frear

Ποιήματα μετεωρίτες μέσα σ’ ένα ολοκληρωμένο ποιητικό σύμπαν – γράφει ο Γιάννης Αντιόχου

Χριστίνα Οικονομίδου, Μ’ έναν χορό στο στόμα, Απόπειρα, Αθήνα 2019.

Κάθε φορά που πρέπει να σχολιάσω κριτικά ένα βιβλίο της Χριστίνας Οικονομίδου, το μόνο που σκέφτομαι είναι πως θα την απογοητεύσω, προσπαθώντας να εφαρμόσω τα ίδια σκληρά κριτήρια που εφαρμόζω και στη δική μου ποίηση. Είναι πρόδηλο: αλληλοεπηρεαζόμαστε γιατί για μένα η ποίηση της Χριστίνας Οικονομίδου συντίθεται μέσα σε πλαίσια αυτοναφορικότητας που όμως εκείνη καταφέρνει, κάνοντας κλωστές και νήματα τους στίχους και τις λέξεις της, να αίρει ποιήματα μετεωρίτες μέσα σ’ ένα ολοκληρωμένο ποιητικό σύμπαν.

Για αυτό και μιλάω για την Οικονομίδου πάντα με πολύ μεγάλο σεβασμό και βέβαια αισθητικά, γιατί καλώς ή κακώς ποιητής είμαι και όχι κριτικός — δηλαδή υιοθετώ το δόγμα πως στερούμαι των εργαλείων ενός φιλολόγου ή ενός σχετικού με τη δομή και την ανάλυση της γραφής. Είναι όμως τόση η αγάπη μου για αυτήν την ποιητική που ξεδιπλώνει σε κάθε βιβλίο της κι όχι η ανάγκη μου να καταδείξω στο αναγνωστικό ποιητικές επιδράσεις, διακείμενα, που πάντα υποκύπτω σε μια είδους εξομολογητική θεώρηση. Εξάλλου, όταν κάποιος έχει δομημένη φωνή φανερώνει τα διακείμενά του στον αναγνώστη γιατί τα έχει κατακτήσει και η Χριστίνα Οικονομίδου αυτό το κάνει, τουλάχιστον φανερά, στα τελευταία τρία της βιβλία.

Καμία λοιπόν αγωνία επίδρασης δεν έχει η ποιήτρια, όπως και καμία ονοματοφιλία. Τα τελευταία χρόνια έχουμε συνηθίσει να επιβραβεύονται όσοι πίνουν καφέ με τον Κάφκα, στο καφέ του Κάφκα, στη γιάφκα του Κάφκα και τελικά, χάριν αστειότητας ας πω πως έχουν πιει τους καφέδες στο μαγαζάκι της γωνίας. Σημειώνω πως ήθελα να γράψω πως ο μόνος καφές που ήπιαν ήταν με την υπηρέτρια του Κάφκα που όμως αφού το ζύγισα, ευρέθη ως μη πολιτικά ορθό και αναιρέθηκε. Αφού η υπηρέτρια μπορεί να είναι ανώτερη από τον Κάφκα. Όμως στη ζωή μου έμαθα να εργάζομαι μόνο με τεκμήρια και για αυτό εξετάζω την πραγματολογική ορθότητα ακόμα και στα ποιήματα.

Η Οικονομίδου λοιπόν είναι ακριβόλογη ακόμα κι όταν μεταπλάθει το φύλο των αγγέλων της. Δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, τίποτα το οποίο μπορεί να διαταράξει την ισορροπία της ποιητικής της κατασκευής. Ας μου επιτραπεί όμως να σημειώσω πως η εμφάνισή της στην ελληνική ποίηση ξεκινάει το 1994 με το Μύθοι και ωδίνες/ Η γυναίκα και το δέντρο της σιωπής, συνεχίζει το 1997 με τις Χειρονομίες της Αισθητικής κι ακολουθεί ένα χρονικό διάστημα 12 ετών οπότε και εμφανίζεται με το σημαντικό κατ’ εμέ Matthew and Shirley. Έκτοτε και μετά από επτά χρόνια, το 2016 βγαίνουν οι 4 εποχές στον δρόμο και σήμερα μας παραδίδει το Μ’ έναν χορό στο στόμα, όλα από τις εκδόσεις Απόπειρα. Ποιητικό στίγμα 25 ετών, που ακριβώς επειδή από βιβλίο σε βιβλίο το επεκτείνει διαστέλλοντας το σύμπαν της, εμένα με αφορά πρώτιστα ως δημιουργό και συνομιλητή και δευτερευόντως ως κριτικό.

Το βιβλίο αποτελείται από τρεις ενότητες που υπερτιτλίζονται:
1. Έκθεση Ωμοτήτων με πέντε ποιήματα,
2. Intermezzo με επίσης πέντε ποιήματα και
3. Σώμα με σώμα με οκτώ ποιήματα.

Κάθε ενότητα έχει κι ένα μοτό το οποίο λειτουργεί και ως πρόλογο ποίημα ή proem και εκεί ο αναγνώστης πρέπει να δώσει προσοχή. Αυτό πιστώνεται στη ακριβολογία της ποιήτριας.

Η Έκθεση Ωμοτήτων περιλαμβάνει τη μεταφυσική, θεολογική θεώρηση των υποκειμένων της αλλά και του εαυτού ποιητή: Δεν υπάρχει ενδιαφέρον στα Θεία/ εκτός της βλασφημίας/ κι αυτή μονάχα ως συμβολισμός/ (από λάθος πλευρά προσεγγίζουμε/ την ανάγκη μας) ( σελ. 11, «Ένθεο») ή

Λυπάμαι τους αγγέλους που γεννιούνται σήμερα/ χωρίς αισθήσεις/ δίχως σάρκα μήτε και λαχτάρα αγγίγματος, / μ’ ακόμα πιο πολύ εκείνους/ που παραμονεύουν/ εδώ και αιώνες/ σ’ εξαπτέρυγα κουδούνια ποδηλάτων/ αυτόχειρων ποιητών του αιώνα που μας γέννησε/ και μας ξέρασε (σελ.19, «Ανέλπιστα παρόντες») ή και μέσα από τις Παύσεις της που διακλαδίζονται μέσα στο ίδιο ποίημα.

Ήδη κάποιος αναγνωρίζει πως η Οικονομίδου υποτάσσει τη γλώσσα της σε μια αυστηρή μετρική, η οποία αν και δεν είναι εμφανής με τον παλαιϊκό χαρακτήρα, εντούτοις διαλέγεται με τον Γ. Σεφέρη και με το ρητορικό ερώτημα του από το ΚΒ΄ του «Μυθιστορήματός» του (γιατί δεθήκαμε καὶ σκορπιστήκαμε/ καὶ παλέψαμε μὲ δυσκολίες ἀνύπαρχτες ὅπως λέγαν,/ χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ἕνα δρόμο γεμάτο τυφλὰ συντάγματα,/ βουλιάζοντας μέσα σὲ βάλτους καὶ μέσα στὴ λίμνη τοῦ Μαραθῶνα,/ θὰ μπορέσουμε νὰ πεθάνουμε κανονικά;), απαντώντας του: [κι αν η ρητορική ερώτηση του ποιητή/ μάς το αρνείται/ εμείς το ξέρουμε/ πρώτη φορά/ πως ίσως είναι μπορετό/ αφού δεν έχουμε στ’ αλήθεια/ τίποτα να χάσουμε].

Η στιχομυθία της κλεισμένη σ’ αγκύλη καταδεικνύει την άλλη φωνή του ποιητή· μια σεβαστική φωνή που συνδιαλέγεται με τον νεκρό ποιητή. Η Οικονομίδου απαντά στον νεκρό, απαντά στους νεκρούς μέσα στην Έκθεση Ωμοτήτων της, γιατί νιώθει πια πως ωρίμασε και μπορεί να δώσει κι εκείνη μια τελεολογική εποπτεία για τη ζωή. Κι αυτό είναι σπάνιο πια στην ποίηση μας που εμφορείται από δημιουργική ασάφεια για να κρύψει τη βασική φιλοσοφική της αγνωσία. Μεγάλο χάρισμα λοιπόν το να γνωρίζεις πως κι άλλοι το έχουν πει αλλά επειδή ο ίδιος νιώθεις έτοιμος να το εκστομίσεις, τουλάχιστον παρουσίασε τη γνώση αυτή κατακτημένη, δική σου και καινούργια για τους αναγνώστες του αιώνα σου. Το συγκεκριμένο ποίημα («Μεθεόρτιο») εκτείνεται σε τέσσερα μέρη ή τέσσερα μικρότερα ποιήματα κι αποτελεί μια κρυμμένη ενότητα μέσα στην 1η ενότητα του βιβλίου.

Όσο προχωρά στην ποιητική της αφήγηση οριοθετεί ένα χωροχρονικό πλαίσιο με σαφείς απαγορεύσεις. Ως άνθρωπος είναι γεμάτη εικόνες, αισθήματα, πόνους, πληγές· έχει ζήσει, έχει καταστραφεί κι όμως εν δυνάμει —πώς άλλωστε αλλιώς— ελπίζει. Ακόμα και τώρα ελπίζει: Για σένα, λέω, θ’ αντικρίσω πάλι/ ό,τι με φοβίζει./ Θα φτάσω ως τα έγκατα του νου·/ κάθετα,/ όχι πλέον οριζόντια·/ μήπως κι εκεί,/ στις απαρχές της πληγής,/ μου αποκαλυφθεί το πρόσωπο// ενός Θεραπευτή ή ενός Προδότη. («Όνειρα γλυκά»). Ήθελα να σημειώσω με πικρία πως πάντα το πρόσωπο ενός προδότη αποκαλύπτεται, ο οποίος όμως θεραπεύει με την προδοσία του δημιουργώντας τον θεολογικό μύθο του Εβραίου Θεού μας. Δεν τολμώ όμως να το σημειώσω πάνω στα πέντε κενά διάστιχα του ποιήματος μέχρι το υστερόγραφό της. Μόνο και μόνο η θέση Προδότης δεύτερου μετά το διαζευκτικό της, ισχυροποιεί τη θέση της απάντησής της που με βρίσκει σύμφωνο μέσα από τα δικά μου έργα και ημέρες.

Από αυτό το σημείο και μετά η ποιήτρια γίνεται αυστηρή, αμείλικτη με τον εαυτό της. Η γλώσσα της από ελληνική αίφνης γίνεται γερμανική —την ξέρει καλά, όπως άλλωστε και τη γερμανόφωνη ποίηση— μια γλώσσα που δεν αφήνει υπονοούμενα και ακριβολογεί συσκοτίζοντας μια ήττα. Η ποιήτρια είναι ηττημένη. Κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί το υποκείμενο της που είναι βουτηγμένο στο σκοτάδι της ψυχής. Ένα οντολογικά απόν υποκείμενο μέσα σ’ ένα ποίημα που έχει καλοκαίρι.

Στη 2η ενότητα στη «Σονάτα του αποχωρισμού» έχει έρθει το φθινόπωρο, ενώ στο «Tears in Rain» κάνει κλωστές και νήματα το σεφερικό: «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί». Μένω κατάπληκτος πως ένας ποιητής το δικό του ποίημα το κάνει βίωμα του αναγνώστη —τίθεμαι ως αναγνώστης και μαθαίνω από τέτοια ποίηση. Σε όλη την 2η ενότητα υπάρχει η μνήμη πλεγμένη στην «Ραπουνζέλ» της, στα «Μάτια γαλάζιου σκύλου», στην «Κοκκινοσκουφίτσα» της. Αναδομεί τα παραμύθια σαν ρούχα που γυρίζει το μέσα έξω και τα φοράει. Τελικά της πηγαίνουν, γιατί πώς αλλιώς —τα παραμύθια είναι πάντα one size.

Ως διευκόλυνση στον αναγνώστη της ποίησης της Οικονομίδου κάποιος ας διαβάσει τις σημειώσεις της συγκεκριμένης ενότητας πριν τα ποιήματα ή με όποια σειρά θελήσει, αρκεί όμως να τις διαβάσει. Τα δάνεια στους τίτλους είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά για την αποσαφήνιση της ποιητικής αφήγησης. Για παράδειγμα τα «Μάτια γαλάζιου σκύλου» είναι τίτλος δανεισμένος από το ομότιτλο διήγημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, όπου οι ήρωές του συναντιούνται μόνο στα όνειρά τους και προκειμένου ν’ αναγνωριστούν στον ξύπνο ορίζουν τη συνθηματική φράση «Μάτια γαλάζιου σκύλου». Ωστόσο, εκείνος δεν θυμάται ποτέ τα όνειρά του, ενώ εκείνη δεν θυμάται στο όνειρο σε ποια πόλη ζει, όπου σ’ όλους τους τοίχους της έχει γράψει τη συνθηματική αυτή φράση.

Στην 3η ενότητα: Σώμα με σώμα, η ποιήτρια δηλώνει ευθαρσώς: ερωτευόμαστε εκ νέου τους νεκρούς μας (σελ. 63) δηλώνοντας με τη θέση της μια οριστική συνθήκη στη ζωή της. Δεν ξέρω αν έχει δίκιο· άδικο δεν θα της προσάψω ως αναγνώστης της, γιατί κάνω το ίδιο. Μπορεί κανείς να πει πως η ποιήτρια θέλει να εγκιβωτίσει μετά την αδυσώπητη μνήμη της 2ης ενότητας μια ελπίδα, ένα φως κι έτσι υπάρχουν ποιήματα, όπως το «Εκείνοι που αγαπώ» που ενώ είναι απολύτως κανονικοί άνθρωποι, που σέβονται το ωράριο της δουλειάς τους, εντούτοις μπορούν να υπερίπτανται όλες τις άλλες ώρες. Μια δεύτερη συνθήκη της ποιήτριας, σχεδόν πολιτική ως θέση, αφού ξέρει καλά πως η αλλαγή και τ’ όνειρο έρχονται μέσα από την πραγματική ζωή και σε πραγματικούς ανθρώπους απευθύνεται, συνηθισμένους. Ως ποιήτρια κατανοεί πως δεν έχει κανένα αγγελόκρουσμα, έχει απλά την ιδιότητα των ευφυών ανθρώπων να αυτοϋπονομεύονται και εξομολογείται πως καμιά φορά φοβάται τα ποιήματα. Σε όλη την ενότητα συνδιαλέγεται, όπως και στο ποίημα που μου αφιερώνει και υπερτιτλίζεται «Δώσ’ μου τα κύματα» (σελ. 74). Η συνομιλία της με τη δική μου Αθανασία, τον Σεφέρη και τον χρόνο. Κι όσο περνούν αυτά τα ποιήματα η Οικονομίδου γυμνώνεται ολοένα και περισσότερο αλλά μαζί με την ποιήτρια απεκδύεται των συμβάσεών του κι ο αναγνώστης της ώσπου μ’ έναν χορό στο στόμα θα μπορούσε τελικά να κατακρημνιστεί.

Για το βιβλίο της 4 εποχές στον δρόμο είχα συνοψίσει σε τέσσερις συμπερασματικές προτάσεις που θέλω να επανεξετάσω: (1) Είχα πει πως έχει συνειδητοποιήσει πια πολύ καλά, πως έχει ήδη ωριμάσει, τόσο ηλικιακά, όσο και ως προς το έργο της. Συγκεκριμένα είχα γράψει: «Έχει ήδη αναποδογυρίσει την κλεψύδρα της και αναμένει, αλλά δεν αντέχει να μην εφεύρει ένα κείμενο καιρού, όπου η Μάριον, ο Άγγελος, εσείς κι εγώ θα αναμειχθούν ξανά σε μία νέα ουράνια περιπέτεια». Η πρώτη θέση του συμπεράσματος μου δεν μπορεί να αναιρεθεί, ο χρόνος είναι τεκμήριο, αλλά αυτή τη φορά η Οικονομίδου κατήργησε τα ονοματισμένα της υποκείμενα, εισερχόμενη σε αόριστες προσωπικές αντωνυμίες που καταδεικνύουν σαφώς την ύπαρξη ενός άλλου. Αυτό με ικανοποιεί· δηλώνει μια κίνηση, μια αναδίπλωση στο Όλον. (2) Είχα επισημάνει τη νεογλώσσά της και αυτό το βιβλίο της είναι μορφικά ένα βιβλίο με αγκύλες και υστερόγραφα, με παύσεις και μεγάλες παύλες κι αυτό θα σας το εξηγήσω όπως εγώ το καταλαβαίνω: δεν είναι τίποτα το avant garde· είναι ο τρόπος που η Οικονομίδου προχωράει τη γραφή της αλλά και μια αναπνευστική άσκηση για τον αναγνώστη. Οι αγκύλες ανεβοκατεβαίνουν και τα υστερόγραφα δεν λειτουργούν ως κατακλείδες αλλά ως νησίδες. Έκανα την άσκηση να τα διαβάσω όλα μόνα τους στη σειρά, δίχως τα ποιήματα και βρήκα τον εξάντα μου σ’ αυτό το σύμπαν της Οικονομίδου. Αυτό είναι μια νέα θέση της γλώσσας της. (3) Ενώ στις 4 εποχές στον δρόμο της αναγνώρισα το δικαίωμα που είχε ένας νεκρός να ξαναζήσει, σ’ αυτό συνοψίζει με αυστηρότητα, ειδικά στην δεύτερη ενότητα, όσα έζησε ο νεκρός. (4) Κι είχα επίσης πει πως η ποιήτρια τοποθετεί με ενδελέχεια την αμαρτία ως δικαιολογία της τέχνης και δεν το παίρνω πίσω. Θα συμπληρώσω μόνο πως αυτή τη φορά ξέρει πολύ καλά τι έχει πληρώσει για να την σκιαγραφήσει τόσο καθαρά. Κι αν όντως παντού την διαβάζουμε ως ένθεη, σε αυτό το βιβλίο ο Θεός της είναι πιο συγκεκριμένος γιατί πλέον έχει την απεύθυνσή της, όπως άλλωστε διαβάζουμε στο σπαρακτικό υστερόγραφό της του πρώτου ποιήματος (σελ.11):

ΥΓ.
Θεέ μου,
δεν μου λείπει τίποτα εκτός
από ένα σκέπασμα τις νύχτες
που να μην είναι ούτε πιο πολύ
ούτε λιγότερο
απ’ αυτό που χρειάζομαι.

Κλείνοντας θέλω να προσθέσω ένα ακόμα χαρακτηριστικό αυτού του βιβλίου που όπως κατανοήσατε παρουσιάζω ως μια ποιητική σύνθεση· όπως και να διαβαστεί το συγκεκριμένο βιβλίο κάθε ποίημα λειτουργεί αυτόνομα ή σε συναρμογή με το όλον του βιβλίου.

Ευτύχησα να διαβάσω ένα αξιόλογο ποιητικό βιβλίο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly