Λοιπόν, κάτσε καλά, εριστικέ Θωμά
στη γκαρσονιέρα σου της Ιουλιανού
με τις αράχνες στο ταβάνι του μυαλού σου
και τα τσιγάρα να σου καιν’ τα δάχτυλα,
να κιτρινίζουν την καρδούλα σου τη νταλκαδιάρα.
Οι γραφικοί χαφιέδες σου χάθηκαν πια.
Ποιος ρουφιανεύει τώρα και γιατί;
Και η αστυνομία έπαψε να κολυμπάει
στα βοθρολύμματα του εμφυλίου,
πέραν πια του καλού και του κακού μας.
Την πρόσμενες εσύ τέτοιαν εξέλιξη,
να εξαφανιστούν, εκτός των άλλων
και οι όμορφες κοπέλες των συνοικισμών
με τ’ αέρινα τσίτινα φουστάνια,
οι δουλτσινέες της ποιητικής σου;
Απ’ τις φιγούρες του Σπασμένου σου Καιρού
ζούνε ακόμα κάποια ωραία πρόσωπα
της επικής δεκαετίας του ’60,
μορφές του λαϊκού σου αγιολογίου.
Όλα τα άλλα πέθαναν μαζί
με τις αρχαϊκές νοοτροπίες
που νοστιμίζαν την κυνηγημένη μας ζωή,
φακελωμένη ακόμα κι αλλοπρόσαλλη.
Μαρούσι, 30 Ιουνίου 2007
[Από τη συλλογή Αρτοφόριο, 2009. Φωτογραφία πάνω: Κωνσταντίνος Μάνος.]








