ὁ ἥλιος ἔδυσε στὴν ὥρα του
—ὄχι πὼς τὸ πρόσεξε κανείς—
μιὰ καρακάξα ἔπλευσε στὸν ὁρίζοντα
ὕστερα φύσηξε ὁ ἄνεμος δυτικός
κι ὅλοι κοίταξαν μὲ νοσταλγία
κατὰ ᾽κεῖ ποὺ σιγόσβηνε τὸ φῶς:
ἅπλων᾽ ὁ οὐρανὸς τὴ διάφανη λαμπράδα
μὲ μιᾶς ὁ κόσμος ἔγινε γυάλινη σφαίρα
νὰ τὴνε ραΐσει ἡ ἀντάρα τοῦ καιροῦ
—θὰ γύρει ὡς λέν στὴν ἀνάσα ἑνὸς φιλιοῦ—
ἀπ᾽ τὴ μεγάλη χαλασιὰ ἀπαγκιασμένος
στὰ μάτια ἑνοῦ παιδιοῦ συγχωρεμένος
24 V 2015
[Θερινό ἡλιοστάσιο I, νότια. Φῶτα (Lumens © Konstantinos Blathras). To ποίημα και η φωτογραφία τυπώθηκαν σε 50 αντίτυπα για φίλους και ουσιαστικά δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.]







