Μια σταγόνα νερό, στιλπνή και διάφανη, ξεδιψάει το μάτι πρώτα – είναι ένα πολύτιμο υγρό πετράδι. Ώσπου να τη στάξεις στην αντικειμενοφόρο πλάκα στο μικροσκόπιο και να κολλήσεις το μάτι στον προσοφθάλμιο φακό – και τότε, ένας κόσμος ολόκληρος σου φανερώνεται, πλήρης τεράτων και μαγικών πλασμάτων. Μονάχα που το νερό, ως λαμπερό διάφανο υγρό που σβήνει τη δίψα, έχει πλέον χαθεί. Ένας κόσμος ολόκληρος από κεραίες, πόδια, ουρές, σπείρες κι άλλα εξαρτήματα, λογής λογής, έχει αντικαταστήσει ό,τι μέχρι τώρα γενικόλογα αποκαλούσες «νερό». Κάθε φορά που γεμίζεις έπειτα το ποτήρι σου, δεν μπορείς πρώτα για μία στιγμή, προτού να το φέρεις στα χείλη σου, να μην το κοιτάξεις με καχυποψία. Αυτή είναι η μοίρα του μεταφραστή. Εκεί που ο αναγνώστης, παρασυρμένος από την πλοκή, κυλάει μαζί με τον ποταμό των λέξεων, ο μεταφραστής παίρνει ξέχωρα τη σταγόνα κάθε φράσης και τη στάζει στην αντικειμενοφόρο πλάκα του. Ό,τι θα περνούσε απαρατήρητο μεγεθύνεται: ουσιαστικά με κεραίες, ρήματα με ποδαράκια, επιρρήματα μ’ ουρές, όλα κολυμπάνε ανάκατα μες στη σταγόνα, ώσπου η φράση να περάσει από τη μια γλώσσα στην άλλη, το μάτι να σηκωθεί απ’ τον προσοφθάλμιο φακό και το νερό να ξαναγίνει νερό. Και ξανά. Ώσπου τέλος το μάτι δανείζεται κάτι από τη φύση του φακού, κι ο μεταφραστής συνηθίζει να βλέπει διά γυμνού οφθαλμού τη γραμματική και συντακτική μικροπανίδα και μικροχλωρίδα. Αυτός, ο πιο διεξοδικός αναγνώστης, είναι καταδικασμένος να μην ξεδιψάσει ποτέ ξανά, ανέμελος, μ’ ένα καλό βιβλίο.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]







