Η πρόσφατη ανθολογία ελληνικής ποίησης του εικοστού αιώνα (δεν αναφέρω επίτηδες επιμελητές κι εκδότη, γιατί έχω τη φιλοδοξία αυτό το κειμενάκι των 253 λέξεων να διαβάζεται και για την επόμενη και τη μεθεπόμενη), έρχεται να υποστηρίξει άθελά της, όλους εκείνους τους μαθητές που έχουν αποστροφή για την ελληνική ποίηση. Οι μαθητές μαθαίνουν να μισούν την ελληνική ποίηση και με το δίκιο τους: παρόμοιες ανθολογίες συντηρούν αυτό το άσβεστο μίσος από τα πρώτα μαθητικά μας χρόνια στο θρανίο.
Δεν συναντάω εκείνο το υπερμπλέ του τόπου μου: την ευστροφία των συμπολιτών μου. Εκείνη την παιγνιώδη διάθεση του καφενείου, την αιχμηρή ατάκα, την υπεράνω όλων θεώρηση της ζωής και του κόσμου. Δεν αναγνωρίζω στις σελίδες της τα στριφογυρίσματα της ελληνικής γλώσσας: από το υπερφυσικό στο καθημερινό και τούμπαλιν. Τον πλούτο των γλωσσικών ιδιωμάτων και τους χυμούς μιας απρόβλεπτης γλώσσας που τα φέρνει όλα στα μέτρα της. Οι ποιητές της φαίνεται να ζουν σε μια άλλη χώρα και για να δώσουμε δίκιο στους μαθητές που τους μισούν, μάλλον δεν έζησαν ποτές τους. Δεν κάθισαν να πιουν μια παγωμένη λεμονάδα εν μέση καύσωνος.
Οι ανθολογίες είναι πολύ σημαντικές για να τις διεκπεραιώνουμε λες και είναι δημόσια έγγραφα. Χρειάζεται τόλμη από τους επιμελητές και ρήξη. Όχι να ακολουθούμε την πεπατημένη. Διαμορφώνουμε τους αυριανούς αναγνώστες, και ψάχνουμε αυτούς που γράφουν σε αντιδιαστολή με τους προηγούμενους. Πόσους επιτέλους απογόνους μπορεί να αντέξει ο Μάρκος Μέσκος;
Ως τότε, πεταμένα λεφτά θα μαζεύετε, υπερεσιακοί θεματοφύλακες. Αρχειοθέτες περιπτώσεων ημετέρων που συνωστίζονται στους διαδρόμους υπουργείων παιδείας και εθνικών κέντρων αλληλοκολακείας.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Elliott Erwitt.]







