Απόγευμα Παρασκευής και η Έλλη βολεύεται στο αναπαυτικό κάθισμα του συνοδηγού τραβώντας τη ζώνη ασφαλείας πάνω στο βαμβακομετάξινο μπλουζάκι της κι έπειτα γλιστρά την αριστερή της παλάμη σ’ ένα σκεπαστό καθησυχαστικό χάδι στο δεξί χέρι του Ιορδάνη που ετοιμάζεται ν’ αλλάξει ταχύτητα.
Μα λίγα λεπτά νωρίτερα, αν παρακολουθούσαμε την αναχώρησή τους, θα είχαμε την ευκαιρία ν’ ακούσουμε την κάπως βραχνή ‒σα να πλάθει λυγμό και γέλιο την ίδια στιγμή‒ φωνή της Έλλης να προφασίζεται ότι νυστάζει κι ως εκ τούτου θέλει να ταξιδέψει στα πίσω καθίσματα. Επίσης θα μαθαίναμε την αντίδραση του Ιορδάνη σ’ αυτή την παράξενη απαίτηση. Θα βλέπαμε τις λέξεις που κουρνιάζουν στο σώμα να ξυπνούν τανύζοντας τα στρεβλά τους χέρια. Απαντώντας με τη γλώσσα του σώματος, είχε πλησιάσει το πρόσωπό του στο δικό της, τα χέρια του τσουγκράνες νευρικές προς τα μαλλιά της, τα χείλη του πηγάδι σφαλιστό που το πατάνε τα κακομαθημένα παιδιά καθώς παίζουν. Το ειδικό βάρος του θυμού του είχε συγκεντρωθεί στα μάτια του, σκιάζοντας το γαλανό που είχε γίνει γκρίζο και βαρύ σαν ελαιογραφία της καταιγίδας. Μα οι άλλες λέξεις του, αυτές που ζυμώνονται με σάλιο στις φωνητικές χορδές ήταν μειλίχιες και γλυκές σαν ανήλικες πειθήνιες μπαλαρίνες που εκτελούσαν μια χορογραφία. «Η ομορφιά της διαδρομής είναι να σ’ έχω δίπλα μου, να σου κρατώ το χέρι, να σε φιλάω στα διόδια.»

Η Έλλη διέκρινε τη σκοτεινιά στα μάτια του και πριν προλάβουν οι ζαχαρωτές λεξούλες να τελειώσουν τις πιρουέτες τους, απέτρεψε τον τυφώνα μ’ ένα χαμόγελο καθώς άνοιγε την μπροστινή πόρτα του συνοδηγού.
Η Έλλη κι ο Ιορδάνης συναντιούνται δυο φορές μέσα στην εβδομάδα, τη μια απ’ αυτές απαρεγκλίτως θα πάνε στο θέατρο ή στο σινεμά και τη δεύτερη για φαγητό σε εστιατόριο για χορτοφάγους. Τα Σαββατοκύριακα που δεν έχουν εφημερία πηγαίνουν στο εξοχικό της Έλλης στο Σούνιο. Εκεί, νωχελικά παραδίδοντας τα μέλη τους στις αιώρες του κήπου ή στις αφρώδεις πολυθρόνες της παραλίας συναντιούνται με φίλους, κάνουνε πάρτι, διαβάζουν λογοτεχνία και καμιά φορά επιστημονικά συγγράμματα.
«Καλύτερα έτσι… Να ησυχάσω… Να ξεκουραστώ…» σκέφτεται με τα μάτια κλειστά και τ’ αυτιά της αποκαμωμένα από τις εμβοές που την ταλαιπωρούν τα τελευταία χρόνια, παρά τα φάρμακα και τις ομοιοπαθητικές θεραπείες. Κλείνει τα μάτια της, το ένα χέρι της ξεχασμένο στη βερμούδα του Ιορδάνη καθώς το άλλο γίνεται προσκέφαλο για το όμορφο κεφάλι της που έχει ακουμπήσει στο φιμέ τζάμι του ακριβού τζιπ. Νανουρίζεται από την αριστουργηματική αρμονία της μελωδίας του Waltz no 2 του Σοστακόβιτς. Αυτή η μουσική περιέχει ένα κάλεσμα της είχε πει ο Ιορδάνης την πρώτη μέρα που γνωρίστηκαν, έτσι την εντυπωσίασε χωρίς να το ξέρει, αφού η Έλλη ποτέ δεν του ομολόγησε ότι είναι το αγαπημένο της άκουσμα από τότε που ανακάλυψε τη μαγεία της μουσικής και την οδύνη της επιθυμίας.
Ο ουρανός αυτής της Παρασκευής είναι ασυνήθιστος. Πολυεπίπεδα στρώματα διαφορετικού γαλάζιου στιγματίζονται κάθε τόσο από μικρές φτερωτές κουκίδες και μπήγουν εικόνες αβάσταχτης ομορφιάς στον αμφιβληστροειδή του Ιορδάνη. Η Έλλη δεν προλαβαίνει αυτόν τον θρίαμβο του γαλάζιου αφού έτσι γερμένη στο πλάι πάνω στο χέρι της που μουδιάζει σιγά σιγά, βυθίζεται σ’ έναν βαθύ ύπνο, πιο πολύ με υπνωτισμό θα τον παρομοίαζε κάποιος ή ίσως μ’ αυτές τις καταστάσεις που ονομάζονται μεταφυσικές, όπου βλέπουμε ή νομίζουμε ότι βλέπουμε τον εαυτό μας έξω απ’ το σώμα μας. Η Έλλη βλέπει τον εαυτό της στα πίσω καθίσματα.
Καθόταν πάντα στα πίσω καθίσματα. Έτσι ήταν το πρέπον, δεν είχε ποτέ αναρωτηθεί γιατί δεν καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Εκείνο το φθινόπωρο που ξεκίνησε την Τρίτη γυμνασίου, την βόλευε πολύ αυτός ο περιορισμός. Το να κρατιέται μακριά από τη θέση του συνοδηγού ήταν απείρως βολικότερο, αφού κατάφερνε να κρύψει το κοκκίνισμα στα μάγουλα, το ανεπαίσθητο τρέμουλο στα πόδια και το τραύλισμα στη φωνή της, όταν τον έβλεπε.

Στα πίσω καθίσματα λοιπόν, πάντα σιωπηλή, αφού ποτέ σ’ όλη τη διάρκεια τής σχετικά σύντομης διαδρομής, ο Γιώργος δεν της απηύθυνε ούτε μια ερώτηση για ν’ απαντήσει, ούτε μια λέξη για να πιαστεί. Εκτός από το «Καλό μάθημα δεσποινίς, θα σας περιμένω το μεσημέρι» και το δικό της ξερό «ευχαριστώ» καμιά άλλη κουβέντα δεν δυναμίτιζε την εξαίσια αρμονία της μελωδίας που ακουγόταν σε όλη τη διαδρομή. Μα ούτε και στο σπίτι μιλούσαν. Αν καμιά φορά την συναντούσε τυχαία στον επιβλητικό κήπο της έπαυλης και δεν κατάφερνε ν’ αποφύγει το βλέμμα της, χαμήλωνε τα μάτια του ψελλίζοντας: Με χρειάζεστε κάτι δεσποινίς; Όχι, του απαντούσε κι έφευγε τρέχοντας προς τη μεριά της εφηβικής απόγνωσης. Μόλις έμπαινε στο αυτοκίνητο, πρώτο της μέλημα ήταν να βρει την κατάλληλη θέση από την οποία μπορούσε να τον παρατηρεί μέσα από τον μπροστινό καθρέφτη. Ποτέ δεν αντιλήφθηκε κάποιο δικό του, έστω φευγαλέο βλέμμα. Ο Γιώργος κοιτούσε με προσήλωση τον δρόμο, τα χέρια του σαν να χόρευαν ένα σιγανό μακρόσυρτο χορό, άγγιζαν το τιμόνι με επαγγελματισμό που καταντάει τρυφερότητα, όπως αγγίζει ο γιατρός ένα παιδί που υποφέρει. Η Έλλη με τις αισθήσεις τεταμένες, παρακολουθούσε μέσα απ΄τον καθρέφτη, κάθε μικρή κίνηση των ζυγωματικών, κάθε σύσπαση του αυλακωμένου από τρεις συμμετρικές ρυτίδες που δεν μπορεί παρά να ήταν τρία ρυάκια που γεννήθηκαν και πέθαναν μαζί στα χρόνια της μεγάλης ξηρασίας. Η Έλλη κάρφωνε το βλέμμα της μέσα απ’ τον καθρέφτη και προσπαθούσε να βυθομετρήσει την ιλύ και το ίζημα που άφησαν οι ποταμοί στην κοιλάδα του μετώπου του. Πάντα μπερδεύονταν οι σκέψεις της με φιλιά. Φανταζόταν τα φιλιά της να βγαίνουν απ’ την κρυψώνα τους, να βηματίζουν σιγά σιγά κρυφογελώντας κι έπειτα να διατρέχουν το μέτωπο, τα μάτια του , τα φρεσκοξυρισμένα μάγουλα, χοροπηδώντας πανηγυρικά. Αμέσως μετά, τα φιλιά ξέφευγαν της προσοχής της και αναρριχούνταν στα μαλλιά του, έπαιζαν κρυφτό στους λοβούς των αυτιών μέχρι που, αποκαμωμένα πια, χώνονταν στα χείλη του, οδοιπορώντας σε κάθε υγρή κοιλότητα, γλιστρώντας σε κάθε πέτρινη λευκή πλαγιά των δοντιών του. Κι όλα αυτά την αναστάτωναν, το μέτωπό της έκαιγε, ο λαιμός της πονούσε και το στομάχι της ανακατευόταν. Το χειρότερο απ’ όλα, ήταν τα χέρια της. Ιδρωμένα μέχρι αηδίας άφηναν ένα μικρό αποτύπωμα, έναν ανεπαίσθητο λεκέ στην άσπρη φούστα που αποτελούσε το κάτω κομμάτι της στολής του ιδιωτικού γυμνασίου.
Αφού κατέβαινε απ’ το αυτοκίνητο, όλα αυτά χάνονταν, σαν έπεα πτερόεντα, κατευθυνόμενα προς τον ουρανό που ξεπρόβαλε πίσω από τον πυκνοφυτεμένο φράχτη του σχολείου και η Έλλη ξαναγινόταν το συνεσταλμένο μα πεισματάρικο κορίτσι που μιλούσε ελάχιστα και θύμωνε εύκολα. Ξεκινούσε με ευλάβεια το τελετουργικό της σχολικής ημέρας, περνώντας από το γραφείο των καθηγητών για να παραλάβει το απουσιολόγιο, έπειτα στη γραμμή, στην προσευχή άλλαζε τις λέξεις «πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, κάνε να αγγίξω κάποτε το πρόσωπό του το αγιασμένο ». Την ώρα του μαθήματος ήταν προσηλωμένη στην παράδοση, τακτοποιούσε τις ιστορικές χρονολογίες ξεχωριστά από τις εξισώσεις και τα θεωρήματα και φυσικά κάπως μακρύτερα από τη λογοτεχνία και την ποίηση, για τα οποία κρατούσε ξεχωριστό κομματάκι του εγκεφάλου της.
Τη μέρα που βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων, τη μέρα που έμαθε ότι πέρασε από τους πρώτους στην Ιατρική Αθηνών, συνέβη το ατύχημα. Ο πατέρας της σώθηκε χάρη στον ελιγμό του Γιώργου, του οδηγού του, ο οποίος απέφυγε τη νταλίκα που ερχόταν κατά πάνω τους αλλά δεν κατάφερε να ανακτήσει τον έλεγχο και σκοτώθηκε κατά την πρόσκρουση στο κιγκλίδωμα. Ήταν 31 ετών. Βούιξαν οι εφημερίδες για τη μεγαλοψυχία του πατέρα, για το τεράστιο ποσό που έδωσε στη μητέρα του και τον εξαιρετικά επαινετικό επικήδειο σε σημείο που ενόχλησε τον θείο Βαγγέλη που ήταν συνάδελφος του μπαμπά στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Η Έλλη ξυπνά απότομα όταν ο Ιορδάνης τής σφίγγει απαλά το χέρι και φωνάζει σαν μικρό υστερικό αγόρι: Φτάσαμε Ελλάκι, δώσε μου ένα φιλάκι… Εκείνη νιώθει έντονη, βασανιστική σχεδόν την επιθυμία να του ξεσκίσει το πρόσωπο με τα περιποιημένα νύχια της, μα σε λίγο αυτή η αλλόκοτη παρόρμηση υποχωρεί, γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Μαζί της, υποχωρεί και η σπίθα της ερωτικής επιθυμίας την οποία η Έλλη πασχίζει να συντηρήσει όλα αυτά τα χρόνια, εγείροντας τη μία και μοναδική φαντασίωση που γεννήθηκε και πέθανε στα πίσω καθίσματα της παλιάς Σιτροέν του πατέρα της.
Του δίνει ένα πεταχτό φιλί και πετάγεται έξω απ’ το αυτοκίνητο κρατώντας το κεφάλι της. Το βούισμα στ’ αυτιά της γιγαντώνεται μα η Έλλη σώζεται καθώς τα τζιτζίκια ουρλιάζουν δέηση στο μωσαϊκό του γαλάζιου και του πορφυρού που ξεκινά να καταπίνει εκείνο το απομεσήμερο.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: David Alan Harvey.]







