frear

Ο κόσμος που χάθηκε – Τόνυ Τζαντ

Τι κληροδότησαν η εμπιστοσύνη, η συνεργασία, η προοδευτική φορολογία και το παρεμβατικό κράτος στις δυτικές κοινωνίες μετά το 1945; Η σύντομη απάντηση είναι: σε ποικίλους βαθμούς, ασφάλεια, ευημερία, κοινωνικές υπηρεσίες και μεγαλύτερη ισότητα. Τα τελευταία χρόνια έχουμε συνηθίσει ν’ ακούμε την άποψη ότι το τίμημα γι’ αυτά τα ευεργετήματα -σε οικονομική αποτελεσματικότητα, σε ανεπαρκή καινοτομία, σε κατάπνιξη του επιχειρηματικού πνεύματος, σε δημόσιο χρέος και σε απώλεια ιδιωτικής πρωτοβουλίας- ήταν υπερβολικά υψηλό. Οι περισσότερες από αυτές τις κριτικές είναι αποδείξιμα ψευδείς.

Η σημασία αυτών των προνοιακών εγχειρημάτων [σημ.: από τη δεκαετία του ΄30] δεν βρισκόταν στις ίδιες τις ιδέες – η σκέψη ότι θα ήταν καλό να νιώθουν όλοι οι Αμερικανοί την εγγύηση πως θα έχουν ασφαλή γηρατειά, ή να έχει ο κάθε Βρετανός πολίτης ιατρική φροντίδα πρώτης τάξεως χωρίς κόστος καταβλητέο στον τόπο εξυπηρέτησης, δεν ήταν καμιά μεγάλη πρωτοτυπία. Η σκέψη όμως ότι τέτοιου είδους πράγματα τα έκανε καλύτερα το κράτος και ότι άρα έπρεπε να τα κάνει το κράτος, ήταν πρωτοφανής.

Τα κράτη πρόνοιας της ηπειρωτικής Ευρώπης ακολούθησαν [το εξής] μοντέλο. Εδώ δόθηκε κατά κύριο λόγο έμφαση στην προστασία του απασχολούμενου πολίτη από τα πλήγματα της οικονομίας της αγοράς. Στη Γαλλία, στην Ιταλία και στη Δυτική Γερμανία εκείνο που ενδιέφερε το κράτος πρόνοιας ήταν η διατήρηση των θέσεων εργασίας και των εισοδημάτων σε περίπτωση οικονομικών αντιξοοτήτων.

Για τον Αμερικανό ή και τον σύγχρονο Άγγλο, αυτό θα πρέπει να φαντάζει στ’ αλήθεια παράξενο. Γιατί να προστατέψεις έναν άντρα ή μια γυναίκα από την απώλεια μιας δουλειάς η οποία δεν παράγει πια τίποτα που να το θέλουν οι υπόλοιποι; Δεν είναι σίγουρα καλύτερο να αποδεχτείς τη «δημιουργική καταστροφή» του καπιταλισμού και να περιμένεις να εμφανιστούν στην πορεία καλύτερες δουλειές; Από τη σκοπιά της ηπειρωτικής Ευρώπης, τα πολιτικά επακόλουθα του να πετάξεις μεγάλες μάζες ανθρώπων στο δρόμο σε περιόδους οικονομικής κάμψης ήταν πολύ πιο σοβαρά από την υποθετική απώλεια αποδοτικότητας που προέκυπτε από τη διατήρηση «μη αναγκαίων» θέσεων εργασίας. Τα αποτελέσματα αυτού του τύπου κράτους κοινωνικής προστασίας ήταν και είναι ότι κρατά την ανασφάλεια σε απόσταση –με τίμημα τη στρέβλωση των ουδέτερων, υποτίθεται, διεργασιών της αγοράς εργασίας.

[…] Οι προτεραιότητες του παραδοσιακού κράτους ήταν η άμυνα, η δημόσια τάξη, η πρόληψη επιδημιών και η αποτροπή της μαζικής δυσαρέσειας. Αλλά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κύρια ευθύνη του προϋπολογισμού των σύγχρονων κρατών έγιναν οι κοινωνικές δαπάνες. Το 1988 όλες οι μεγάλες αναπτυγμένες χώρες, με σημαντική εξαίρεση τις Ηνωμένες Πολιτείες, αφιέρωναν περισσότερους πόρους στην πρόνοια με την ευρεία έννοια παρά σε οτιδήποτε άλλο. Λογικό είναι ότι και οι φόροι αυξήθηκαν έντονα εκείνα τα χρόνια.

Τα κράτη πρόνοιας όχι μόνο υποστήριξαν την πλήρη απασχόληση για σχεδόν τρεις δεκαετίες, αλλά διατήρησαν και ρυθμούς ανάπτυξης περισσότερο ανταγωνιστικούς σε σύγκριση με των ατροχοπέδητων οικονομιών της αγοράς του παρελθόντος.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 θα θεωρούνταν αδιανόητη η συζήτηση για την κατεδάφιση των κοινωνικών υπηρεσιών, των προνοιακών παροχών, των χρηματοδοτούμενων από το κράτος πολιτιστικών και εκπαιδευτικών πόρων και πολλών άλλων πραγμάτων που οι άνθρωποι είχαν καταλήξει να τα θεωρούν δεδομένα. Υπήρχαν φυσικά εκείνοι που επισήμαιναν το ενδεχόμενο ανισορροπίας μεταξύ δημόσιων εσόδων και δαπανών, καθώς μεγάλωναν τα έξοδα για τις συντάξεις, τη δε γενιά της δημογραφικής έκρηξης την έπαιρναν σιγά-σιγά τα χρόνια. Τα θεσμικά κόστη της θέσπισης κοινωνικής δικαιοσύνης σε τόσο πολλούς τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν θα μπορούσαν να μην είναι σημαντικά: η πρόσβαση στην ανώτερη εκπαίδευση, η δημόσια παροχή νομικής βοήθειας στους φτωχούς και οι πολιτισμικές επιδοτήσεις προς τις τέχνες δεν γίνονταν δωρεάν. Επιπλέον, καθώς η μεγάλη μεταπολεμική ανάπτυξη καταλάγιαζε και η ενδημική ανεργία γινόταν και πάλι ένα σοβαρό πρόβλημα, η φορολογική βάση των κρατών πρόνοιας άρχιζε να φαντάζει πιο σαθρή.

Όλα αυτά ήταν έγκυροι λόγοι ανησυχίας τα στερνά χρόνια της εποχής της «μεγάλης κοινωνίας». Ενώ όμως εξηγούν τη σχετική απώλεια αυτοπεποίθησης της διοικητικής ελίτ, δεν εξηγούν τη ριζική μεταστροφή των στάσεων και των προσδοκιών που σημειώθηκε στον δικό μας καιρό. Άλλο το να φοβάσαι πως ένα καλό σύστημα ίσως να μην καταφέρει να διατηρηθεί, και άλλο το να χάσεις τελείως την πίστη σου σ’ αυτό.

[Από το βιβλίο: Tony Judt, Τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα. Πραγματεία για τις σημερινές μας δυσκολίες, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2012. Το κείμενο επέλεξε ο Γιώργος Μπάρλας.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly
%d bloggers like this: