frear

Οδός Λέψιους λίγο μετά τα μεσάνυχτα – του Γιάννη Πάσχου

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Κουρασμένος είχε γείρει πάνω στο γραφείο του, όταν άκουσε ένα διακριτικό αλλά επίμονο χτύπημα στην πόρτα. Σαστισμένος σαν από όνειρο, πετάχτηκε αλαφιασμένος και άνοιξε.

Η Ζιζί είναι μέσα; Τον ρώτησε με αναίδεια ένας νεαρός άραβας που με δυσκολία κρατιόταν όρθιος.

Εδώ είναι σπίτι κύριε, χτυπήστε στο κάτω διαμέρισμα, του απάντησε εκνευρισμένος. Ο νεαρός έκανε ένα περίεργο μορφασμό, τον κοίταξε διερευνητικά, έστριψε σα να ήταν κουρδισμένος και κατέβηκε αργά τα σκαλιά, ψελλίζοντας ένα τραγούδι του Σάρα Νταρουίς. Τον ακολούθησε με το βλέμμα του μέχρι το τέλος της σκάλας ώσπου τον έχασε στο βάθος του σκοτεινού διαδρόμου.

Δεν ήταν πρώτη φορά που κάποιος άγνωστος χτυπούσε την πόρτα του κατά λάθος μέσα στη νύχτα, ψάχνοντας κάποια από τις πόρνες που έμεναν στο κάτω όροφο.

Από τη μια ενοχλήθηκε από την παρουσία του ξένου, αλλά από την άλλη, η απρόσμενη επίσκεψη του άλλαξε τη διάθεση. Ένας άγνωστος την σκέψη μου για ολίγον μου απέσπασε από την θλίψη ψιθύρισε αυτοσαρκαζόμενος κι άνοιξε την εφημερίδα που ήταν παρατημένη πάνω στον καναπέ. Είχε γεμίσει ο τόπος αναφορές και οι συκοφαντίες και τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν για τα όσα έκανε, έλεγε κι έγραφε. Δεν γίνεται να οδοιπορούν στους ίδιους δρόμους, υποστήριζαν οι πολέμιοί του, με μας οι αποθανόντες, να τραγουδούν όπως εμείς, να διασκεδάζουν επικινδύνως και να ομιλούν τόσο φωναχτά ως ο θάνατος να μην τους άγγιξε και την εμπειρία του παραδείσου με τόση ευχέρεια να προπαγανδίζουν και να ξεδιπλώνουν σαν παραμύθι την ιστορία της ματαιότητας και πράγματα που τους ανθρώπους προκαλούν.

Κούνησε το κεφάλι του ενοχλημένος, έσβησε την λάμπα και τα κεριά του δωματίου και βγήκε στο μπαλκόνι να απολαύσει «ολίγη αγαπημένη πολιτεία, ολίγη κίνησι του δρόμου».

cebfceb9cebaceb9ceb1-cebaceb1ceb2ceb1cf86ceb7

Αν και η ώρα ήταν περασμένη, η οδός Λέψιους και τα γύρω σοκάκια, δεν έλεγαν να ησυχάσουν. Ακριβώς κάτω από το παράθυρό του μια νεαρή αραπίνα, με ωραίο μπούστο, τσαχπίνα κι έμπειρη χορεύτρια, κουνιόταν νωχελικά μπροστά σε έναν μισοπεθαμένο από το ποτό εγγλέζο στρατιώτη, με τα μάτια της καρφωμένα πάνω του, έτοιμη να του κατασπαράξει τα αισθήματα. Από το μπαλκόνι, όλα φαίνονταν μαγικά και όταν εκείνη έβαλε φωνή και το τραγούδι σήκωσε από βαθιά μέσα της, κοκάλωσε από την φλόγα που ανάβλυζε. Η καρδιά του χτύπησε γρήγορα και το σώμα του αναρίγησε, καθώς η νεαρή τραγουδούσε χόρευε με τέτοιο πάθος, σαν να να ’θελε να ρουφήξει και την τελευταία ικμάδα της επιθυμίας του πελάτη της. Να κατακτήσει το όλον, την ψυχή και το σώμα του. Εκείνος όμως, βουτηγμένος στο ποτό, παρέμενε ψυχρός και αμέτοχος και την κοιτούσε σαν μαρμαρωμένος.

Δυστυχώς το τόσο ελκυστικό θέαμα, διακόπηκε απότομα και με τραγικό μάλιστα τρόπο. Μια μαϊμουδίτσα με σκουλαρίκια από καρνεόλιο και τιρκουάζ βραχιόλια πετάχτηκε μέσα από τις φυλλωσιές και άρχισε να κάνει τσιριμόνιες και μεταμεσονύκτια χάδια αναζητούσε ως ζώον απερίσκεπτον. Επήδηξεν η αφελής, εις την αγκαλιά του εγγλέζου στρατιώτη προκαλώντας του ρίγη σιχασιάς και φόβου καθώς προσπαθούσε να αποσπάσει ένα παράσημο, χρυσαφί στο χρώμα και εντυπωσιακό. Αιφνιδιασμένος ο νεαρός στρατιωτικός, προσέλαβε ως φαίνεται σαν επίθεση τα παιχνίδια της, έβγαλε ένα μαχαίρι και της απέκοψε με μιας το κεφάλι. Η νεαρή χορεύτρια αν και έντρομη, δεν έχασε χρόνο, άρπαξε τα σκουλαρίκια, ψέλλισε νευρικά Αμούτ, Αμούτ και βρίζοντας απομακρύνθηκε δακρυσμένη, ενώ ο εγγλέζος γελούσε σαν χαμένος και μάταια πάσχιζε να σηκωθεί όρθιος. Κανείς από τους γύρω δεν έδωσε σημασία στο γεγονός. Όλα τα σκέπασε ένας αμανές, από κάποιο διπλανό μαγαζί ικανός να τρυπανίσει το κρανίον. Αυτός, συγκλονισμένος από την βαρβαρότητα του στρατιώτη και το αποτρόπαιο τέλος του μικρού ζώου, απόμεινε να κοιτά από ψηλά το σώμα που ψυχορραγούσε στην άκρη του δρόμου, μέσα στα λασπόνερα.

Κύριε Καβάφη, του φώναξε, εύθυμη και αδιάφορη για όλα, από το παράθυρό της η Ζιζί καθώς τον είδε να στέκει στο μπαλκόνι του. Σας αρέσει ο Κάρλος Γκαρντέλ; Ακούστε τι υπέροχο ταγκό! Ενώ ταυτόχρονα, πάλευε να αποσπάσει την προσοχή ενός νεαρού που κοιτούσε διερευνητικά προς το μέρος της.

Δεν της απάντησε. Μάλιστα, φάνηκε να ενοχλήθηκε που τον φώναξε δυνατά από το παράθυρό της. Επανειλημμένως της είχε εξηγήσει ότι οι αυθόρμητες δημόσιες εκδηλώσεις της δεν του πολυάρεσαν. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα, τράβηξε τις κουρτίνες και στα σκοτεινά, σχεδόν ψηλαφώντας, άναψε τη λάμπα στο σαλόνι κι έβαλε ένα ποτό. Τα τραγούδια των περαστικών του δρόμου, οι διάλογοι, τα χωρατά και οι τσακωμοί, όλα ακούγονταν καθαρά, λες και όλα συνέβαιναν μέσα στο δωμάτιό του. Για ώρες πάντως, ίσως και για χρόνια, φαινόταν σαν να ήταν θεατής στις πρώτες, αριστοκρατικές μάλιστα θέσεις ενός μεγάλου θεάτρου, όπου ένας πανανθρώπινος, αόρατος θίασος έπαιζε αιώνες χωρίς σταματημό και οι ηθοποιοί προσπαθούσαν να ανταποκριθούν στους ρόλους που οι ίδιοι είχαν επιλέξει ή η ζωή τους είχε επιβάλλει δίχως να τους ρωτήσει. Πήγε προς το γραφείο του, άναψε ακόμη μια λάμπα και άρχισε να γράφει. Έγραφε, διόρθωνε, σηκωνόταν, έκοβε βόλτες και χάζευε ανήσυχος την αντανάκλαση των υποφωτισμένων παραθύρων του κάτω ορόφου στα βρωμόνερα του δρόμου. Τότε παρατήρησε στο σχεδόν γυμνό τοίχο του δωματίου το περίγραμμα της σκιάς του. Πλησίασε κι έβαλε τα δυο του χέρια στο λαιμό του σα να ’θελε να την πνίξει. Φάνηκε να το μετάνιωσε. Κατέβασε τις παλάμες του και αργά περιέφερε τις άκρες των δαχτύλων του στο περίγραμμα του σώματος, παρηγορητικά και με συμπόνια. Στη συνέχεια έπιασε την πένα και έγραψε προσεκτικά πάνω σε μια φθαρμένη πένθιμη φωτογραφία, στο κενό που υπήρχε ανάμεσα από την μάνα και τον πατέρα του, το όνομά του.

Η νύχτα είχε προχωρήσει. Το ανοιξιάτικο αεράκι που της μακρινής ερήμου τα αρώματα έφερνε, ίσα που ακουγόταν καθώς των φοινίκων τα φύλλα άγγιζε. Αναρωτήθηκε σχεδόν φωναχτά για τον κόσμο που θα περιδιάβαινε εκείνη την ώρα την πλατεία Μουχαμετάλη και τα γύρω στενά και η επιθυμία του φούντωσε «να μεταβεί στην πόλιν να ριχθεί στην κίνησι και στην διασκέδασιν».

Σήκωσε τα χέρια του σα να παραδινόταν, σα να αναζητούσε να πιαστεί στο κενό, σα να ενέδωσε σε κάποια ατίθαση αλλά πολλά υποσχόμενη σκέψη που για λίγο άστραψε παρασύροντάς τον σε δρόμο άγνωστο. Ανασήκωσε τα μαύρα γυαλιά του και αίφνης εντυπωσιάστηκε από το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί μέσα στο ημίφως του δωματίου. Από τα ενδύματα και τις χειρονομίες, εύκολα γινόταν αντιληπτό, ότι όλοι κατάγονταν από μέρη διαφορετικά. Αν και άγνωστοι μεταξύ τους, αντάλλασσαν με αβρότητα χειραψίες. Φιλόσοφοι και βασιλείς, πόρνες και στρατηλάτες, νεαροί «απολλώνιας οπτασίας» και γριές από την Αζαρίτα και την Ιμπραμίγια. Μερικοί δε από αυτούς, με εμφανή τα σημάδια της νοσταλγίας, ρωτούσαν για πρόσωπα που είχαν αιώνες να συναντήσουν, ενώ άλλοι απήγγειλαν στίχους και άλλοι, γονατιστοί σαν να προσεύχονταν, μιλούσαν χαμηλόφωνα. Μυστικά αδιευκρίνιστα εντός δευτερολέπτων περιέπεσαν επί της διαφάνειας του ανείσπρακτου επί αιώνων φωτός και άνθησαν.

Τότε, ένας ναυτικός παράξενα ντυμένος, ως να ήτο αυτοκράτορας, με περικεφαλαία λαμπιρίζουσα και θώρακα δερμάτινο με χρυσαφιά μεγάλα κουμπιά, φορώντας ένα πλατύ βαμβακερό ναυτικό παντελόνι γεμάτο από λάδια μηχανής, που τα λερά του δάχτυλα, καθώς ξυπόλητος ήταν, ξεχώριζαν από μακριά, εμφανίστηκε. Η αλήθεια, είπε, δεν χωρά ερμηνείες, είναι σκέτη, πικρή σαν κατακάθι ή σαν αφρός κυμάτων και όχι λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο, ρούχο ξέπλεκο σαρακοφαγωμένο από την αγωνία της υποκρισίας και της υπουλίας. Αντιθέτως, τα μεγάλα ψέματα και τα ασήμαντα πράγματα έχουν τη μοναδική ιδιότητα να υπερφορτώνονται σκουπίδια, βάρβαρες προκαταλήψεις και αμαρτίες, να εντυπωσιάζουν με την βαρύτητά τους και ο χρόνος τελικώς να χάνει το μέλωμά του, τη γλύκα του, την άχνη της ζαχάρεως και να περνά άνευ ουσίας, ως αμελητέα ποσότητα. Όλοι γέλασαν, αλλά όταν ομίλησε για τη ζωή και για πράγματα δύσκολα, την ελευθερία, τον έρωτα, τον θάνατο, την απελπισία, τον Θεό, την απόρριψη, το γέλιο κόπηκε μαχαίρι, σιωπή απλώθηκε παντού, ακόμη και η Ζιζί, που πάντα έβρισκε αφορμές να ισοπεδώνει τα πάντα για να χωρούν στην ζωή της ακινδύνως και κάνα δυο διανοούμενοι και καλλιτέχνες γνωστοί που όλα έκαναν ότι τα γνώριζαν και αυτοί μουγκάθηκαν και σαν άρχισε να απαγγέλει, ανάσα δεν ακουγόταν.

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις

Ο παράξενος ναυτικός σαν τέλειωσε «εκρύφθηκ΄ αίφνης και δεν έμαθε κανείς με θετικότητα τις έγινε». Τότε οι γριές από την Αζαρίτα και την Ιμπραμίγια έπεσαν σε πνιχτό λυγμό και το στερέωμα χωρίστηκε στα δυο από τη πλώρη ενός καραβιού, που από τα ύφαλά του ξεχώριζαν δυο τεράστια μαύρα φτερά. Μπροστά από το καμπούνι, πάνω στο κατάστρωμα, κείτονταν τα αδέρφια του, παγωμένα, το ένα δίπλα στο άλλο και στην πρύμνη, όρθια η μάννα του με ξέπλεκα μαλλιά, το όνομά του φώναζε σπαρακτικά, ενώ στην γέφυρα ίσα που ξεχώριζε η μορφή του πατέρα του. Γύρω του κοπέλες μελαψές με ξυρισμένα κεφάλια από την Κινένα και την Φαράχτα και πόρνες με βαμμένα κόκκινα μαλλιά από την Μαρσίλια, μασούσαν καπνό και επαναλάμβαναν λόγια απροσδιόριστα, που πότε σαν ψαλμός έμοιαζαν και πότε σαν μοιρολόγι. «Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό».

Σηκώθηκε ήρεμα και άνοιξε το παράθυρο. Φύσηξε λεβάντες και μαΐστρος τον διαδέχτηκε, ψιλή βροχούλα και καθώς κοίταξε προς τον δρόμο, γυναίκες με χρωματιστά μαντήλια από την Συρία, καλλονές με λινά φορέματα από την Αίγυπτο και καρυάτιδες με λευκές χλαμύδες και περίτεχνα χτενίσματα από την Ελλάδα, στημένες στα παράθυρα της Μαρσίλια φώναζαν τους περαστικούς με τα μικρά τους ονόματα: Απόλλωνα, Κλεοπάτρα, Μυρτία, Αλέξανδρε, Εκάβη, Μανουήλ, Καισαρίωνα, Λεύκιε…

Έσβησε τις λάμπες, τα πολλά κεριά κι άφησε μόνο ένα και μέσα στο μισοσκόταδο, κρυμμένος από όλα και απ΄ όλους, βυθισμένος στους στοχασμούς και τις οπτασίες του, έπιασε την πένα. Μόνο ο χαρακτηριστικός ήχος της ακουγόταν, καθώς άφηνε το αποτύπωμα της στο χαρτί. Ίχνη ανθρώπων με ευλάβεια ξεδιάλεγε, ακροβατώντας στην παλάμη του σύμπαντος, εκεί ακριβώς που διαγράφεται η γραμμή της ζωής σαν κοίτη ποταμού, που αντί για όχθη, πόδια λευκά, γυμνά, ολοζώντανα αιωρούνται πλατσουρίζοντας παιχνιδιάρικα ή μαβιά, πληγωμένα, ακίνητα, κρεμασμένων κορμιών απομεινάρια.

Δεν χωρά, ψιθύρισε, τόσο φορτίο αδιαίρετο στην καρδία μου. Σεληνόφως του Βοσπόρου, καρπέ αίματος, επέστρεφε και παίρνε με…

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

k-p-kabafis

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη