άλλες απέλπιδες απόπειρες να βρω έναν τρόπο να νιώσω αυτή την πλήρως ισορροπημένη αίσθηση στριμώγματος και θαλπωρής ώστε να μπορέσω να κοιμηθώ. Έτσι με βρίσκει συνήθως το ξημέρωμα. Ανάσκελα αυτή τη φορά. Να σκέφτομαι γιατί δεν είμαι τώρα στο παλιό, ξύλινο, γνώριμο παιδικό μου κρεβάτι, με το χιλιοκατουρημένο στρώμα και με το χαντάκι έτοιμο να με υποδεχτεί κι εμένα και τα ταλαιπωρημένα πόδια μου. Μ’ αυτά και μ’ αυτά αποκοιμιέμαι, συνήθως τη στιγμή που υπόσχομαι να μην το ξανακάνω.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη