frear

Ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος κι ο διάλογός του με την Ποίηση – της Αθηνάς Χ. Λαζαρίδου

Ο Γιώργης Παυλόπουλος (Πύργος Ηλείας, 22 Ιουνίου 1924 – Πύργος Ηλείας, 26 Νοεμβρίου 2008) εμφανίζεται στα Γράμματα το έτος 1940 με τη δημοσίευση δύο διηγημάτων του στην εφημερίδα Πατρίς του Πύργου. Υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του Πυργιώτικου Παρνασσού, συλλόγου που ίδρυσαν μαθητές Γυμνασίου στα χρόνια της Κατοχής με σκοπό την προαγωγή των Γραμμάτων και των Τεχνών. Το πρώτο του ποίημα υπό τον τίτλο «Ο νεκρός Γ.Π.» πρωτοδημοσιεύεται στο περιοδικό Οδυσσέας (τεύχος 4, Δεκέμβριος 1943) που εξέδιδε ο ίδιος με τους φίλους του στον Πύργο. Αν και δημοσιεύει ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά, ωστόσο η πρώτη ολοκληρωμένη ποιητική του συλλογή εκδίδεται το 1971 υπό τον τίτλο Το κατώγι (Εκδόσεις Ερμής). Ακολουθούν οι ποιητικές συλλογές Το σακί (Εκδόσεις Κέδρος, 1980), Τα αντικλείδια (Εκδόσεις Στιγμή, 1988), Τριαντατρία χαïκού (Εκδόσεις Στιγμή, 1990), Λίγος Άμμος (Εκδόσεις Νεφέλη, 1997), Πού είναι τα πουλιά (Εκδόσεις Κέδρος, 2004)*. Σε μία ποιητική διαδρομή με μόλις έξι ποιητικές συλλογές, μολονότι διήρκησε πάνω από 60 χρόνια, ο Γιώργης Παυλόπουλος δικαίως χαρακτηρίζεται ολιγογράφος· τούτο τον χαρακτηρισμό, ο ποιητής τον αποδέχεται σε συνέντευξή του από τον διακεκριμένο δημοσιογράφο κ. Κώστα Λιόντη, η οποία φιλοξενήθηκε στην εφημερίδα Η Αυγή την 1η Ιουνίου 1986:

«Είμαι οπωσδήποτε ολιγογράφος. Όμως πιστεύω ότι ο αριθμός των ποιημάτων που θα γράψει ένας ποιητής είναι αμετάκλητος και δεν εκφράζεται ούτε με το «λίγο», ούτε με το «πολύ». Είναι, επιτρέψατε μου να πω, ένας αριθμός μαγικός. Τον προϋποθέτουν όλοι οι αριθμοί των ποιημάτων που γράφτηκαν πριν και που θα γραφούν μετά από αυτόν. Με την έννοια ότι η Τέχνη δεν γίνεται με τον Έναν αλλά με τους Πολλούς, που το άθροισμα των έργων τους είναι αποτέλεσμα μιας βαθιάς αλληλεγγύης ανάμεσα τους. Έπειτα, ο αριθμός των ποιημάτων ενός συγκεκριμένου ποιητή, είναι συνάρτηση της ζωής του, μοναδικής όπως του κάθε ανθρώπου η ζωή. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα ποίημα λιγότερο ή ένα ποίημα περισσότερο από τα υπάρχοντα λ.χ. του Μπασό ή του Βιγιόν, γιατί δεν μπορώ να φανταστώ διαφορετικό το άθροισμα των ημερών του βίου αυτών των ποιητών. Ακόμη θα έλεγα ότι ο αριθμός αυτός είναι τόσο υποθετικός όσο και πραγματικός, αφού ο χρόνος, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα τον καθορίζει διηνεκώς στη συνείδηση του κόσμου». – Γιώργης Παυλόπουλος, Η Αυγή, 01.06.1986.

αναρτηση - Αντίγραφο

Ο Γιώργης Παυλόπουλος είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Στα ποιήματά του κυριαρχούν η δραματικότητα, η ωριμότητα, η μελαγχολία, η λιτότητα κι η φυσικότητα του λόγου, η βιωματικότητα, ο πεζολογικός κι εξομολογητικός τόνος, η φιλοσοφική διάθεση, ο αλληγορικός και συμβολικός λόγος, η πυκνή έκφραση, η κινηματογραφική αντίληψη. Αφορμάται από τις εμπειρίες της ζωής του, διο και οι μνήμες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής, της Εθνικής Αντίστασης, του Εμφυλίου Πολέμου, της Δικτατορίας, που στιγμάτισαν και τραυμάτισαν την ψυχή του, κατέχουν εξέχουσα θέση στη θεματογραφία του.

PavlopoulosSeferis
Με τον Γ. Σεφέρη.

Τα ποιήματα του Γιώργη Παυλόπουλου δεν είναι μόνο απολαυστικά αισθητικά, αλλά ταυτοχρόνως αποτελούν και το ταξίδι του ποιητή προς την Αλήθεια. Ειδικότερα, στο ποίημά του, που ανήκει στη συλλογή Τα αντικλείδια, ομότιτλη με το ποίημα, ο ποιητής θέτει ένα εξαιρετικά σημαντικό ερώτημα αναφορικά με την ουσία και τη φύση της Ποίησης. Τι είναι Ποίηση; Πώς μπορεί κάποιος να την προσεγγίσει; Το ερώτημα τούτο, που ταλανίζει τον ποιητή, έχει απασχολήσει πολλούς πνευματικούς ανθρώπους ανά τις εποχές. Από τον πρώτο κιόλας στίχο ο ποιητής αποδίδει τον ορισμό της Ποίησης, ήτοι η Ποίηση είναι μία πόρτα ανοιχτή. Η εναργής εικόνα της Ποίησης εγγιγμένης φαντασιακά και συμβολικά ωσάν πόρτας εντελώς ανοιχτής σε όλους εξηγεί την ονειρική της προσέγγιση από τον ποιητή. Βεβαίως, ο Παυλόπουλος παρουσιάζει την Ποίηση ως πόρτα ορθάνοιχτη, που άλλοι προσπερνούν, άλλοι ρίχνουν μια επιπόλαιη ματιά στο εσωτερικό της κι αδιαφορούν, ενώ κάποιοι άλλοι, καθώς αντικρίζουν μόλις φευγαλέα το περιεχόμενό της, αφού η πόρτα κλείνει, σαγηνεύονται. Οι τελευταίοι στην προσπάθεια τους να διαβούν την πόρτα και να βιώσουν ολοκληρωτικά την εμπειρία της Ποίησης παραδιδόμενοι τόσο εκούσια στα θέλγητρά της προσπαθούν αδιάπαυστα κι εναγωνίως να κατορθώσουν να ανοίξουν την πόρτα. Κάθε ποίημά τους είναι κι ένα αντικλείδι της πόρτας σε έναν αγώνα που για άλλους αποδεικνύεται μανία, αφού η ομορφιά εκείνης της φευγαλέας ματιάς τούς έχει σκλαβώσει και το συναίσθημα ικανοποίησης, ευτυχίας, πληρότητας, γαλήνης που γέννησε δεν δύναται να συγκριθεί με κανένα άλλο βίωμα.

lex177-388x662-388x662Η θλίψη που εκφράζει ο Παυλόπουλος στα Αντικλείδια αναφορικά με τις αδυναμίες που καθιστούν τον ποιητή ανά τις εποχές ανίκανο να βιώσει την ουσία της Ποίησης, στο ποίημά του Ο άλλος από την ποιητική συλλογή Λίγος Άμμος παίρνει νέα μορφή και μεταβάλλεται σε οργή για τη ματαιότητα όλων των επίπονων και κοπιαστικών προσπαθειών του ποιητή να προσεγγίσει την Τέχνη. Και σε αυτό του το ποίημα ο Γιώργης Παυλόπουλος δηλώνει τον προβληματισμό του σχετικά με την προσέγγιση της Ποίησης από το ποιητικό υποκείμενο, μιας και πιστεύει ότι άσχετα από τις θυσίες και τους κόπους ο θαυμαστός κόσμος της Ποίησης δεν είναι δυνατόν να βιωθεί ολοκληρωτικά, ωστόσο εστιάζει στη δύσκολη ατραπό. Το δίπολο του ποιητή και του ανθρώπου με τον πρώτο να αντιστέκεται στη ζωή και τον δεύτερο να αντιστέκεται στην Τέχνη υπερθεματίζει τους κλυδωνισμούς, που υπομένει ο ποιητής, καθότι η αφοσίωση στην Τέχνη συνεπάγεται ασκητική στάση ζωής αποστερημένης υλικών απολαύσεων. Επιπρόσθετα, στο «Ποίημα» από την ποιητική συλλογή Ποιήματα 1943-1997 (Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2001) ο Παυλόπουλος εστιάζει στην εμμονή που κατακυριεύει τον ποιητή που αναζητά τον θαυμαστό κόσμο της Ποίησης μέσω του ποιήματος αφορίζοντας ο,τιδήποτε θα μπορούσε να του στερήσει τη δημιουργικότητα του, από κοινωνικές συναναστροφές έως τον έρωτα καθιστώντας εαυτόν με δική του προαίρεση αιχμάλωτο της Ποίησης αφαιμάσσοντας τη λιγοστή ζωή που απέμεινε στο ασθενικό κορμί του.

«Η ποιητική δημιουργία είναι μια πράξη ερωτική και συνάμα μια υπέρτατη δοκιμασία, παλεύοντας στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου να φτάσεις στην αλήθεια της τέχνης σου. Η στιγμή αυτής της αλήθειας είναι απατηλή και πρόσκαιρη όπως η στιγμή κάθε ευτυχίας. Γρήγορα ξαναρχίζεις, πέφτοντας πάλι στην ίδια κατάσταση», δήλωνε στο περιοδικό Γράμματα και Τέχνες, τεύχος 83, Φεβρουάριος-Μάιος 1998, ο ποιητής. Ο Παυλόπουλος θίγει το ζήτημα του έρωτος, της ζωής και του θανάτου, στην προσπάθειά του να εξηγήσει τη σχέση της Ποίησης, ως μιας μαγικής, θελκτικής, αλλά συνάμα κι άπιαστης υπόστασης με το ποιητικό υποκείμενο. Ο πόθος του καλλιτέχνη για το δημιούργημά του εκφράζεται με ενάργεια και γλαφυρότητα σε μια εξαίσια ποιητική σύλληψη του Παυλόπουλου φέρουσα τον τίτλο Το άγαλμα και ο τεχνίτης από τη συλλογή Τα αντικλείδια. Το δημιούργημα, ήτοι το άγαλμα, η Δηιδάμεια, αποκτά ανθρώπινη υπόσταση και γίνεται το αντικείμενο του πόθου τόσο του Κένταυρου όσο και του γλύπτη που την λάξευσε. Η Δηιδάμεια ζωντανεύει ως μια νεαρή κι όμορφη γυναίκα που νέμεται ζωής κι έρωτος μονάχα για να βιώσει κάθε βράδυ τον έρωτα του τεχνίτη της ξεφεύγοντας από τη βιαιότητα του πόθου του Κενταύρου. Η ζωοδότρια δημιουργική δύναμη του καλλιτέχνη παραλληλίζεται με την καταλυτική δύναμη του έρωτα, το συναίσθημα της βαθιάς αγάπης κι αφοσίωσης. Στο ποίημα «Η Κόρη της Αβύσσου» από την ποιητική συλλογή Πού είναι τα πουλιά, ο «τεχνίτης» Παυλόπουλος παρουσιάζει τη σαγηνεύτρα λογοτεχνία να πλανεύει χρησιμοποιώντας όλα της τα θέλγητρα τον ποιητή οδηγώντας τον στον γύρο του θανάτου. Η κόρη της Αβύσσου σχίζει την εβένινη νύχτα καβαλώντας την μηχανή της, αναζητά παντού κάθε νέο συναρπαστικό ανάγνωσμα, πετά στα σκουπίδια φθηνούς συναισθηματισμούς, αγαπά ό,τι αληθινό, αφήνεται να παρασυρθεί στον ονειρικό κόσμο, ζει έντονα κι επικίνδυνα και παρασύρει τον καλλιτέχνη να βιώσει μαζί της ένα γύρο θανάτου. Η ποιητική πράξη για τον Παυλόπουλο πραγματοποιείται σε συγκινησιακά φορτισμένη ατμόσφαιρα, όπου το όνειρο, το βίωμα κι η Τέχνη σμίγουν, εξ ου κι η προσέγγιση είναι μόνο ερωτική, διότι ο έρωτας φαίνεται να απέχει ισόποσα από τον θάνατο και τη ζωή.

180036-bigΟ Γιώργης Παυλόπουλος καταπιάνεται με ποιήματα ποιητικής στην προσπάθειά του να αποκαλύψει τη σχέση της Ποίησης με την πραγματικότητα, αλλά και να ορίσει την οργανική θέση του ποιητή και τον ρόλο της Ποίησης σε κάθε εποχή. Εκφράζει με αγωνία τους προβληματισμούς του αναφορικά με την Ποιητική Τέχνη, τη φύση, την ουσία και τις δυνατότητές της. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για ένα θεωρητικό προβληματισμό σε μια σισύφεια προσπάθεια να προσεγγίσει τον απροσπέλαστο κόσμο της Ποίησης. Ο ποιητής μοιάζει να πραγματοποιεί μία κατάβαση στις πιο μύχιες σκέψεις, στα ενδότερα της ψυχής για να ορίσει τη σχέση του με το όλον, ήτοι την Ποίηση, και με το μέρος, δηλαδή το ποίημα. Στα παρακάτω ομόκεντρα κι ομόθεμα ποιήματα ο ποιητής μας «μιλά» για την Ποίηση και την Ποιητική του.

Τα Αντικλείδια

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Ο Άλλος

Εκεί που πάλευα να τελειώσω το ποίημα
περασμένα μεσάνυχτα
ήρθε και πάλι ξαφνικά με ανοιχτό αμάξι
με δυο γυναίκες αγκαλιά
και κάτω από το παράθυρο μου
“κατέβα άθλιε” μου φώναζε
“παράτα τα που να σε πάρει
σκίσ΄ τα επιτέλους τα χαρτιά”

Κατέβηκα με την ψυχή στο στόμα
όμως ο δρόμος ήταν έρημος
και τσακισμένος ξαναγύρισα στο ποίημα
κι όλη τη νύχτα πάλευα
χωρίς να το τελειώσω.

Το Ποίημα

Φεύγει νύχτα μ’ ένα παλιό αμάξι
γέρος πια φοράει μαύρα.
Ποιος είναι και που πηγαίνει
κανείς δεν ξέρει.
Μέσα στη σκέψη του υπάρχει το ποίημα
που ποτέ δεν θα γράψει.
Τόσο αόριστο σαν τη ζωή του.
Μέσα στο κούφιο μπαστούνι του
υπάρχει ένα φίδι χρυσό.
Καθώς θα το τυλίγει απόψε στο λαιμό της
σε κάποιο ελεεινό ξενοδοχείο
θα τον κοιτάζει στον καθρέφτη
χλωμός ο άλλος εαυτός του.
Αυτός που χρόνια φτιάχνει το ποίημα
καλπάζοντας τώρα στο πλάι του
και ανάβοντας ολοένα τ’ άλογα που έχουν μεθύσει
απ’ το σκοτάδι και τη λάσπη.

Το άγαλμα και ο τεχνίτης

Στην Ισμήνη και στον Στέλιο Τριάντη

Σαν έκλεινε το μουσείο
αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια
κατέβαινε από το αέτωμα.
Κουρασμένη από τους τουρίστες
έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά
ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.
Η ομορφιά της ήταν για πάντα
σταματημένη μες στο χρόνο.

Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί
σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.
Ερχόταν πίσω της αθόρυβα
της άρπαζε τη μέση και το στήθος
και μαγκώνοντας τα λαγόνια της
με το ένα του πόδι
έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα
στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.

Καθόλου δεν την ξάφνιαζε
κάθε φορά που της ριχνόταν.
Άλλωστε το περίμενε, το είχε συνηθίσει πια.
Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας
με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του
και καθώς χανόταν όλη
μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται
σιγά σιγά σε κένταυρο.

Τώρα η αλογίσια οπλή του
την πόναγε κάπου εκεί
γλυκά στο κόκαλο
και τον ονειρευότανε παραδομένη
ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του
να τη λαξεύει ακόμη.

Η Κόρη της Αβύσσου

Στη μνήμη του Φρανσουά, του Κάρολου και του Αρθούρου

Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
από την Κόλαση του Δάντη.

Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.

Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.

Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
όλους να μας θηλάζει.

Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
οι μαστροποί κι οι κλέφτες.

Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
με του διαβόλου τ’ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
και τα πετάει στα σκουπίδια.

Κάποτε κλαίει σαν παιδί
χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω απ’ τη θάλασσα
ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.

Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.

Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή
για ένα πικρό φιλί του.

Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η Θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.

Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.

Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.

Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.

Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

***

*Η ποιητική συλλογή Της Γύφτισσας (Πύργος 1996) αποτέλεσε ιδιωτική έκδοση εκτός εμπορίου. Επίσης κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1943-1997 (Εκδόσεις Νεφέλη, 2001) και η συλλογή Να μη τους Ξεχάσω τον Νοέμβρη του 2008 (Εκδόσεις Κέδρος, 2008) λίγες μόνο μέρες μετά τον θάνατό του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly
%d bloggers like this: