Η ποίηση με κάλεσε απόψε στις οκτώ
στην αίθουσα που όλοι πίνουν
νερό στ’ όνομά της.
Όμως εγώ την άφησα
παρατημένη στη γωνιά
να αφρίζει το ασήμι της
στα χείλη κάποιας μάνας
με του γκιώνη το κάλεσμα
στο πέτο της ραμμένο.
Σαν διαβασμένη σελίδα την προσπέρασα
όταν καρφώθηκε
στην πλάτη μου φωνή «Παιδί μου»
αλλά πολλές φορές
με όλα τα «ου» μακρόσυρτα
ροζάριο μαύρο περασμένο στο λαιμό
με τα εξ αμελείας θύματά μου
λάφυρα πολέμου.
Στα νύχια της που έλαμπε ένα μέταλλο
μάτι θανάτου
πιάστηκε το παλτό μου
στο νήμα τυλίχτηκε η πόλη
πνιγμένη στο μαύρο της σάλιο.
Μεγαλώνουν της φόνισσας τα παιδιά
και ζευγαρώνουν κέρματα στις γωνίες.
[Από τη συλλογή Μείον δεκάξι, Μελάνι, Αθήνα 2016. Ζωγραφική: Roger Lane.]







