frear

Για το βιβλίο του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, “Με δίχτυ τον άνεμο” – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Με δίχτυ τον άνεμο, Κίχλη, Αθήνα 2015.

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος υπηρετεί τα Ελληνικά Γράμματα με διπλή ιδιότητα. Αφενός με εργασίες «γραφειοκρατικές», όπως εκείνες που αναφέρονται στον σημαντικό σε όγκο και ουσία τόμο των Δημοσιευμάτων του (Εργοβιογραφίες, Μελέτες, Κριτικές κ.α.) και αφετέρου στη σύνθεση της Ποίησης. Είχα την ευκαιρία και τη χαρά να τον γνωρίσω πρώτα από τη «γραφειοκρατική» του δουλειά, την οποία μελέτησα, απόλαυσα, αξιοποίησα και βέβαια θαύμασα για τη συστηματικότητά της, και μετά από την ποίησή του. Και σπεύδω να μπω στην ποίηση, στον προθάλαμο της οποίας και εγώ περιδιαβάζω εφόσον το «Να ’χεις ή όχι γράψει ποιήματα δεν έχει τόσο σημασία όσο να ’χεις υποφέρει, παθιαστεί, σκιρτήσει γι’ αυτά που, έτσι και αλλιώς, οδηγούν στην Ποίηση» (Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, σ. 235). Πόσο μάλλον όταν έχεις γράψει. Και ο Δασκαλόπουλος έχει γράψει δέκα συλλογές. Η δέκατη φέρει τον τίτλο Με δίχτυ τον άνεμο. Είναι προφανές ότι με τέτοιο δίχτυ ‒εκείνος ό,τι πιάσει και εμείς ό,τι μπορέσουμε‒ κινδυνεύουμε να μείνουμε με άδεια χέρια, εφόσον όλα ξεγλιστρούν και φεύγουν μέσα από τα δάχτυλά μας. Ο Δασκαλόπουλος έχει στα υπόψιν πολλούς και ξέρει, όπως και ο Σεφέρης, τον οποίον επικαλείται στη μία εκ των δύο Αντιφωνήσεών του κατά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Πατρών (Δύο Αντιφωνήσεις, Κίχλη, 2011) ότι «Καθένας είναι φτιαγμένος από τα πράγματα που έχει αφομοιώσει», που έχει αγαπήσει και χρόνια υπηρετεί και που ό,τι άλλο και αν κάνει αυτά είναι τα θεμέλια και τα στηρίγματα της ύπαρξής του. Τα αγκωνάρια του νέου ναού που στήνει ο νεότερος ποιητής είναι οι παλαιότεροι αγαπημένοι του ποιητές, όσο για τις αφορμές, η ζωή παρέχει άφθονες.

dimitris_daskalopoylosΗ συλλογή απαρτίζεται από τρεις ενότητες. Κάθε μία έχει ένα ειδικό κέντρο γύρω από το οποίο πλέκεται ο ποιητικός μύθος. Στην πρώτη ενότητα, ο «Πλάγιος Λόγος» του, αφορά την απώλεια αγαπημένων προσώπων, τα οποία όμως με διάφορους τρόπους, και κάθε ποίημα έχει τον δικό του, επανέρχονται. Έτσι, μια «έφηβη ροδιά» μου δίνει την εντύπωση πως στέκει αντιστικτικά σε ένα άλμπουμ με οικογενειακές φωτογραφίες. Τα χρόνια περνούν τα πρόσωπα φεύγουν, η φωτογραφία τους μένει και, προφανώς, άλλες φωτογραφίες θα μπαίνουν, οπότε το άλμπουμ μοιάζει με το βιβλίο της ζωής που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, καθώς λέει ο Μπόρχες. Οίαπερ φύλλων γεννεή που είπε ο Όμηρος και είναι ο πρώτος που επεσήμανε το ρέον και τρέχον και πρόσκαιρο. Κι όμως αυτός ο χρόνος που τρέχει και φεύγει, αιχμαλωτισμένος σε μια φωτογραφία, στάθηκε για μια στιγμή στο πρόσωπο μιας γυναίκας, στα μάτια της, και από στιγμιαία έγινε αιώνια, καθώς αιώνιο είναι και το πάθος της, γιατί έχασε «σ’ ένα βράδυ δυο νήπια». Η ζωή συνεχίζεται στεγνή και σιωπηλή, το βλέπουμε στο «πέρασμα της σαύρας στην ξερολιθιά / και το πέταγμα ενός πουλιού /στον αγέρα».

Στη συνέχεια, σε μια σελίδα του Κατά Ματθαίον, ο Λάμεχ αναστήθηκε, όταν ο Ιησούς παρέδωσε το πνεύμα και, αφού αναστήθηκε, συζεί με τους ζωντανούς και ασκεί τα δικαιώματα του όλα και κανονικά. Έπειτα είναι στο σινεμά, στο όνειρο, που ζωντανοί και πεθαμένοι ήρωες συνυπάρχουν. Αλλά και από τη μνήμη δεν φεύγει η ερωτική και όμορφη Ιωάννα, «πλήρης υγείας και νεότητος» που πνίγηκε στο «Εξπρές Σάμινα», σαν εκείνη «που έφυγε να παίξει με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού». Σ’ ένα ξενοδοχείο παλαιού καιρού, γεμάτο πολυτέλεια και κομψότητα, μια αφίσα στον τοίχο από την ταινία «Gone with the wind» («Όσα παίρνει ο άνεμος»), το ζευγάρι των πρωταγωνιστών, Σκάρλετ Ο Χάρα και Ρεντ Μπάτλερ, φιλιούνται με πάθος και μ’ αυτό το φιλί τους είναι σαν να έχουν κερδίσει προδρομικά όλον τον μέλλοντα χρόνο, κι ας τους έχει πάρει από καιρό ο άνεμος. Όμως, εκείνη η τελευταία φράση της Σκάρλετ: «Αύριο είναι μια άλλη μέρα», αποτελεί και το σοφό επιμύθιο της ταινίας. Μου έρχονται στο νου εδώ οι στίχοι του Σεφέρη, στους οποίους κάνει λόγο για έναν δίσκο γραμμοφώνου και μια κινηματογραφική ταινία: «…σε κάθε δίσκο/ ένας ζωντανός παίζει μ’ έναν πεθαμένο» και «Την άνοιξη του ’23 πέθανε η Λίβια Ρίμινι, τ’ αστέρι· στο λουτρό της/ τη βρήκανε μέσα στ’ αρώματα νεκρή/ και το νερό δεν είχε ακόμη κρυώσει./ Ωστόσο χτες στον κινηματογράφο/ με κοίταζε με τ’ άχρηστά της μάτια» (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ «ΕΒΔΟΜΑΔΑ», Τρίτη). Ο τραγουδιστής μπορεί να έχει πεθάνει από χρόνια, όπως και η Λίβια Ρίμινι, ωστόσο η εικόνα τους έχει κερδίσει τη μέλλουσα ζωή, όχι αυτή που διατείνεται η Εκκλησία, αλλά την άλλη, μέσω της Τέχνης, που είναι ο φορεύς της φήμης.

Αυτό που συμβαίνει εδώ είναι ότι το τραγούδι, η ταινία η φωτογραφία, το θρησκευτικό κείμενο, το όνειρο, η αφίσα, όλα εκείνα που συντηρούν τη μνήμη. Ο ποιητής, ως εξωκειμενικός παρατηρητής, στοχάζεται πάνω στην απώλεια της ανθρώπινης ζωής, η οποία όμως αφήνει τα ίχνη της στην τέχνη και αυτή με τη σειρά της κατακυριαρχεί σε μνήμη και συναίσθημα. Βέβαια «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί», όμως αυτός ο μνησιπήμων πόνος είναι μουσηγέτης και παρηγορητής. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι της ποίησης το θαύμα που κάμνει «για λίγο ‒ να μη νοιώθεται η πληγή», όπως λέει και ο Καβάφης.

Στο ποίημα «Μαγική εικόνα», οι στίχοι είναι γεμάτοι από γυναίκες που εργάζονται σκληρά, υποφέρουν, βασανίζονται, απογοητεύονται, νοσταλγούν, πενθούν, καθεμία και μια ξεχωριστή περίπτωση πάθους και παθήματος. Το ερώτημα είναι: «Ποιες διαβάζουν ποιήματα;». Η προφανής απάντηση είναι: καμία. Αν καλοσκεφτούμε όμως και θυμηθούμε εκείνη την Θειά Χαδούλα, τη Φραγκογιαννού τη φόνισσα που έκανε τα «πάθη της τραγούδια», η απάντηση είναι: όλες. Ποίημα και πάθημα είναι η ίδια η ζωή τους.

Η φύση, λοιπόν, επαναλαμβάνει το παιχνίδι της. Τα δέντρα ακόμα τα αειθαλή αλλάζουν φύλλα κι ας μην φαίνεται. Επαναλαμβάνεται ο κύκλος της ζωής. Όπως και η «έφηβη ανθισμένη ροδιά» που επιμένει να κάνει ρόδια. Και το θαύμα της ζωής επαναλαμβάνεται και τα θαύματα γίνονται συχνά στα Ευαγγέλια, συχνότερα όμως στον κινηματογράφο, στην Τέχνη γενικά, και όλα συνεχίζονται. Το «δύστυχο καταμόναχο ένα» μας θα χαθεί αλλά ο κόσμος και χωρίς εμάς θα συνεχιστεί. Οδοστρωτήρας η ζωή, δεν υπολογίζει τα πρόσωπα, όπως ο μύθος στην τραγωδία. Αυτός πρέπει να προωθηθεί. The show must go on, έλεγε ο θιασάρχης στο Moulin Rouge. Ο άνθρωπος είναι το φύλλο που πέφτει, το δέντρο όμως δεν πρέπει να πέσει.

Στη δεύτερη ενότητα, τις «Τοπογραφίες», το κέντρο είναι οι τόποι. Τρεις πόλεις με ιστορία. Η Αλεξάνδρεια, ο Μυστράς, οι Θερμοπύλες και τα Γιάννενα. Δεν είναι τυχαίες πόλεις. Σ’ αυτές η Ιστορία πρωταγωνίστησε θρυλικά. Στους δρόμους τους έζησαν και περπάτησαν σπουδαίοι άνθρωποι.

vivlio_37Ο Σεφέρης έμεινε στην Αλεξάνδρεια σχεδόν ένα μήνα το 1941, μέσα στην οχλοβοή του πολέμου. Στις Μέρες του δεν υπάρχουν πληροφορίες ιδιαίτερα σημαντικές για την παραμονή του εκεί. Φεύγει και επιστρέφει το 1943. Ωστόσο στο ποίημα «Αλεξάνδρεια 1941 μ.Χ.», ο Δασκαλόπουλος λέει: «κείνος ο Γέρων» «άφαντος και παρών, αμίλητος και λαλίστατος» που «κυκλοφορούσε ανάμεσα στις αστραπές / κι ύστερα κατέβαινε αλώβητος και χθόνιος/ να ξαναπάρει τη θέση του στα καθημερινά» δεν πρέπει να είναι άλλος από τον Σεφέρη. Ή μήπως είναι ο Καβάφης; Εκεί μας οδηγεί ο τίτλος του ποιήματος. Η περιγραφή πολύ καλά ταιριάζει και στους δύο. Μόνο που ο Καβάφης έχει πεθάνει δέκα χρόνια πριν. Ωστόσο, τίποτα δεν τον εμποδίζει να ανεβαίνει και έπειτα να κατεβαίνει για «να καταλάβει τη θέση του στον τάφο που του ανήκει» (αλλάζω λίγο έναν στίχο του Ελύτη), όπως τίποτα δεν εμποδίζει και τον Σεφέρη να είναι παρών, σήμερα, σ’ αυτή τη συλλογή. Είτε ο ένας είτε ο άλλος είτε ο τρίτος, οι επιφανείς ποιητές είναι όλοι παρόντες, η ιδέα τους, δηλαδή, με την οποία παίζει ο Δασκαλόπουλος, αφού και με των τριών το βίο και έργο έχει ασχοληθεί, έχει συγκινηθεί και έχει γαλουχηθεί. Ξαναγυρίζουμε στο ποίημα. Η αρχή, με την περιγραφή του τοπίου, «Κύματα», «γλάροι», «αναμαλλιασμένοι φοίνικες» και ο «Κένταυρος το Φθινόπωρο» που «βιάζει την άνοιξη» γέρνουν προς τη σεφερική πλευρά. Οι άνθρωποι και τα «ριγέ κοστούμια», τα «ασημένια ρολόγια τσέπης», ο γενικός αισθητισμός που επικρατεί στο πλάνο, σαν στην ταινία του Βισκόντι –Θάνατος στη Βενετία, μάλλον, γέρνουν προς την καβαφική. Στον Καβάφη άρεσαν οι πολυτέλειες. Τα λοιπά ταιριάζουν και στους δύο. Στον τρίτο ταιριάζει η διατύπωση της ιδέας της ανόδου από τον τάφο και της επιστροφής σ’ αυτόν. Και ο «βυθός» είναι «αφανέρωτος, σφραγισμένος» και «Σκοτεινά παιχνίδια και μυρωδιά θανάτου / καθώς χάραζε το αύριο στις αστραπές» διαπιστώνουν για το παρόν και προβλέπουν για το μέλλον. Όμως κάπου εκεί ανάμεσα είναι και ο Δασκαλόπουλος. Στους στίχους «Τους θυμάμαι να σεργιανούν τη νύχτα / βλέποντας αυτά που δεν φαίνονταν – τον πόθο τους», νομίζω πως ο σημερινός ποιητής αναπνέει των αγαπημένων του ποιητών την αύρα. Τα ονόματα μόνο ν’ αλλαχτούν «Λαμπρά ταιριάζουν όλα» και σήμερα «Εν Δήμω της Ελλάδος».

Την ίδια αίσθηση της σύμπλεξης του ένδοξου και αιματηρού παρελθόντος διαπιστώνουμε και στον Μυστρά. Στην αρχή η γη: «το χορτάρι οι μαργαρίτες» ορατά, οι ήχοι: «κλαγγές όπλων και κραυγές» η μνήμη: «το παρελθόν χωνεύτηκε στους ροζιασμένους / κορμούς των δέντρων», ο στοχασμός και η γερόντισσα Αγγελική Παλαιολογίνα, χήρα του Δημητρίου Παλαιολόγου: «δυο χρόνια ακόμη για να βγει/ στη σύνταξη του ΟΓΑ», σαν φάντασμα εκείνης της παλαιάς ένδοξης βυζαντινής αρχόντισσας. Και οι τουρίστες… φωτογραφίζονται στα ερείπια χωρίς να βλέπουν τίποτα ούτε να ακούν το βουητό που κάνει η Ιστορία.

Στις Θερμοπύλες ο ποιητής στοχάζεται πάνω στο «ρήμα βλώσκω» (εκείνο το Μολών λαβέ, δηλαδή) που έστειλε στον Άδη «τρακόσιες υπερήφανες ψυχές». Στα Γιάννενα μια πλούσια πινακοθήκη αναδύεται στη μνήμη. Πρόσωπα του παρελθόντος, της πικρής ιστορία που μεταφέρουν τα Γιάννινα μαύρα Γιάννινα: Ο Σκυλόσοφος, οι Ζωσιμάδες, ο Γλυκύς και ο Σάρος – οι τυπογράφοι, ο Βηλαράς ο ποιητής και πεζογράφος που πόνεσε για τη «Ρομέηκη γλοσα».

Και μπαίνουμε στην τρίτη ενότητα, όπου τέσσερα ποιήματα στήνουν το σήμα της μνήμης ή δείχνουν τα κατάλοιπα της λήθης. Τι απέμεινε από τα ουσιώδη; Όλα τα πήρε ο χρόνος: Τον Paolo και το μαχαίρι του, «τις παρτιτούρες του πιάνου καταχωνιασμένες / στο βάθος της ντουλάπας ανάμεσα/ σε μαύρα φορέματα/ και κίτρινες οικογενειακές φωτογραφίες·/ το μπαλωμένο από τις σφαίρες πάτωμα/ τη μουριά το αγιόκλημα το γιασεμί». Με άλλα λόγια όλη την ιστορία, τα πάθη και τα πένθη του σπιτιού. Και η απορία: «Πες μου, τι γύρευες στο εννιά κούπα/ το τέσσερα καρώ και το τρία πίκα./ Δεν ήξερες πως θα σε θέριζαν τα σπαθιά;». Δεν ξέρω από παιχνίδια της τράπουλας, αλλά εκείνο το «πίκα», μπαστούνι στην εκδικητική Ντάμα Πίκα του Ντοστογέφσκυ με στέλνει και σε πικρά συμπεράσματα. Ούτως ή άλλως όλα σαν πύργος από τραπουλόχαρτα κατέρρευσαν και έμεινε μόνο «το νέο φεγγάρι/ που δεν θα γίνει ποτέ πανσέληνος/ η αμμουδιά της θάλασσας/ το δροσερό αεράκι». Με τη σκέψη «ο κόσμος είναι απλός» κάνει αυλαία ο Σεφέρης στον «Ερωτικό Λόγο» και ο άνθρωπος είναι μικρός, «μεγεθυμένος μόνο από τη σκέψη του», ο Ελύτης στα Τρία Ποιήματα… «Ad libitum, 2». Με άλλα λόγια, τα όνειρα παραμένουν μισά, ενώ ο κόσμος συνεχίζεται.

Στα δύο ποιήματα, με τα οποία ολοκληρώνεται η ενότητα, έχουμε το θάνατο σε διπλή παραλλαγή να κατεβαίνει σαν Αρχάγγελος με τη ρομφαία να φέρει τη νύχτα και τον «αιώνιο ύπνο».

Η ψυχή του ανθρώπου πάντα τα ίδια θα αισθάνεται και πάντα με τα ίδια θα δημιουργεί. Η τέχνη είναι αιώνια, δεν δεσμεύεται από το χρόνο, αντίθετα στην κάθε αστραπή του νου δίνει διάρκεια. Αυτήν κυνηγά με το ανεμόδιχτό του ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Και επειδή οι χρόνοι είναι δίσεχτοι και η Ελλάδα πάλι στα στενά ο Δασκαλόπουλος με την τέχνη του μας θυμίζει οικεία κακά, δημόσια και ιδιωτικά και μας παρηγορεί με την τέχνη του. Η «Τέχνη είναι και αυτή μια πατρίδα που δεν μπορεί να την πάρει ο Γερμανός», έγραφε ο Σεφέρης (Μέρες Δ, Τετάρτη 28 Μάη 1941). Και επειδή ο Γερμανός έλαχε και τώρα να είναι ante portas, η ποιητική άχνα που συλλέγει στο ανεμόδιχτό του ή αυτή που διαφεύγει και φτάνει ως εμάς, λειτουργεί παρηγορητικά και ιαματικά. Και αν δεν έχουμε τίποτα άλλο, τουλάχιστον έχουμε ΠΟΙΗΣΗ.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη