Τον Μάρτιο του 1921 ο νεαρός Ρικάρντο Ελιέθερ Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο μετακομίζει από το χωριό του στο Σαντιάγο της Χιλής, έρχεται σε επαφή με τους λογοτεχνικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους της πρωτεύουσας κι αρχίζει να δημοσιεύει με το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούδα για ν’ αποφύγει την οργή του πατέρα που δεν ήθελε ο γιος του ν’ ασχολείται με την ποίηση. Μέχρι το 1927, που αρχίζει η διπλωματική του καριέρα, θα περάσει χρόνια μεγάλων οικονομικών προβλημάτων και μιζέριας, συγχρόνως όμως και χρόνια πολλών ερωτικών περιπετειών.
Λίγο πριν κυκλοφορήσουν τα Είκοσι ερωτικά ποιήματα κι ένα τραγούδι απελπισμένο (1924), ο Νερούδα συναντά έναν φίλο του στο δρόμο που τον προσκαλεί να πιούνε ένα ποτό μαζί. Ο Νερούδα του απαντά πως βιάζεται να περάσει απ’ τον εκδότη του για να προσθέσει μια σημαντική σημείωση στα δοκίμια της έκδοσης, επειδή το ποίημα υπ’ αριθμ. 16 αποτελεί παράφραση ενός ποιήματος του Ταγκόρ. Μετά από συζήτηση, ο φίλος του τον πείθει να μην το κάνει, με το επιχείρημα ότι ένα τέτοιο σκάνδαλο θα βοηθούσε το βιβλίο του να θριαμβεύσει. Ο εικοσάχρονος (!) Νερούδα παρασύρεται τελικά και πάει για ποτό και το βιβλίο εκδίδεται χωρίς καμία σημείωση, κάτι που τελικά δεν πρόσεξε εκείνη την εποχή κανείς.
Χρόνια αργότερα ο νεαρός ποιητής Volodia Teitelboim, διαβάζοντας στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Χιλής ένα βιβλίο του Ταγκόρ με τίτλο Ο κηπουρός, ανακαλύπτει την ομοιότητα ενός ποιήματος με το 16ο του βιβλίου του Νερούδα: τα δύο ποιήματα ήταν πάνω κάτω τα ίδια! Ο Τειτελμπόιμ δείχνει την ανακάλυψή του στον σπουδαίο ποιητή Βιθέντε Ουιδόμπρο (Vicente Huidobro), ανταγωνιστή του Νερούδα, κι εκείνος σπεύδει να την αξιοποιήσει. Στην κατηγορία για λογοκλοπή έρχονται να προστεθούν διάφορες ανόητες καταγγελίες παραλογοτεχνών που κατηγορούν τον Νερούδα ότι τους έκλεψε ιδέες, στίχους, εικόνες κ.λπ. Στην Ισπανία μια ομάδα ποιητών, με πρωταγωνιστή τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, κινητοποιείται υπέρ του Νερούδα και συγκεντρώνει υπογραφές κάτω από ένα κείμενο με αιχμές ενάντια στον Ουιδόμπρο. Τελικά το θέμα θα καταπέσει από μόνο του, η γιγάντια έμπνευση του Νερούδα δεν άφηνε πολλά περιθώρια για αμφισβήτηση του ποιητικού του ταλέντου.
Ο ίδιος ο ποιητής θα εξηγούσε πως η παράφραση του Ταγκόρ προέκυψε για το χατήρι μιας κοπέλας που της άρεσε πολύ ο συγκεκριμένος ποιητής. Σε μια συζήτησή του με τον ποιητή Óscar Hahn αποκάλυψε –το λέει ο Αν στη συνέντευξή του στο πρόσφατο τεύχος μας– ότι για τα Είκοσι ερωτικά ποιήματα τον ενέπνευσαν πολλές διαφορετικές γυναίκες.
Τελικά, πολλά χρόνια αργότερα, τo 1971, ήρθε στην επιφάνεια το λεύκωμα που είχε γράψει ο Νερούδα για εκείνη την κοπέλα και εκεί, πράγματι, εμφανίζονταν ποιήματα του Πάμπλο, αλλά και αντιγραφές ποιημάτων του Ταγκόρ γραμμένες με το χέρι της φίλης του. Και για να μη λείπει σκανδαλιστικό υλικό απ’ όλη αυτή τη διαμάχη, οι μεταφράσεις του Ταγκόρ στα ισπανικά ήταν της Ζηνοβίας Καμπρουμπί (Zenobia Camprubí), συζύγου του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (Juan Ramón Jiménez), με τον οποίο εκείνη ακριβώς την περίοδο ο Νερούδα είχε κάκιστες σχέσεις.
[Πηγή: Adelante, soy Pablo Neruda! (1904- 1973), ed. Consejería de Educación, Cultura y Deporte de Cantabria, Santander 2015.]








