frear

Ὁ Νερόλακκος τοῦ Κάστορα – τοῦ Loren Eiseley

Ἀπόδοση: Νατάσα Κεσμέτη

Νερόλακκος φτιαγμένος ἀπό κάστορα- πόσο μοιάζει τοῦ νοῦ μου
κοιτάζομαι στόν καθρέφτη του καί, φευγαλέα,τί βρίσκεται ‘δῶ πάνω
τό μάτι μου τσακώνει, πίσω ἀπό τό χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ τῶν
φρυδιῶν μου · μπλεγμένα γέρικα κλαδιά βλέπω
θά μποροῦσε νάναι μιά σκέψη ἐξαιρετικά δύσκαμπτη γιά νά
λυγίσει · μιά ὥρα πρίν, τεντώνοντας νεογέννητες φτεροῦγες στή
λάβρα πού στραφταλίζει, ἡ προνύμφη λιβελλούλα, μιά ὥρα πρίν,
ἦταν σκώληκα νεκρική προσωπίδα ἐπιτάφια.
Στά στάσιμα ρηχά ταλαντεύονται μικρούλικα ψάρια, φοξίνοι
σκέψης θά μποροῦσε νά τά πεῖ κανείς, ταχεῖς στό διάβα,
ταράσσοντες μόλις τήν ἐπιφάνεια καί πεθαμένα φύλλα
σκαλισμένα, ὅπως ξυλόγλυπτα, σέ λείους σκελετούς, σάν ἐκείνους
πού τά γεράματα φυλάσσουν κάπου μέσα στόν ἐγκέφαλο,
ἀποπλυμένα ὀστά ἀνώνυμων κοριτσιῶν, φυσιογνωμίες παλιῶν
χαλκογραφιῶν, τοῦτο ΄δῶ καί ‘κεῖνο, κι ὅλος ὁ πόνος
καταβυθισμένος πιό κάτω, μήν τόν ἀναδεύετε ποτέ, ἀσάλευτος νά
μείνει πάντα.
Ἔνας νερόλακκος κάστορα εἶναι σιωπηλός, τά φύλλα πέφτουν,
μόλις τώρα… ἕνα τους ἔπεσε, ἄηχα.Ἔτσι ὁ μικρός νερόλακκος
καταλήγει σωρός, κάποτε φυτρώνουν σπόροι, ἀλλά, κυρίως, ἐδῶ
πεσμένα κείτονται πράγματα πού προσπαθοῦν ν’ἀνοίξουν ἀργά τό
δρόμο τους ὥς πίσω στήν ἰζηματογενή, ἄλογη λάσπη.
Εἶν’ ἕνας τόπος γερασμένος, αὐτός ὁ νοῦς, ὁ νερόλακκος τοῦτος.
Μέσα του μπορῶ νά κοιτάζω ἐπίμονα, ἐνῶ σκέψεις περνοῦν
σουβλιά μεγάλου μπλάβου διαβόλου καρυκώνοντας καί πᾶνε,
ἀλλά δέν μοῦ χρειάζεται νά γνωρίζω π ο ῦ, σκελετοί κοριτσιῶν,
χαμένα φύλλα – τί συμπέρασμα νά βγάλει κανείς ἀπό ἕνα γέρικο
νερόλακκο κάστορα;

Τίποτα, ἀκριβῶς τίποτα παρεκτός π α ρ ο υ σ ί α.
Καί μέ τό νοῦ ἔτσι, καί μέ τό Θεό ἔτσι στήν ο ὐ σ ί α.


Ὑποσημειώσεις

  1. Ἀπό τήν ποιητική συλλογή τοῦ 1975, The Innocent Assassins. Σ’ αὐτήν, κατά τό ἐκδοτικό σημείωμα , ὁ Eisley σπιθοβολάει ἐκείνη την ἀρχέγονη μετρική πού συνηχεῖ μέσα στόν ἰχθυοσαυρικό ἐγκέφαλο.
  2. Οἱ εὐχαριστίες πρός τούς συνερμηνευτές τοῦ πνεύματος τοῦ L.E. ἰσχύουν καί γι αὐτό τό ποίημα, ἔστω κι ἄν πρόκειται γιά τήν θερμή συνεισφορά μιᾶς λέξης.

The Beaver Pond, by Loren Eiseley

A beaver pond is so much like my mind
I look into its mirror and I glimpse
what lies up here behind my brows; I see
old sticks entangled that might be a thought
too stiff to move; the larval dragonfly,
stretching new wings into the glittering heat,
one hour ago was a masked deadly worm.
Within the shallows hover tiny fish,
minnows of thought, one might say, quick to go,
leaving the surface troubled, and dead leaves
fretted to merest skeletons like those
kept in late age someplace within the brain,
leached skeletons of girls, nameless, features etched away,
this one and that, the pain all sunk below,
not to be stirred, not ever to be stirred.
A beaver pond is silent, the leaves fall,
one leaf fell rather, without sound. This way
the pond accumulates, seeds sometimes grow
but mostly things lie here that try to work
their slow way back to the unreasoning mud.
It is a place of age, this mind, this beaver pond.
Into it I can stare, while thoughts like blue
great devil’s darning needles pass, but where
I need not know, girls’ skeletons, lost leaves—
what can one make of an old beaver pond?
Nothing, exactly nothing but a presence.
So, too, with mind, and so with God in essence.

Εξώφυλλο της σπάνιας και συλλεκτικής έκδοσης του 1975.
Ἐξώφυλλο τῆς σπάνιας καί συλλεκτικῆς ἔκδοσης τοῦ 1975.
Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη