frear

Στο σπίτι – της Ελένης Γούλα

Μου το έφερε στο σπίτι. Ένα μεγαλόσωμο αδέσποτο σκυλί. Βρώμικο. Οι μακριές του τρίχες σαν τζίβα. Ήταν αργά Παρασκευή βράδυ, με είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ, όπως το συνήθιζα τελευταία, κι άργησα να αντιδράσω. Θα μπορούσε να ήταν άνθρωπος, σκέφτηκα μέσα μου χωρίς να το θέλω και πάλι χωρίς να το θέλω, ανακατεύτηκα.

Με πήρε από πίσω, μου είπε και χαμογελούσανε μέχρι και τα αυτιά του. Από τότε που χώρισε με τη Μάρθα δεν τον είχα ξαναδεί τόσο χαρούμενο.

Οι άνθρωποι δεν ακολουθούν, πάλι μέσα μου η ίδια φωνή που μου έφερνε αναγούλα.

Μύριζε άσχημα, ίσως έψαχνε στα σκουπίδια, ίσως έτρωγε ακαθαρσίες, όπως είχα δει να κάνουν οι σκύλοι.

Αύριο θα τον πάω σε κτηνίατρο! μου ανακοίνωσε και βγήκαν μαζί στο μπαλκόνι να του βάλει φαγητό πάνω σε ένα παλιό πιάτο, το κρέας, που είχε μείνει από χτες.

Σηκώθηκα απ’ τον καναπέ, έστρωσα τα μαλλιά μου – θα μπορούσε να ήταν άστεγος, πεινασμένος άνθρωπος η φωνή δυνάμωνε, με ταλαιπωρούσε – και βγήκα κι εγώ στο μπαλκόνι να δω το βρώμικο σκυλί, που όπως καταλάβαινα θα υιοθετούσε ο γιος μου, να τρώει.

Έπιανε το φαγητό του απαλά, μου φάνηκε, χωρίς να αγγίζει το πιάτο. Η γλώσσα του και τα χείλη είχαν επιδεξιότητα πολύ πιο μεγάλη από τα ανθρώπινα χέρια, αυτά που άπλωναν οι επαίτες διστακτικά έξω από τις εκκλησίες συνήθως. Οι άλλοι που αράζανε στις γωνιές των κεντρικών δρόμων της πόλης, μόνο ποτηράκια απλώνανε. Κάτι πλαστικά ποτηράκια. Το βλέμμα τους κατεβασμένο και το χέρι κρυμμένο χαμηλά.

Σήκωσε το κεφάλι ο σκύλος και η καρδιά μου πιάστηκε σαν από κράμπα. Κοιτούσε στα μάτια το γιο μου πρώτα και μετά εμένα. Τι ένιωθε το ζώο άραγε; Ποτέ ως τώρα δεν είχαμε ζώο στο σπίτι, ιστορίες όμως άπειρες όλα τα χρόνια της ζωής μου, για την αγάπη και την αφοσίωση, ακόμη και κείνο το μακρινό γκάρισμα του γαϊδάρου μαζί με τα δάκρυα στα μάτια του μου ήρθαν αμέσως στο μυαλό, αλλά το ανακάτεμα πιο δυνατό και πιο πιεστικό.

Πεινούσε, ο καημένος. Θα τον βάλω στο μπάνιο να τον πλύνω λίγο. Έχει ζεστό νερό έτσι;

Ο Θοδωρής ήξερε από σκύλους, η Μάρθα μεγάλωνε ένα κουτάβι, κι αυτός είχε δεθεί μαζί του. Δεν έβγαλα άχνα. Κούνησα μόνο το κεφάλι μου καταφατικά. Παρόλο το Γενάρη, ο ήλιος ζέσταινε αρκετά την ημέρα και το νερό στον ηλιακό ήταν υποφερτό.

Είχε γυρίσει κοντά μου τους τελευταίους μήνες, μετά τον χωρισμό του και γω, που στην αρχή χάρηκα – μόνη μου τόσα χρόνια, χωρισμένη μία φορά από γάμο θρησκευτικό, τις άλλες από τους συντρόφους που δεν είχαν όμως γίνει σύντροφοι – ταραζόμουνα τις μέρες και τις νύχτες. Ό,τι φοβόμουν – ένας γιος να συζεί με τη μάνα του – δεν θα το απέφευγα τελικά.

Πήγα στο κρεβάτι μου να ξαπλώσω, με τα νυχτικά μου ρούχα ήμουν έτσι κι αλλιώς, τις βραδινές μου ασκήσεις τις είχα κάνει και προσευχή – όχι δεν έκανα προσευχή εδώ και χρόνια.

Ξάπλωσα κανονικά στο διπλό μου κρεβάτι, αναμμένη η ηλεκτρική κουβέρτα όπως όλες τις χειμωνιάτικες νύχτες, αλλά όμως απόψε δεν ερχόταν ο ύπνος να με πάρει στις αγκάλες του – οι μόνες αγκαλιές που λαχταρούσα και αφηνόμουνα πια με προσμονή. Στριφογύριζα κι εκείνο το ανακάτωμα πήγαινε κι ερχόταν μαζί με το σώμα μου. Πότε αριστερά, πότε δεξιά, στο κέντρο, ανάσκελα ή μπρούμυτα.

Η απόφαση πρέπει να ήρθε πρώτα στην ψυχή μου και μετά να έγινε εικόνα στο μυαλό σε κείνη την κατάσταση της αναστάτωσης καθώς ο ύπνος πάλευε με την εγρήγορση. Ξεπήδησε από κει που ξεπηδούν οι ιδέες (ζυμώνονται νομίζω σε κάτι σκοτεινά ανήλιαγα βάθη του ασυνείδητου σιωπηλά και αθόρυβα ή μπορεί και κάνοντας φασαρία πολλή, που μας ταράζει, αναίτια όπως μας φαίνεται) και ήταν η καθαρή της μορφή που μου έφερε τελικά την ησυχία και τον λίγο ύπνο τα ξημερώματα.

Χωρίς να δώσω λογαριασμό σε κανένα – δεν είχα και σε ποιον να το κάνω, ο γιος μου ακόμη κοιμόταν με τον σκύλο στο ίδιο δωμάτιο, φιλική συντροφιά – ντύθηκα απλά και κατέβηκα στην πόλη. Περπάτησα στο κέντρο, έστριψα στο προαύλιο της μικρής εκκλησίας, άγγιξα τις παρυφές των εμπορικών, όπου οι συνάνθρωποι συνωστίζονται να ψωνίσουν τα αγαθά του πολιτισμού μας και πλησίασα εκεί που την έβλεπα όλες τις προηγούμενες ημέρες. Με τον αέρα και την απόφαση της νύχτας ακόμη στο κεφάλι μου την πλησίασα κι ακούμπησα χωρίς να το σκεφτώ την κουβέρτα της.

Η φούστα της ήταν γεμάτη χρώματα κι από μέσα φορούσε κολάν. Είναι ισοθερμικό για το κρύο, μου είπε αργότερα.

Την οδήγησα στο σπίτι μου. Δεν υπήρχε κανείς να μου κάνει παρατήρηση ή να μου βάλει μπροστά τις επιφυλάξεις της λογικής. Κι αν έχει φίλους της άλλους αλήτες που θα έρθουν να σε σφάξουν; Κι αν η ίδια μάθει όλα τα κατατόπια και σε κλέψει; Αν σου πάρει ό,τι έχεις και δεν έχεις;

Μπορεί να νομίσει κανείς ότι είμαι μια περίπτωση φιλάνθρωπης κυρίας του σήμερα. Δηλαδή συνταξιούχος υπάλληλος, χήρα ή χωρισμένη, χωρίς υποχρεώσεις – εγγόνια και τέτοια – μόνη ουσιαστικά που δεν έχει ούτε δουλειά να την απασχολεί ούτε οικογένεια σε ανάγκη. Έτσι λοιπόν αποφασίζει να προσφέρει κάτι από το περίσσευμά της προκειμένου να νιώσει την καρδιά της στο στήθος. Χτύποι και παλμοί, ζεστό αίμα και ζωή κόντρα στις ρυτίδες της μοναξιάς.

Της έδειξα το άδειο διαμέρισμα στον κάτω όροφο. Το καλοριφέρ δουλεύει με φυσικό αέριο και έχει δικό του διακόπτη. Το κρεβάτι είναι στρωμένο και τα σκεύη της κουζίνας όλα καθαρά. Δεν είχα σκοπό να το ξαναδώσω στο γραφείο. Αρκετά το εκμεταλλεύτηκαν. Καλύτερα άδειο, καλύτερα να μένει ένας άστεγος.

Την άφησα να βολευτεί και να κάνει αν ήθελε μπάνιο. Έχει ζεστό νερό και πετσέτες καθαρές, εξήγησα.

Ακούμπησα το κλειδί στο μικρό τραπεζάκι του τηλεφώνου – όχι τηλέφωνο δεν είχε, μόνο το τραπεζάκι για τη σταθερή συσκευή, πριν αποκτήσουμε όλοι κινητά.

Θα έρθω το μεσημέρι να σου φέρω φαγητό, της είπα φεύγοντας και δεν περίμενα την απάντησή της. Το στομάχι μου ακόμη ανακατευόταν και όχι δεν είχα ηρεμήσει. Έκανα αυτό που με πρόσταξε η ιδέα στο κεφάλι μου. Τόλμησα να δοκιμάσω κάτι που το σκεφτόμουν καιρό. Αλλά μάλλον δεν ήταν αυτό που χρειαζόμουν. Δεν ήταν αυτό που με πρόσταζε η ανάγκη μου. Μια ανάγκη ανεξερεύνητη παρόλη την ηλικία, την όποια εμπειρία και τη μόρφωσή μου.

Μια κόκκινη φλογίτσα έλαμπε τρεμοπαίζοντας και όλο ξεμύτιζε στα κρυφά από πίσω από τις κινήσεις, τα λόγια και τις φανερές μου σκέψεις. Εξουσία. Αυτό ένιωθα. Ασκούσα λοιπόν κι εγώ εξουσία. Μια αίσθηση εξουσίας ανομολόγητη όμως και καλυμμένη ωραία πίσω από σχήματα και ιστορικές αναλύσεις.

Ανέβηκα στο μεγάλο διαμέρισμα του πάνω ορόφου, και μπήκα στην κουζίνα προσεκτικά. Ο γιος μου είχε φτιάξει καφέ και τον είχε στραγγίσει. Το φλυτζάνι του όμως άπλυτο στον πάγκο και ο ίδιος έλειπε όπως και ο σκύλος. Θα είχαν βγει να βρουν κτηνίατρο Σαββατιάτικα και τα απαραίτητα σκεύη. Κρεβάτι, μπωλάκι φαγητού, νερού, τροφή κατάλληλη για το είδος και την ηλικία του κατοικίδιου.

Πήρα να καθαρίζω τις ντομάτες από την ψίχα τους, να ψιλοκόβω μπόλικο κρεμμύδι και να σκέφτομαι τα μυρωδικά που θα πρόσθετα. Ο Θοδωρής δεν αγαπάει τον δυόσμο, που εγώ λατρεύω. Ίσως και η Σοφία να έχει παραξενιές. Μπορεί να μην της αρέσει το κρεμμύδι ή να ανακατεύεται από το σκόρδο. Για να καταλήξει έτσι άστεγη με τη φινέτσα της όμως ακόμη φανερή, μπορεί να έχει ιδιαιτερότητες ξεχωριστές.

Παρέλειψα τον δυόσμο, όχι όμως τον μαϊντανό και το κρεμμύδι. Λίγο πιπέρι και αλάτι, ζάχαρη με μέτρο και καθόλου σκόρδο. Καθάρισα και δυο πατάτες μεγάλες, τις έκοψα κυδωνωτές και τις άπλωσα στο ταψί. Δέκα ντομάτες, τρεις πιπεριές, τρεις μελιτζάνες. Τσιγαρισμένο το κρεμμύδι κι ελαφρώς βρασμένο το ρύζι να φουσκώσει. Τρύπησα τα γεμιστά με πιρούνι στη βάση τους να ρουφήξουν την υγρασία του ταψιού στο ψήσιμο και τα έβαλα στο φούρνο.

Ως το μεσημέρι – τρεις ώρες τουλάχιστον ακόμη – ήμουν ελεύθερη.
Έκατσα να δουλέψω το άρθρο μου.

«Άλλοι»

Δεν έχουν σπίτι. Ένα σκεπασμένο μέρος να μείνουν, να κλειστούν στην τουαλέτα να τραβήξουν το καζανάκι με την πόρτα δική τους, να την κάνουν ό,τι θέλουν.

Χώρα τους είναι η αστεγία

Κι εσύ, ο πολίτης αυτής της πόλης δε μπορείς να τους βλέπεις. Δε θέλεις να τους συναντάς διπλωμένους στις γωνίες, ξαπλωμένους σε στρώματα βρώμικα, ντυμένους με ρούχα που δεν διακρίνεις πια το χρώμα τους από τη λίγδα και την ταλαιπωρία.

Το πρώτο που σκέφτεσαι είναι να τους ελεήσεις και το επόμενο, να βρεις τον τρόπο ή τους τρόπους. Να δώσεις φαγητό, να μαγειρέψεις, να δώσεις ρούχα, να δώσεις στέγη…

Ω ναι! Είμαστε καλοί εμείς οι χορτασμένοι. Έχουμε καλοσύνη. Λυπόμαστε να βλέπουμε τους άλλους που υποφέρουν.

Η καλή βασιλοπούλα, η συμπονετική αρχόντισσα, η φιλόπτωχη αδελφότητα, ο σπλαχνικός αφέντης. Θλιβόμαστε και τρομάζουμε. Μας ενοχλούν οι φτωχοί, οι ρακένδυτοι, οι άπλυτοι αυτοί που απλώνουν ή δεν απλώνουν το χέρι, το ξέρουμε όμως μέσα μας πως είναι δυστυχείς και δεν έχουν μέρος να απλώσουν ούτε ένα όνειρο, μια ελπίδα.

Γιατί οι ζητιάνοι (ή αλλιώς οι νεόφτωχοι της εποχής μας), βλάπτουν τη γενική ευτυχία, όπως πρώτος εξήγησε ο θεμελιωτής του ωφελιμισμού, ο Άγγλος φιλόσοφος του 19ου αιώνα Τζέρεμι Μπένθαμ. Στις τρυφερές ψυχές προκαλούν τον πόνο του συμπάσχοντος και στους σκληρόκαρδους, τον πόνο της αηδίας (Sandel Michael J, Δικαιοσύνη, Πόλις, 2011, σελ. 56)

Ναι, δε μπορούμε να τους βλέπουμε τους ζητιάνους. Ο άνθρωπος, μέρος εκείνου το όλου του αδιαίρετου και αναλλοίωτου που απλώνεται παντού το ίδιο όπως έχουν αποδείξει πια οι επιστήμες, πλήττεται από τη φτώχεια του διπλανού του. Ακόμη και οι χοντρόπετσοι, αυτοί που νομίζουμε ότι έχουν γίνει αναίσθητοι (εντάξει να εξαιρέσουμε τους ελλειμματικούς εκ κατασκευής, πόσοι είναι άλλωστε αυτοί) δεν θέλουν να βλέπουν τους φτωχούς. Γι’ αυτό άλλωστε και οι έχοντες πηγαίνουν όλοι να ζήσουν σε ωραία προάστια, εκεί που δεν τους φτάνει η φτώχεια και η επαιτεία, ενώ σε ωραίους απαστράπτοντες χώρους, σε καπιταλιστικούς ναούς (π.χ. μετρό, μέγαρα κλπ.), απαγορεύεται η επαιτεία.

Και στις μεγάλες φιέστες όμως (π.χ. στους λαμπρούς Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας του 2004) τους κρύβουν προσωρινά τους ναρκομανείς, τους ανέστιους, και τους κάθε λογής απροσάρμοστους του συστήματος. Να μην τους συναντούν οι επισκέπτες, να μην ενοχλούν την ωραία αισθητική της χώρας και των εκδηλώσεων.

Οι ίδιες εξουσίες επίσης (Δήμος, Εκκλησία, Σωματεία, Κράτος κ. λ. π), στις σπουδαίες γιορτές της κοινότητας, όταν ο λαός δικαιούται (μάλλον υποχρεούται) να φάει μέχρι σκασμού, να βουλώσει δηλαδή όλες τις τρύπες που χάσκουν ανοιχτές και ζητούν όλο ζητούν και γυρεύουν, φροντίζουν να ταΐσουν και τους δύστυχους, να τους έχουν τουλάχιστον κι αυτούς όσο διαρκεί το ξεφάντωμα, χορτασμένους και ασφαλείς. Για να μπορέσει να χαρεί ο κόσμος, να ηρεμήσει το φυλλοκάρδι του απ’ την αγωνία του άλλου. Ώστε μετά, πάλι να ριχτεί με καινούρια ακμαιότητα και ορμή στη βιοπάλη και στον ορυμαγδό της εκμετάλλευσης. Του ανθρώπου, της Φύσης, της Γνώσης, της Άγνοιας κι αυτής ακόμη της Ζωής.

Που είναι μία και μοναδική. Η μόνη δυνατότητα ή μόνη ευκαιρία που όλοι διαθέτουμε μία και μοναδική φορά.

[ Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Jacques Henri Lartigue. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.] 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly