ΣΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ ΚΟΥΔΟΥΝΙΖΟΥΝΕ ΟΙ ΕΓΝΟΙΕΣ ΤΟΥΣ
Ξυπνάνε.
Κι έχουν στα μάτια ακόμα,
του ύπνου, επίμονα, τα κρόσσια…
Πίνουνε βιαστικά απ’ τον καφέ τους, μια γουλιά.
Ρίχνουν μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη.
Ξεκλειδώνουν.
Ξεκινάνε…
Στις τσέπες κουδουνίζουν οι έγνοιες τους…
Κι είναι, κιόλας,
η μέρα
γύρω από τον λαιμό τους
περασμένη.
Γι’ άλλους, κολιέ.
Γι’ άλλους, θηλιά!…
***
ΤΑ ΔΙΨΑΣΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Μάζεψε τα σκόρπια
ποιήματα…
Κι ήταν,
σαν τα κομμάτια του
να μάζευε…
Τα μάζεψε.
Κι όλο αγκυλώνονταν
στα δάχτυλα,
από τ’ αγκάθια,
που μοναχά
τα διψασμένα ποιήματα
έχουν!
***
Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΔΙΑ
Την ευτυχία των θνητών μακάρισεν ο Δίας.
Της άγνοιάς τους το προνόμιο.
Των γεγονότων τη ροή, μονάχα αντιλαμβάνονται.
Για τα μελλούμενα, γνώση δεν έχουν.
Την ολοκληρωμένη εικόνα δεν μπορούν να δουν!
Της λιγοστής χαράς τους τις στιγμές,
αιώνιες τις φαντάζονται.
Της γνώσης τη θλίψη δεν την νιώθουν!
Βασίζουν τη ζωή τους
στης ζωής το αβάσιμο.
Τις ανελέητες Μοίρες δεν γνωρίζουν.
Τις ανελέητες Μοίρες και τις αποφάσεις τους!
Αυτά, ο Δίας συλλογιζόταν…
Κοιτούσε, ώρα πολλή, το ερωτευμένο ζεύγος…
Έφτανε ως αυτόν η ευωχία των αισθημάτων!
Όμνυαν στην αιώνια αγάπη τους.
Στου έρωτά τους όμνυαν το αρραγές!
Είδε ο θεός
τ’ αγκαλιασμένα τους σώματα,
τα πρόσωπά τους τα ηδονικά,
των ματιών τους, το φέγγος,
και θλίψη ένιωσε ο αθάνατος.
Κι απέστρεψε το βλέμμα!
Είχε η Κλωθώ αλλιώς αποφασίσει!
Είχε η Κλωθώ, από καιρό,
τον χωρισμό υπογράψει…
[Ο Τάσος Σ. Μάντζιος κατάγεται από την Πλακωτή Θεσπρωτίας και είναι εκπαιδευτικός.Υπηρετεί στο 7ο Γυμνάσιο Γλυφάδας. Δεν έχει ακόμα εκδώσει κάποια ποιητική συλλογή. Ζωγραφική: Nuria Meseguer.]







