frear

Για το «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Αρχοντούλας Διαβάτη – γράφει η Λένα Παπαδοπούλου

Αφήνοντας πίσω τον πλανήτη μελαγχολία

Μια ανάγνωση της συλλογής διηγημάτων της Αρχοντούλας Διαβάτη

Σκουλαρίκι στη μύτη, εκδ. Νησίδες, 2015.

Διαβάζοντας τα κείμενα της Αρχοντούλας Διαβάτη και προσπαθώντας να τα παρουσιάσω, ανακύπτουν ζητήματα και σκέψεις για την ίδια τη γραφή. Είναι παράξενο πώς κείμενα βιωματικά φέρνουν στο φως ερωτήματα για τη διαδικασία και τη λειτουργία της αφήγησης. Το βιβλίο Σκουλαρίκι στη μύτη δεν είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα με πολλούς χαρακτήρες που ζουν τη σύγκρουση και τις αντινομίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι μικρής φόρμας διηγήματα μέσα από τα οποία, ωστόσο, ξεπηδούν διερωτήσεις.

– Γιατί γράφει κανείς;

– Ποια λειτουργία επιτελείται με τη γραφή;

– Μήπως η αφήγηση είναι ένας τρόπος να αντιληφθείς τον κόσμο ή μήπως αποτελεί θεραπευτική πρακτική;

– Τι διαμορφώνει ένα κείμενο, η φωνή του συγγραφέα ή οι πολλαπλές θεάσεις των αναγνωστών;

– Πώς η καθημερινότητα γίνεται αίτημα γραφής;

Οι απαντήσεις δίνονται μέσα από τα κείμενα του βιβλίου, από το ύφος της αφηγήτριας, τις θεματολογικές επιλογές, την τροπικότητα της.

Γράφει για να διασώσει τη μνήμη, τα θραύσματα αυτής αναδύονται, αποκτούν σχήμα, δυναμική και υπαγορεύουν το κείμενο.

Γράφει για να αξιώσει τα αποσιωπημένα, τα αόρατα, τα ελάχιστα.

Γράφει για να κατανοήσει τον κόσμο, να τον μεγαλώσει και να τον μικρύνει, αποδίδοντας νόημα στην ιδέα της γραφής.

Το ανεκπλήρωτο της επιθυμίας πραγματώνεται με την αφήγηση, που γίνεται το μέσο για την αναζήτηση της ευτυχίας και την έξοδο του υποκειμένου στον κόσμο των προσώπων, των σχέσεων, των ιδεών.

Γράφει και συνομιλεί με φίλους και αγνώστους, με συγγραφείς και κείμενα, με απόψεις και ιστορικά γεγονότα.

Συνομιλεί με την Ιστορία, την υπονομεύει, παραθέτοντας στο μεγάλο γεγονός που ήταν η υποχώρηση στην Τασκένδη και η ήττα του εμφυλίου το αστρακάν παλτό της γυναίκας του Βαφειάδη, που αναλαμβάνει η Μαρίνα να μεταφέρει και δεν χωράει στην βαλίτσα και το φοράει Αύγουστο μήνα, στο διήγημα «Το συναξάρι της Μαρίνας Αυλίδου».

Γράφει για τη γενιά της, την εξιδανίκευση των συνεχών αγώνων και όταν παίρνει χώρο η απογοήτευση, η ματαίωση, τις ανατρέπει η ανάμνηση μιας ερωτικής ιστορίας, όπως είναι η ιστορία του Βασίλη στο διήγημα «οδός Αγαπηνού 8». Δρόμοι που περπατήθηκαν σε πορείες και φιλιά που δόθηκαν στις οδούς της ερωτικής αναζήτησης.

Και όλα να ξεκινούν ή να συμβαίνουν στην πόλη της Θεσσαλονίκης, χαράζοντας τις οδούς, χαρτογραφώντας τις συνοικίες ‒η τοπιογραφία της πόλης ένας ακόμα χαρακτήρας των διηγημάτων, πάντα στο παρόν, κρατώντας ρόλο κύριο. Κτήρια, μαγαζιά, σινεμά, βιβλιοπωλεία.

Εξιστορεί και θεραπεύει κάθε «ασθένεια». Η απώλεια, το τραύμα, γίνονται φωνήματα, λέξεις, πρόσωπα, πλοκή και μετατρέπεται η γραφή σε τεχνική-πρακτική θεραπείας, όπως στο διήγημα «Τα γενέθλια της Μαρίας» και « Όταν έχεις μια παιδική καρδιά».

Η θεραπευτική αφήγηση ονοματίζει το πρόβλημα, το εξουδετερώνει, το επαναδομεί και οδηγεί σε χειρονομίες ζωής, στην εύρευση τρόπων επιβίωσης και εναλλακτικών ιστοριών. Η γραφή είναι μια τεχνολογία του εαυτού όπου η οδύνη μετατρέπεται ρηματικά, γίνεται οικεία, ικανή συνθήκη για την συνέχιση της ζωής.

Στα περισσότερα κείμενα της Αρχοντούλας Διαβάτη υπάρχει κάποιος που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο, η ίδια η συγγραφέας- αφηγήτρια. Τα κείμενα μικρά, διαφορετικά, που όμως έχουν μια συνοχή αλληλο(ε)μπλέκονται, εισχωρεί η μια ιστορία στην άλλη, μοιράζονται μια κοινή αφηγηματική φωνή. Το ένα διαδέχεται το άλλο και όλα μαζί γίνονται ένα μυθιστόρημα, βασικό πρόσωπο ο βίος αυτού που μιλά και γύρω από εκεί περιστρέφονται τα υπόλοιπα πρόσωπα, οι ήρωες των διηγημάτων που ταυτίζονται και διαχωρίζονται από τη συγγραφέα, όπως η χαμένη επανάσταση, ο άγνωστος πόλεμος, πλανήτης μελαγχολία. Τα περιστατικά των άλλων όχι τόσο βιογραφικών κείμενων, ενισχύουν τον βασικό μύθο, όπως «Ο Θανασάκης», το «παιδί για τους καφέδες» ή ο απρόσεχτος, στο «αμάν το τρένο».

Είναι φανερό πως η Αρχοντούλα Διαβάτη έζησε και ζει αυτά που γράφει και τα διηγήματα υποστηρίζονται εξωκειμενικά από την παρουσία της σε κινήματα, λέσχες ανάγνωσης, συναναστροφές.

Ο λόγος της κοφτός, με μικρές προτάσεις, χωρίς επίθετα και με αιφνίδιο απότομο τέλος, χωρίς έντονες κορυφώσεις. Σαν να είναι το κείμενο ένα προσχέδιο, ένας σκελετός, ένα κέλυφος που έρχονται οι αναγνώστες να γεμίσουν τα χάσματα να συμπλήρωσαν τα κενά να διευκρινίσουν τις ασάφειες. Έτσι φτάνουμε σ’ αυτό που λέγεται αναγνωστική ανταπόκριση, όπου κυρίαρχο ρόλο παίζει ο αναγνώστης. Αυτός μεθερμηνεύει το κείμενο, το κατευθύνει, δίνει το οριστικό τέλος, φτάνοντας σε μια πληθυντικότητα, όπου διαβρώνεται η έννοια της αντικειμενικής ερμηνείας και προσεγγίζεται το γραπτό μέσα από τις πολλαπλές ανταποκρίσεις των αναγνωστών.

Η λογοτεχνικότητα ενός κειμένου υποστηρίζει ο Βιτγκενστάιν δεν έχει μια ουσία που ανακαλύπτεται, αλλά επαναπροσδιορίζεται συνεχώς από ένα παιχνίδι ανάμεσα στο συγγραφέα και στο ρόλο των αναγνωστών. Η διαδικασία της ανάγνωσης ‒γράφει ο Δημήτρης Τζιόβας‒ είναι μια διαρκής αλληλενέργεια ανάμεσα σε προσδοκίες που τροποποιούνται και μνήμες που μεταμορφώνονται.

Η Αρχοντούλα Διαβάτη μέσα σε όλα τα βιβλία της φωτογραφίζει τον χρόνο καθώς παρέρχεται, «κλέβει» τις στιγμές, κατασκευάζει τη μνήμη, μετέχοντας στο παρόν. Ξαναεπινοεί τον εαυτό της και συγκροτείται σε συνθήκες γραφής, αναπτύσσοντας διάλογο μ ε τους άλλους και τις ιστορίες των άλλων που καταγράφει. Γνωρίζει αυτό που λέει ο Μπαχτίν: δεν υπάρχει εγώ χωρίς έτερο.

Κερδίζει τη φθορά, εξορίζει τη νοσταλγία και εγγράφει το παρόν, το μυθοποιεί με τη γλώσσα, όπως λέει η ίδια.

Ξάνθη, 22 Ιανουαρίου 2016.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Gregoire Kenne]

skoulariki_sth_myti

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly