Να σου πω μια ιστορία για τα βουνά. Όχι για τα δικά μας βουνά, τη γαλάζια θάλασσα που υψώνεται στο ηλιοβασίλεμα. Όχι για τα δικά μας βουνά, εφ’ ων ησυχία βασιλεύει που λέει ο ποιητής. Να σου πω μια ιστορία για μακρινά, τα άγνωστα βουνά στους τόπους που δεν ξέρεις αν έχουν γαλήνη ή αν η γαλήνη τους έχει άλλο νόημα από αυτό που της δίνουμε εμείς. Να σου μιλήσω και για τους ανθρώπους που ζουν σε αυτά. Όχι πάνω τους μα ανάμεσα τους.
Να σου πω μια ιστορία για τα βουνά, λοιπόν. Θα σου φανεί παράξενο. Δεν θα αρχίσω με αυτά. Θα τα χρησιμοποιήσω για αρχή σαν σκηνικό. Φαντάσου λοιπόν μια πόλη χτισμένη στα θεμέλιά τους. Μπορείς να ζήσεις εκεί χωρίς να τα περάσεις ποτέ. Μπορείς να περάσεις χρόνια εκεί χωρίς να έχεις πατήσει το πόδι σου σε όλη την επικράτεια που ορίζουν. Δεν σου μιλάω για καμιά μεγάλη επικράτεια αλλά για μια πόλη συνηθισμένη στο μέγεθος σαν αυτές που έχουμε στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Αυτά αρκούν για αρχή. Τα επιμέρους δεν τα θυμάμαι όλα και δεν θα μας χρειαστούν.
Ζούσε σε αυτήν την πόλη – και ελπίζω να ζει ακόμα, ή εκεί ή κάπου άλλου αλλά να ζει τέλος πάντων!… Το όνομα της δεν το θυμάμαι. Για να είμαι ειλικρινής τη ρώτησα και δεν πήρα απάντηση. Δεν μπορείς να περιμένεις ιδιαίτερες κοινωνικές δεξιότητες τρεις ώρες μετά τα μεσάνυχτα από έναν άνθρωπο που έχει κατεβάσει ένα κουτί χάπια. Δεν θέλω να επεκταθώ ούτε στα χάπια… Παρόλα αυτά, αφού επιμένεις θα σου το πω. Ένα κουτί αντικαταθλιπτικά. Αυτό μας είπε. Τα φάρμακα που διώχνουν την λύπη. Παραλίγο να διώξουν και την ίδια. Τελικά την προλάβαμε. Τα καταφέραμε μάλιστα δίχως ιδιαίτερη δυσκολία. Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή.
Πρώτη φορά την είδα πάνω σε ένα φορείο. Τα μάτια της ήταν σχεδόν κλειστά, τόσο που να φαίνεται μονάχα μια ασπριδερή γραμμή κάτω από τα βλέφαρα. Θυμάμαι το στόμα της. Έτρεμε ολόκληρη αλλά έπρεπε να δεις τα σαγόνια της να χτυπούν το ένα πάνω στο άλλο. Ανασηκωνόταν με ζόρι. Δεν μίλαγε και όμως αρνήθηκε την πλύση στομάχου. Με νοήματα. Ήταν σαν να μας έλεγε «παρατήστε τα, αμάν πια!» Ήταν σαν να μιλούν πολλοί άνθρωποι μαζί. Τόσο επίμονα. Όλοι για έναν και ένας για όλους.
Ναι μπορείς να το πεις και αυτό. Μπορείς να πεις ότι μιλούσαν δύο άνθρωποι ταυτόχρονα αλλά εγώ θα επιμείνω στον ένα. Διπολική διαταραχή το λένε το πρόβλημα του ενός ή των δύο ανθρώπων. Παρόλα αυτά εγώ θα επιμείνω στον ένα. Γιατί όλοι ακούμε δύο τουλάχιστον φωνές μέσα μας σε κάθε μας βήμα. Για αυτό είμαστε αυτό που είμαστε. Γιατί πάντα έχουμε την επιλογή. Μπροστά – πίσω, ζερβά – αριστερά, πάνω – κάτω, παντού και πουθενά. Μόνο που σε εμάς αυτή η διχογνωμία είναι πιο ήπια και αρκετά σπανιότερη. Η διπολική διαταραχή δεν σε βγάζει έξω από τον κόσμο των ανθρώπων. Αντίθετα, όπως το βλέπω, σε κάνει πιο πολύ άνθρωπο, σε κατεβάζει στα αμπάρια της πραγματικότητας. Εκεί που όλα τα στεγανά μπάζουν και μπορείς να δεις τη θάλασσα με τα φύκια, τον λαό και τους νόμους της να μπαίνει από παντού. Όλοι κάνουμε τη βάρδια μας σε αυτά τα αμπάρια. Εκείνη είναι μόνιμα εκεί.
Τι κάνεις για αυτό; Τι κάνεις όταν δεν αντέχεις άλλο την πλημμύρα της ζωής; Μία λύση είναι αυτή που διάλεξε εκείνη. Αρνείσαι τη ζωή, αρνείσαι την πολλαπλότητα της και κάνεις πανιά για αλλού. Δεν θα το συζητήσω τώρα αυτό το «αλλού». Πώς όμως σαλπάρεις όταν είσαι κλεισμένος στο αμπάρι. Χρησιμοποιείς τα ίδια τα εργαλεία που σου πέταξαν. Παίρνεις τα χάπια σου. Όλα όμως, ό,τι βρεις μπροστά σου – όχι μισές δουλειές.
«Οχτώ χάπια πήρε, οχτώ μεγάλα χάπια» ‒έτσι μας έλεγε ξανά και ξανά η μάνα της. Έπειτα έφυγε για να δει ποια χάπια ήταν αυτά. «Δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν κοίταξα τίποτα όταν την είδα να τρέμει στο πάτωμα…απλά έβαλα τις φωνές». Δεν μας το είπε αυτό. Το φώναζε όμως το βλέμμα της όταν μας άκουγε να συζητάμε προβληματισμένοι. Τα αντικαταθλιπτικά είχε πάρει. Δεν χρειαζόταν μεγάλη φιλοσοφία για αυτό. Δεν είχε και κάτι άλλο εύκαιρο. Δες την λίγο πριν τα πάρει. Κάθεται ή στέκεται όρθια. Έχει κλείσει την πόρτα ή μάλλον την έχει μισοκλείσει. Το ίδιο και τα φώτα. Τα περισσότερα σβηστά αλλά έστω ένα-δύο είναι αναμμένα. Δεν είμαι κανένας προφήτης. Τη φαντάζομαι μονάχα να ακροβατεί ανάμεσα σε δύο φωνές. Δύο φωνές που ουρλιάζουν μέσα στα αυτιά της. Τι κάνεις τότε; Τίποτα ολόκληρο. Μισοδουλειές. Μισόκλειστη πόρτα, μισάνοιχτα φώτα. Μισό κουτί χάπια. Οχτώ είναι λίγα. Εννοώ ότι κανένα κουτί δεν έχει μόνο οχτώ…
Αυτό που δεν ξέρω είναι γιατί έτρεμε. Μόλις την είδα νόμισα ότι καιγόταν στον πυρετό. Να το πω και αυτό. Δεν πλησίασα στην αρχή. Φοβήθηκα τους πυρετούς –δεν ξέρεις τι αρρώστιες κυκλοφορούν εδώ. Πήγα κοντά της λίγο αργότερα όταν άδειασαν το φορείο και την έβαλαν να καθήσει. Τώρα άστα να πάνε είπα… «Φίβερ; Ιζ ιτ φίβερ; Νοου; Νιουρολοτζικαλ; Νοτ εξακτλυ;» Μην στα πολυλογώ. Έτσι έμαθα όσα σου είπα. Έπειτα κάθησα και εγώ εκεί δίπλα χωρίς φόβο. Της ρίξαμε και μία κουβέρτα μπας και ζεσταθεί λίγο.
Σε μια στιγμή ανασηκώθηκε. Το ρίγος χειροτέρεψε. Μόλις είδα το πάτωμα κατάλαβα. Έκανε εμετό. Τα έβγαζε όλα. Έπιανε το λαιμό της, το στόμα της, τιναζόταν. Τα ξέρεις αυτά. Ξέρεις πως είναι ο εμετός. Ή μάλλον άσε με να σου πω:
Βγαίνει αυθόρμητα και με ζόρι ταυτόχρονα. Δεν σε αφήνει χωρίς πόνο. Δεν ξέρεις πότε τελειώνεις. Καταπίνεις μια πικρίλα. Έπειτα σε ξαναπιάνει το ίδιο σφίξιμο. Διπλώνεσαι, γρυλίζεις. Θέλεις να τελειώνεις αλλά δεν μπορείς. Έσφιγγε τα μάτια της, τα χέρια της, μούγγριζε. Εμείς πανηγυρίζαμε. Χωρίς τύψεις. Έκανε πλύση στομάχου μόνη της. Κάποιος της έφερε ένα σκουπιδοτενεκέ. Την κρατήσαμε κάτω και συνεχίσαμε να γελάμε. Συνεχίσαμε να γελάμε ενώ αυτή διπλωνόταν στους πόνους. Παράδοξο πράγμα να κάνεις και ακόμα πιο παράδοξο να το παραδέχεσαι και να φιλοσοφείς.
Παράδοξο όμως ήταν και αυτό που έγινε μετά. Άρχισε και εκείνη να γελά μαζί μας. Ένα σπασμένο γέλιο. Με τα μάτια κλειστά και το στόμα να τρέμει ακόμα. Ένα σπασμένο γέλιο μπλεγμένο με γαστρικά υγρά. Μπλεγμένο γέλιο πάνω στις σπονδές των δύο φωνών. Λες και μπορούσε για λίγο να ξεφύγει από τα διασταυρούμενα πυρά και να μπλεχτεί στη χαρά άγνωστων και ανωνύμων για αυτήν ανθρώπων.
Έτσι περνούν οι μεγάλες ώρες της νύχτας. Με το γέλιο να παρελαύνει σαν ανάπηρος πολέμου κάτω από τους ήχους του πρότερου φόβου που σιγοκαίγεται. Ο φόβος όταν αδειάζει είναι μια άδεια σακούλα. Ο άνεμος την σηκώνει και είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Πάνω στο γέλιο πήρα το κινητό, άναψα τον φακό και έριξα το φως πάνω στα βλέφαρα της. Δεν χρειάστηκε να φωνάξουμε πολλές φορές «άνοιξέ τα». Οι πόρτες άνοιξαν και μας υποδέχθηκαν δύο καφετιές σφαίρες που τραβιούνταν καθώς πλησίαζε το ψιλόβροχο των φωτονίων. Προσαρμόστηκε σύντομα μα εξίσου σύντομα ξανάκλεισε τα μάτια. Ίσως από κούραση, ίσως από την προηγούμενη ζάλη τα ανοιγόκλεινε συνεχώς. Τότε παρατήσαμε τα τηλέφωνα και αρχίσαμε να μιλάμε. Πιάσαμε πρώτα τα τυπικά, την προκαταρκτική ανάκριση… Πώς σε λένε;…Πού είσαι;…Ποιοι είμαστε εμείς;…
Ρίξαμε πολλές σφαίρες στο κενό μέχρι να πετύχουμε τον στόχο μας. Και όταν τον πετύχαμε τα λόγια είχαν πάρει το δρόμο τους…Πώς σε λένε λοιπόν;…Γιατί μωρέ τα πήρες τα χάπια;….Δεν βλέπεις πως τους έκανες τόσους ανθρώπους και τρέχουν ξημερώματα;… Όταν τον πετύχαμε, ο στόχος είχε πια φαγωθεί και οι απαντήσεις που πήραμε δεν ήταν ολόκληρες γιατί όλα αυτά δεν τα απαντάς με μια φωνή πόσο μάλλον με δύο… Δεν απάντησε ευθέως αλλά επανέλαβε τις ερωτήσεις. Όσες απαντήσεις πήραμε ήταν τελικά μισές. Αρκετές όμως για να καταλάβουμε πως η συνείδηση της επανερχόταν.
«Πού είναι οι παντόφλες μου;» Μας το πέταξε προσπαθώντας να σηκωθεί. Παραλίγο και θα έπεφτε στο πάτωμα. Στο παρατρίχα την προλάβαμε. Έπειτα προσπάθησε να ξανασηκωθεί και δύο ή τρεις φορές μετά στάθηκε στα πόδια της. Την βάλαμε με το ζόρι να καθίσει. Το έβλεπες όμως πια πως η δουλειά μας είχε τελειώσει. Ξαναγύριζε στην προτέρα κατάσταση. Όπως πριν τα οχτώ χάπια. Δύο φωνές να αντιφάσκουν και εκείνη να ισορροπεί πυρετωδώς μεταξύ τους. Τα είχαμε καταφέρει. Με φωνές, γέλια και φακούς κινητών. Τώρα όμως δεν γελάγαμε. Δεν υπήρχε κοινός ειρμός. Καθένας επέστρεφε στη θέση και το στοχασμό του. Τη σκουντήσαμε λίγο στην πλάτη και σηκωθήκαμε. Είχαν ήδη μαζευτεί συγγενείς της και κόσμος…πολύς κόσμος που δεν μπορεί να καταλάβει πως γίνεται να γελάς όταν εκείνος δεν ξέρει τι του συμβαίνει. Γι’ αυτό δεν γελάσαμε αλλά προχωρήσαμε ανάμεσα στον κόσμο. Ανάμεσα στον κόσμο που θα ήθελε κατά βάθος να μπορούσε να γελάσει με τον εαυτό του και με τους άλλους. Προχωρήσαμε ανάμεσα στον κόσμο που ζει ανάμεσα στα βουνά και θα ευχόταν να ξεφύγει από αυτά και από τη μιζέρια που του μοιράζουν καθημερινά.
Ήρθε όμως η ώρα να επιστρέψω στα βουνά. Πιστεύω πως αυτή είναι η ιστορία τους ή μάλλον μία από τις ιστορίες τους. Δεν είναι τα βουνά το θέατρο. Γυρίζουμε ανάμεσα τους. Αφήνουμε το γέλιο μας να πλανιέται στις χαράδρες τους. Τελικά ζούμε χωρίς αυτά γιατί πιστεύουμε ότι τίποτα δεν μπορούν να κάνουν. Μόνο που στο τέλος τα βουνά εκδικούνται με το μόνο μέσο που διαθέτουν. Φέρνουν κομπάρσους. Σε αναγκάζουν να τους δεχθείς γιατί κανείς δεν μπορεί να είναι κομπάρσος. Ξεκινούν μόνα τους άπειρες άλλες ιστορίες. Μα έτσι η πρώτη ιστορία χάνεται. Δεν θα ξαναδείς μήτε θα ξαναμιλήσεις με τις δύο φωνές… Δεν θα μάθεις ποτέ τα ονόματα, τα όνειρα, την αγανάκτηση τους… Αυλαία και τέρμα όλα! Αυτός είναι ο νόμος των βουνών. Ούτε τους τρελούς δεν σου αφήνουν!…Αυτή είναι η ιστορία των ανθρώπων. Αυτήν την ιστορία κλέβουν ζηλόφθονα τα βουνά και αφήνουν μετέωρο το τέλος της…
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Loretta Lux.]







