frear

Το προικιό – του Θεόδωρου Ε. Παντούλα

στον Κωνσταντίνο Μπλάθρα

Έχω και προίκα, τι νόμισες; Δεν είχε τίποτα άλλο να μ’ αφήσει ο γέρος και μ’ άφησε αμανάτι κάτι παλιοχώραφα. Και την ευχή του.

Θα πάω στην εφορία και θα τους ξηγηθώ χάρισμα. «Αποποίηση κληρονομιάς». Τι να τα κάνω ρε; Να πάνε αυτοί να σπείρουνε στο σκατοχώρι.

Μαύρη πέτρα έριξα. Έφυγα κι ήξερα πως δεν θα ξαναγυρίσω. Δεν γουστάρω. Έκανα αμάν να φύγω. Μην κοιτάς που δεν μιλάω. Και τι να πω; Δέκα οχτώ χρόνια έζησα εκεί. Έζησα…, τέλος πάντων. Δέκα οχτώ χρόνια πάλευα να φύγω. Να γλιτώσω από την γιδίλα και την βλαχιά τους.

Ωραία είναι μόνο στις διαφημίσεις τα χωριά. Διάβαζα να ξεκουμπιστώ. Να ’ναι καλά ο καθηγητής μου, ο Άρης, άγιος άνθρωπος, που με βοήθησε να την κάνω. Κι οι μαλάκες να λένε πως μ’ έπιασε γκόμενα ο μαθηματικός! Τόσο τους έκοβε. Γκομενιλίκια τους έλειπαν, γκομενιλίκια ονειρεύονταν τα λιγούρια. Παλιοπούτανο εγώ, νοικοκυραίοι αυτοί. Τι να λέμε;

Εντάξει, δεν πέρασα Ιατρική. Καλά ήταν και στη Νοσηλευτική –μην σου πω και καλύτερα. Από το πρώτο εξάμηνο δουλεύω. Ξεσκατίζω παρατημένες γριές και ληγμένους γέρους. «Μαύρα» τα περισσότερα.

Τι να μου στείλει ο γέρος; Ούτε τσιγάρα δεν είχε. Έστριβε, και καλά, ότι καπνίζει λιγότερο. Αλλά όποτε έβρισκε κανέναν με πακέτο, τα προτιμούσε. Ασ’ τα να πάνε. Αποτυχημένος. Μπιτ καταμπίτ –κατά πώς λένε στο χωριό.

Και στην Γερμανία πήγε αλλά δεν είχε μυαλό να στεριώσει και να μας τραβήξει κι εμάς από τον βρωμότοπο. Ρέστος πήγε, ρέστος γύρισε.

Μετά ήρθε στα Γιάννενα, πήρε δάνειο, πήρε κι ένα ταξί κι έκανε τον ταρίφα. Προκοπή δεν έκανε. Όποτε το θυμόταν ερχόταν στο χωριό να τον ξεβρομίσει η μάνα μου και να την γκαστρώσει. Έφερνε και διάφορα ψώνια και ψευτοχαιρόμασταν που δεν μας είχε ολότελα ξεχασμένες. Αλλά τι τα θες; Το ’παιξε το ταξί στα χαρτιά και τον πήραν στο κατόπι τα χαρτόμουτρα που είχε μπλέξει. Ναι ρε, τότε δίναν δάνεια και για κατούρημα να πήγαινες. Με εγγύηση τα παλιοχώραφα. Αλλά τι να τα κάνει η κωλοτράπεζα; Να βάλει αραποσίτια; Ξεπουλήθηκε η μάνα μου. Ό,τι λεφτά είχε μαζεμένα κι αυτή κι οι γέροι της πήγαν στην τράπεζα. Έτσι σώθηκε η προίκα μου!

Τον βόηθησε κι ο αδερφός του κι άνοιξε καφενείο. Εκεί να δεις χαΐρι. Περισσότερα ούζα έπινε μόνος του παρά οι πελάτες. Βλέπεις, έκοψε το χαρτί κι άρχισε το πιόμα. Όχι, χέρι δεν σήκωνε πάνω μας. Πού να σηκώσει; Δεν ήταν για νταηλίκια. Με το ζόρι έφτανε ως το μαγαζί. Και καθόταν δίπλα στην μπουκάλα, να μην έχει πηγαιν’-έλα. Η μάνα μου του πήγαινε φαγητό τα μεσημέρια. Εμάς δεν μας έστελνε. Να μην βλέπουμε την κατάντια του – λες και δεν ξέραμε…

Τι δουλειά να ‘χει το μαγαζί ρε; Κάτι βλάχοι μαζεύονταν, που κέρναγε ο ένας τον άλλον –και δεν πλήρωνε κανείς. Τον είχαν βρει μπόσικο. Χώρια που δεν είχε και πολλά πράγματα να πουλήσει. Ούζο με μεζέ δρακουλίνι, ρε συ!

Είχε κι ένα πικάπ αρχαίο, φερμένο από την Γερμανία –πώς του είχε γλυτώσει αυτό;– κι όλη μέρα έκανε τον ντιτζέι! Να σου τρυπάει το κεφάλι το κλαρίνο. Τέρμα τα γκάζια κι αυτός να χορεύει πότε μ’ άλλους μεθυσμένους και πότε μοναχός του. Ήταν και σεβνταλής!

Του κάνανε, λέει, κηδεία υπερπαραγωγή, με όργανα. Με τον καημό μου πήγε, λέει, η μάνα μου. Δεν το ’ξερα να πάω να δω τα μούτρα τους. Του είπαν και το τραγούδι του. Να πάω, λέει, στα σαράντα να δω και τα χωράφια μου! Για μένα, λέει, τα φύλαγε ο γέρος – όχι, δηλαδή, πως του τα ζήτησαν και δεν τα ’δωσε…

Α, ρε μάνα, μια ζωή κορόιδο.

Κάτσε ρε, να σου βάλω το τραγούδι του στο γιουτιούμπ. Ναι ρε, το ’χει. Κάτσε να δεις πώς πάει:

Άιντε χορεύει ο βασανιάρης
χορεύει ο πονεμένος
με τη μπουκάλα πίνει
και είναι μεθυσμένος.

Α, ξέχασα, Λαμπροκώτσο τον λένε τον πατέρα μου. Λάμπρος Νάκης του Κωνσταντίνου αλλά Βασανιάρη τον λέγαν στο χωριό μας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: