Ο Μίλαν Κούντερα στο έργο του Η Βραδύτητα το 1993 (!), αναλύοντας τη σημασία του γυμνού, ως έκφραση ατομικής και συλλογικής διαμαρτυρίας αναφέρεται σε μια έρευνα-δημοσκόπηση, η οποία, παρά τις προφανείς στατιστικές και πολιτικοκοινωνικές αδυναμίες, θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ως πεδίο συζήτησης στην αριστερά του σήμερα. Αν δεχτούμε ότι υπάρχει αριστερά σήμερα ή ακόμη χειρότερα αν υπήρξε ποτέ.
«Τον Οκτώβριο του 1993 δημοσιεύεται στον Nouvel Observateur μια δημοσκόπηση: σε χίλια διακόσια άτομα, κατά δική τους δήλωση αριστερών πεποιθήσεων, έστειλαν έναν κατάλογο διακοσίων λέξεων από τις οποίες έπρεπε να υπογραμμίσουν αυτές που τους γοήτευαν, αυτές που τους ευαισθητοποιούσαν, που τις έβρισκαν ελκυστικές και συμπαθητικές. Λίγα χρόνια πιο πριν, είχαν κάνει την ίδια δημοσκόπηση: εκείνη την εποχή, από τις ίδιες διακόσιες λέξεις υπήρχαν δεκαοχτώ στις οποίες συμφωνούσαν όλοι οι αριστεροί και επιβεβαίωναν έτσι μια κοινή ευαισθησία. Σήμερα, [το 1993] οι λατρεμένες λέξεις είναι πλέον μόνο τρεις. Μόνο τρεις λέξεις με τις οποίες μπορεί να συννενοηθεί η αριστερά;! Ω της κατρακύλας! Ω της παρακμής!
Και ποιες ήταν οι λέξεις αυτές; Ακούστε καλά: εξέγερση, κόκκινο, γυμνό. Η εξέγερση και το κόκκινο είναι αυτονόητα. Αλλά το ότι εκτός απ’ αυτές τις λέξεις μόνο το γυμνό προκαλεί καρδιοχτύπι στους αριστερούς, μόνο το γυμνό αποτελεί κοινή κληρονομιά τους, είναι εκπληκτικό. Αυτό όλο κι όλο μας κληροδότησε η μεγαλειώδης ιστορία διακοσίων ετών που εγκαινιάστηκε πανηγυρικά με τη Γαλλική Επανάσταση, αυτά είναι η κληρονομιά του Ροβεσπιέρου, του Νταντόν, του Ζορές, της Ρόζας Λούξεμπουργκ, του Αραγκόν, του Τσε Γκεβάρα;» έγραφε στη Βραδύτητα, ο ορμητικός, τότε τουλάχιστον, Κούντερα.
Αν μπορού
σαμε να κάνουμε σήμερα την ίδια έρευνα, ποιες και πόσες θα ήταν οι λέξεις που θα αναφέρονταν ως κοινός ιδεολογικός παρανομαστής; Ποιες έννοιες θα ήταν εκείνες που θα λειτουργούσαν ως ταυτόσημος γενετικός κώδικας στην πολιτική του μορφή; Οι λέξεις «εξέγερση» και «κόκκινο» θα είχαν θέση, έστω και ως αυτονόητες, στο κοινό λεξικό της αριστεράς του σήμερα; Και πολύ περισσότερο η λέξη «γυμνό», με τη δυναμική της απελευθέρωσης ή της καθαρής πρόκλησης;
Πού βρίσκεται σήμερα το συμβολικό κόκκινο των αιματηρών αγώνων, της δράσης και της διαρκούς ανανέωσης, που δεν μπορεί παρά να οδηγεί στην ατομική ή τη συλλογική εξέγερση, την ουσιαστική ανατροπή, όχι τη διάλυση και την καταστροφή, αλλά τη δημιουργία του «άλλου δρόμου»; Πώς θα βρουν θέση και νόημα οι έννοιες αυτές στη σημερινή αριστερά, όταν πλέον η εξέγερση έχει μετατραπεί σε «προγραμματισμένη πορεία» και «περιορισμένης έκτασης επεισόδια» και το «κόκκινο» σε λογότυπο ραδιοφωνικού σταθμού που μπορεί να εκληφθεί μόνο ως κακόγουστο αστείο; Όσο για το «γυμνό» της καθαρής διαμαρτυρίας, της αποδέσμευσης από δεδομένα και στερεότυπα, της θετικής αντίδρασης και της αγνής αναρχίας, περιορίστηκε στη γραβάτα…
Δεν υπάρχει σήμερα «κοινή ευαισθησία» της αριστεράς, ιδεολογική ταύτιση, ούτε καν κοινός αντίπαλος. Και αυτή τη φορά το κενό δεν είναι ούτε προσχηματικό και συμβολικό, ούτε βέβαια οδηγεί σε κάποια εσωτερική διεργασία και ανάλυση στον αποκαλούμενο «χώρο της αριστεράς». Η επαναστατική ιδεολογία της ρήξης, μετατράπηκε σε χλιαρό ιδεολόγημα ή, όπως συνηθίζεται να αποκαλείται αναίσχυντα στις μέρες μας από τους γνωστούς εργολάβους της δημοσιογραφίας, σε «αφήγημα». Και πώς να μην επαναλάβει ο καυστικός Τσέχος: «Ω της κατρακύλας! Ω της παρακμής!»
Και πώς να μη μείνει έντρομος κανείς στη σκέψη πως λέξεις –μόνο λέξεις– όπως όραμα, αξιοκρατία, αγώνας, πρόοδος, πάλη, ισότητα,κίνημα, καπιταλισμός, δημοκρατία, δικαιοσύνη και βέβαια αλλαγή, έχουν τόσο κακοποιηθεί από δήθεν ιστορικά κόμματα και παρατάξεις «μεγάλες» και βεβαίως «δημοκρατικές», με ηγέτες βιβλικών διαστάσεων κι έχουν βασανιστεί διαχρονικά και θαφτεί σε τάφους ομαδικούς, σε μια δίχως προηγούμενο πνευματική και πολιτική γενοκτονία, τέτοιας μορφής και έκτασης σε παγκόσμιο επίπεδο που δικαιωματικά θα έπρεπε επιτέλους να αφεθούν εν ειρήνη αναπαυόμενες σ’ ένα αόρατο μνημείο του «ολοκαυτώματος των λέξεων».
Είχαν πράγματι ποτέ την ευκαιρία οι λέξεις αυτές να λειτουργήσουν ως ενιαίος τόπος κοινωνικής έκφρασης, ως «κοινή ευαισθησία» της αριστεράς; Η μήπως ήταν απλά το μέσο επιβίωσης σε μια πολιτική ουτοπία, σ’ έναν αντίστροφο, εντούτοις όμοιο κόσμο, φαινομενικά μόνο διαφορετικό και ουσιαστικά ίδιο με εκείνον που θα έπρεπε να ανατρέψουν ή να αλλάξουν; Μήπως ήταν διαδρομές και προορισμοί σ’ έναν ατέρμονο κύκλο;
Όπως και να ‘χει η έλλειψη «κοινής ευαισθησίας», ενός πολιτικού κώδικα συνεννόησης δεν περιορίζεται στην ιδεολογία ή τη φιλοσοφία της αριστεράς. Είναι πολύ βαθύτερη και ουσιαστικότερη. Το σημαντικό ερώτημα είναι ποια επίπτωση θα έχει αυτό το ιδεολογικό κενό στην έκφραση και τη δημιουργία εφαρμοζόμενης πολιτικής σκέψης και από τι, μοιραία, θα καλυφθεί.
Πηγές – Προτεινόμενη Βιβλιογραφία
Milan Kuntera: Η Βραδύτητα
V.G. Childe: What happened in History
R.M. Adams: The Evolution of Urban Society
P.A. Brunt: Social Conflicts
Chris Harman: A People’s History of the World
Tocqueville: L’ Ancien Regime et la Revolution
Stefan Zweig: Joseph Fouche
Betrand Russel: A History of Western Philosophy
P. Gigantes: Εξουσία και Απληστία. Μια Σύντομη Ιστορία του Κόσμου
James Oakes: The Rulling Race
F. Nietzsche: Le Gai Savoir
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Το κολλάζ μέσα στο κείμενο είναι του Diego Max.]







