frear

Ουκ εν τω πολλώ… – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Υπάρχει στον αναγνώστη ένα άγχος να προλάβει να διαβάσει και τούτο και τ’ άλλο, η αγωνία ότι κάτι σπουδαίο θα εκδοθεί και εκεινού, μέσα σ’ όλη την εκδοτική πλησμονή, θα του διαφύγει.

«Πιστεύω πως ένας από τους λόγους που έχουμε τόσο πολλά παραδείγματα ευρυμάθειας ανθρώπων κατωτέρων τάξεων είναι πως, με ισάξιες διανοητικές ικανότητες, ο φτωχός σπουδαστής έχει στη διάθεσή του μια πολύ μικρή γκάμα βιβλίων για να ικανοποιήσει το πάθος του και εξαναγκάζεται να εντρυφήσει μέχρι τέλους σε αυτά, εωσότου καταφέρει ν’ αποκτήσει μερικά ακόμη», γράφει ο Ουόλτερ Σκοτ κάπου στο ιστορικό μυθιστόρημά του Γουίβερλι (Waverley, 1814).

Πράγματι, και ένα όλο κι όλο βιβλίο να έχει διαβάσει κάποιος στη ζωή του, αν είναι ευαίσθητος δέκτης και μ’ ευφάνταστο νου, μπορεί να πλάσει όλες εκείνες τις ιστορίες, όσες θα χωρέσουν σ’ όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί και που θα γραφτούν. Τους τρόπους γραφής τους, βέβαια, όχι. Και σε τούτο είναι, που η λογοτεχνία είν’ απέραντη. Σ’ αυτό, και στην ανάγκη των ανθρώπων να πουν και να ξαναπούν την ίδια ιστορία, για να ζήσουν έτσι μέσ’ από την ιστορία όλων των άλλων ανθρώπων, και όλοι οι άλλοι άνθρωποι να ζήσουν μέσ’ από τη δικιά τους.

Βέβαια, κυκλοφορούν βιβλία με το σωρό, μα δεν είναι βιβλία για να σκύψεις πάνω τους, για να σύρεις αργά το δάχτυλο κάτω από καθεμία λέξη, και να την ψιθυρίσεις, για να της δώσουνε τα χείλη σου, απ’ όλα της τα νοήματα, κείνο που για σένα είναι το πιο σπουδαίο, αυτό που κάνει πιο πολύ την ψυχή σου να πάλλεται. Υπάρχουν ωστόσο και κείνα τα βιβλία που ’ναι, το καθένα, όλα τ’ άλλα βιβλία.

Στην Αγία Γραφή έχει ήδη χωρέσει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, όλη η δυτική λογοτεχνία, από τον επικό Δάντη ως τους βιβλικούς Αμερικανούς μοντέρνους. Στον Τολστόι, στον Ντίκενς, έχουν χωνευτεί οι προγενέστεροι κι έχουν ήδη υπάρξει, κάπως, οι κατοπινοί.

Μα, μια συνηθισμένη ζωή, με τα τρεχάματά της, δε χωρά ούτε την ανάγνωση όλων αυτών, των «κλασικών». Κάτι θα αφεθεί αναπόφευκτα απέξω, θα μείνει ένα όνειρο –σαν όνειρο ταξιδιού που, στο τέλος μιας ζωής, έμεινε ακατόρθωτο. Το ταξίδι, όμως, ήδη υπήρξε μέσα σ’ άλλα ταξίδια που ’γιναν, και στη φαντασία. Και το αδιάβαστο βιβλίο έχει ήδη υπάρξει μέσα στα βιβλία που διαβάστηκαν, αν ήταν βιβλία που γράφτηκαν για να διαβαστούν με το δάχτυλο να σέρνεται αργά κάτω από μία μία λέξη και με τα χείλη να την ψιθυρίζουν –και αν διαβάστηκε πράγματι έτσι.

Καταλαβαίνω την αξία της ενημέρωσης σε μιαν εποχή όπου το νόμισμα είναι η πληροφορία. Είν’ ένα νόμισμα που το χρησιμοποιώ και εγώ. Μα, ας ξέρουμε πως είναι απλώς νόμισμα –όχι αυτοσκοπός, αλλά μέσο. Ο σκοπός είναι, ή πρέπει να ’ναι, η γνώση –και εκεί το πολύ δε χωρά, αλλά θέση έχει μονάχα το βαθύ.

«Ο Έντουαρντ από την άλλη, σαν τον επικούρειο που καταδέχεται να πάρει μόνο μία μπουκιά και μάλιστα απ’ την ώριμη πλευρά ενός ροδάκινου, σταματούσε να διαβάζει ένα βιβλίο τη στιγμή που εκείνο σταματούσε να εξάπτει την περιέργεια ή το ενδιαφέρον του», συνεχίζει ο Σκοτ. «Και αναπόφευκτα, συνηθίζοντας ν’ αναζητά μόνο αυτού του είδους την τέρψη κατάφερνε να δυσκολεύεται καθημερινά όλο και πιο πολύ να κατακτά κάτι με τους κόπους του, μέχρις ότου το πάθος του για μελέτη, όπως συμβαίνει και με όλες τις άλλες σφοδρές ορέξεις, μέσα απ’ την ανοχή τον οδηγούσε στον κορεσμό».

Το αντίδοτο σε τούτον τον κορεσμό είναι η αργή και προσεχτική ανάγνωση, δίχως το άγχος του χρόνου που ανεπιστρεπτί κυλά, παίρνοντας μαζί του όλα τ’ αδιάβαστα σπουδαία βιβλία. Ας δεχτούμε, πως τα πιο πολλά θα μείνουν αδιάβαστα για πάντα. Και ας ξέρουμε πως, μ’ έναν τρόπο, τα έχουμε ήδη διαβάσει, έχοντας προφέρει αργά τις λέξεις από τις οποίες είναι πλασμένα αυτά, και όλα τ’ άλλα που γράφτηκαν και που θα γραφτούν.

(Η μετάφραση του αποσπάσματος από το Γουίβερλι, που ετοιμάζεται για τη σειρά Orbis Literae των εκδόσεων Gutenberg, είναι από την Αναστασία Δεληγιάννη).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Laura Makabresku.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη