frear

Τα ζούδια της πέτρας – της Σοφίας Μπαρδάνη

Χριστούγεννα, και το σπίτι της λαγκαδιάς μάς περιμένει για άλλη μια φορά.Το χωνευτό ντουλάπι του τοίχου απελευθερώνει οσμή υγρασίας και νοτισμένου ασβέστη στο παραμικρό άνοιγμα.

Ό,τι φανταστεί κανείς κρύβουν τα σωθικά του.Μπαταρίες και φακούς, τραντζιστοράκια αλειτούργητα, μονωτικά, σημειωματάρια, βότσαλα, φωτάκια Χριστουγέννων και τράπουλες σε διάφορα χρώματα, όλες στα κουτάκια τους και μία σκορπισμένη σε όλο το ντουλάπι.

Με είχε καταλάβει η μανία ξεκαθαρίσματος με τα παλιά και πήρα να μαζεύω τα σκόρπια φύλλα για τα σκουπίδια. Στην παραμικρή μετακίνηση, ξεπετάγονταν έντρομα τα ζωΰφια της υγρασίας κι έτρεχαν να κρυφτούν, όπου υπήρχε τρύπα. Ήταν φανερό πως ήμουν ανεπιθύμητος επισκέπτης.

Όμως ποιος ετοιμάζεται να πετάξει τα χαρτιά της τύχης και δεν θα μπει στον πειρασμό να τα μετρήσει και να μετρηθεί με αυτά; Συχνά ψάχνουμε άλλοθι να αποχωριστούμε όσα θεωρούμε άχρηστα και ελπίζουμε σε επιβεβαιώσεις για τα χρήσιμα. Έτσι, παρακαλούσα να τα βρω λιγότερα και μετρούσα και ξαναμετρούσα με αυτή την προσμονή. Φύλλα παλιά και λειψά, σβησμένο πεπρωμένο, πόσα χέρια σας παίδεψαν πόσους σφυγμούς και αποτυπώματα μετρήσατε, από πόσα χέρια διέφυγαν οι προβλέψεις σας!

Προς μεγάλη μου έκπληξη και τα πενηνταδύο ήταν εκεί, δεν έλειπε κανένα. Αποχρωματισμένοι ρόμβοι και ξεθωριασμένα μπαστούνια. Τρία στα πέντε φαγωμένα από το σαράκι. Το «έξι κούπα» και το «δέκα το καλό» ένα στάδιο πριν από το θρυμματισμό. Οι σκολόπενδρες είχαν μασήσει από το πρώτο μέχρι το τελευταίο στρώμα του συμπιεσμένου χαρτιού, μονάχα γύρω από το πλαίσιο. Φαιόχροοι, ρυτιδωτοί κυματισμοί στο περίγραμμα κάθε κάρτας.

Οι Βαλέδες ήταν όλοι εκεί, κανείς δεν είχε εγκαταλείψει την υγρή κρυψώνα. Οι μελαχρινοί φαίνονταν θλιμμένοι και βλοσυροί, οι ανοιχτόχρωμοι, ήμεροι και τρυφεροί. Μυστακιοφόροι πρίγκιπες ντυμένοι στα πορφυρά, με καλογραμμένα, αδρά χαρακτηριστικά και με τα διακριτικά τους σύμβολα ο καθένας. Κρατούσαν σκήπτρο και σταυρό και ένας πέλεκυς με έναν αετό κοσμούσαν τα πλαίσια πάνω από τους στιβαρούς τους ώμους. Η υγρασία ωστόσο είχε σημαδέψει το πλατύ τους μέτωπο και τις κάποτε γερές παλάμες τους. Τίποτα δεν θα κρατούσαν στο εξής με αυτά τα άρρωστα, σημαδεμένα χέρια.

Οι Ντάμες, αιχμάλωτες της ασφυκτικής τους φορεσιάς, δέσμιες του τίτλου και των ανεκδήλωτων συναισθημάτων τους, ακολουθούσαν τη θλίψη των Βαλέδων. Σ’ αυτές έφτασε το σαράκι ως το στήθος και τώρα ροκάνιζε σιγά-σιγά την πόρτα της ψυχής τους. Έδιναν την εντύπωση πως κάποιο σήμα θέλουν να εκπέμψουν που ανέβαινε αργά στην επιφάνεια μέσα από τα βάθη αιώνων υπομονής και καρτερίας.

Ρηγάδες πλάνητες, καρδιοκατακτητές και υπερόπτες με την ξανθή τους κόμη και τα χρυσαφένια τους μαλλιά, έτοιμοι πάντα να σε ξεγελάσουν. Μελαμψοί Ρηγάδες με τον καημό κρυμμένο πίσω από το σταματημένο βλέμμα τους, νοσηρά ερωτεύσιμοι ακόμη. Σπαθί στο χέρι και στην καρδιά σταυρός.

Πενήντα δύο κάρτες παρούσες, καμιά απώλεια! Φιγούρες κι αριθμοί, όλες και όλοι μέσα στις αμήχανες παλάμες μου. Η καταμέτρηση είχε τελειώσει.

Όλα τα φύλλα της τύχης, με ή χωρίς φθορές δήλωναν την παρουσία τους: Η γραμμή της ζωής κι εκείνη του θανάτου, η καλή και η κακή συνάντηση, το φως και το σκοτάδι,η ευόδωση και η αποτυχία, ο μισεμός και το σμίξιμο, η μικρή και η μεγάλη ευκαιρία, οι αφετηρίες κι οι τερματικοί σταθμοί, τα μονά, τα ζυγά και τα πολλαπλάσιά τους, όλα, δραματικά παρόντα.

Κι εγώ που υπολόγιζα σε μιαν απώλεια, σε μια φθορά ανεπίστρεπτη τμήματος ή του συνόλου της; Ήθελα καιρό, από κάτι να απαλλαγώ. Και είδα τα φύλλα μιας ξεχασμένης τύχης, μιας παροπλισμένης μαντικής.

Το μέλλον δεν μας χαρίζεται και το παρελθόν μας πάντα κινδυνεύει αχρησιμοποίητο. Μια τράπουλα συγκεντρώνει και τις πενήντα δύο κάρτες της σ’ ένα υγρό ντουλάπι. Μπορείς να παίξεις τα παιχνίδια της ενώ θα θρυμματίζονται τα φύλλα της στα δάχτυλά σου, θα μετατρέπονται σε σκόνη μέσα στις παλάμες σου; Ήθελα κάτι να πετάξω. Ζητούσα μια γεύση αποχωρισμού, ως λύτρωση προσωρινή, μια απώλεια χαμηλού κινδύνου, που δεν θα μετανιώσω επειδή την προκάλεσα.

Ήταν επιλογή στα δροσερά χρόνια της νεότητας, από κάποιο κατάστημα με είδη δώρων εποχιακών. Στα χρόνια εκείνα που πιστεύουμε ότι αφού αποκτήσαμε το τζην που μας αρέσει και τους δίσκους που αγαπάμε, θα ανεξαρτητοποιηθούμε για πάντα. Στον καιρό των μεγάλων προσδοκιών, που ο χρόνος μοιάζει άπειρος, η εργένικη κατοικία συμπεριλαμβάνει, μέσα στα πρώτα εφόδια, και μια καινούργια τράπουλα. Λαχταριστό, εύκαμπτο, πολύχρωμο εργαλείο πρόβλεψης του μέλλοντός μας.

Το νοερό κυνήγι της ευτυχίας, ακατάπαυστα, σιωπηλά και παθιασμένα, η αφελής πεποίθηση ότι θα την ακινητοποιήσουμε βρίσκοντάς την…!

Ο αγώνας δρόμου για την αποδοχή και την επιβεβαίωση. Ματιές, φιλιά, καληνύχτες. Ετερόκλητοι συνδυασμοί, μετωπικές, αναπάντεχες συναντήσεις προσώπων και οδών από διαφορετικούς κόσμους και αφετηρίες. Κοιτίδα μακρινή του καθενός αλλά παρούσα σφραγίδα της φυσιογνωμίας του. Γωνίες προσώπων και ονομάτων. Συγκοινωνούσες αρτηρίες γενεών και εποχών. Ιπποκράτους και Αλεξάνδρας, Ισαύρων και Ζωοδόχου Πηγής, Ακαδημίας και Χαριλάου Τρικούπη. Εκεί που τέμνεται το απώτερο με το κοντινό παρελθόν, στοιχίζονται οι μνήμες. Η ταινία της ζωής μας προς τα πίσω νοσταλγία γλυκόπικρη. Η λαβίδα της μας τσιμπάει αιφνιδιαστικά και με μια αφορμή ασήμαντη, στα τρυφερά φύλλα της ψυχής. Κι όσο ο νοτισμένος ασβέστης ερεθίζει την όσφρηση τόσο θα επανέρχεται το ερώτημα στα αυτιά μας: «Τότε ή τώρα;»

Ήθελα κάτι να αποχωριστώ πάση θυσία αλλά οι κάρτες επέβαλλαν την πληγωμένη παρουσία τους το ίδιο επιτακτικά. Η νεότητα ή η ωριμότητα κεντούσε τόσο την καρδιά;

Τα παρασιτικά ζωΰφια της υγρασίας, τα ζούδια της πέτρας του ντουλαπιού ανοίξανε λαγούμια στις μνήμες και μου ανταπέδωσαν τον αιφνιδιασμό. Δοκιμάστηκα κι εγώ με τη σειρά μου, τόση λαχτάρα τους προκάλεσα άλλωστε!

Διαδρομή με στενωπούς, ξεστράτισμα αγωνιώδες σε δυο δεκαετίες. Αγχωμένος απολογισμός σε γρήγορες ταχύτητες. Φιγούρες κι αριθμοί που με παρέσυραν, ωστόσο έγιναν και σημάδια επιστροφής. Φθαρμένοι αλλά περήφανοι οδοδείκτες, κεφαλές Ερμών, ακρωτηριασμένα χνάρια, μικροί σταθμοί ζωής αναμφισβήτητης. Τα θύματα της κάθαρσης που αναζητούσα πήραν παράταση του βίου τους γιατί δεν έλειπε κανένα. Καμιά τύχη δεν αφανίστηκε από μόνη της.

Τα μάζεψα, στην παλιά τους θήκη, τα έδεσα με το φιόγκο της στοργής. Τα φύλλα της παλιάς μου τράπουλας, σε αδιάσπαστη τώρα συνοχή, δεν θα ’ναι εύκολη τροφή για τις σκολόπενδρες. Τα ζούδια της πέτρας είχαν πολύ αλλά σκληρό φαΐ ακόμη να μασήσουν…

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Γραφιστικό: Νίκος Σεμιτέκολο.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη