frear

«Peter και Πάνος» – του Αντώνη Ψάλτη

Τουλάχιστον τις μισές φορές δεν τον άκουγα με ιδιαίτερη προσοχή. Κουβέντα να γίνεται, δηλαδή. Άλλωστε όταν ανοίγει το στόμα του, (ασχέτως ζύθου, δω που τα λέμε) μπορεί να σταματήσει μετά από μια ώρα· και βάλε! Παρενθέσεις, καγχασμοί, επιφωνήματα, γουρλωμένα μάτια, διαπιστώσεις, δευτερεύουσες προτάσεις, τελεία μετά από ώρα, ωκύλογος συχνά, απίθανες παρεμβολές που πολύ έμμεσα συνδέονται με τα λεγόμενά του, κινήσεις των χεριών, λες και είναι μαέστρος και οι λέξεις νότες, όλα αυτά χαρακτηρίζουν τον προφορικό του λόγο, αλλά ο άτιμος –και σ’ αυτό δεν παύει να είναι αξιοθαύμαστος– όσες σβούρες και να το φέρει πάντα θυμάται από που ξεκίνησε, κυκλώνει τη ροή του λόγου του και καταλήγει στο αρχικό ζητούμενο!

Έτσι, λοιπόν, διατηρώ χαλαρή την προσοχή μου, όπως όταν διαβάζει κάποιος ένα άρθρο χιαστί στα γρήγορα, αναμένοντας το τελικό πόρισμα. Έκτος αν τα πράγματα έχουν αλλιώς. Φορές φτάνει στον καφενέ που συχνάζουμε και, καθώς περπατά, κουνάει τα χέρια του μανιασμένα, βαγκνερικά θα λέγαμε, σαν να θέλει να διακόψει όλον τον εσμό λέξεων που υπερίπταται όλων των θαμώνων, ας πούμε σαν σμήνος πολύβουων δεκαοκτούρων σε καλώδια της ΔΕΗ, και ήδη πριν κάτσει φωνάζει, δημόσια ανακοινώνοντας πως «κάτι ( σημαντικό προφανώς, αλλά η λέξη σημαντικό ποτέ δεν ακούγεται) έχει να μας πει». Πάνω κάτω έτσι έχουν τα πράγματα στον καφενέ. Λίγο από καφενές, λίγο από ουζερί, μας βγάζει ο Μάκης καμιά ελιά, κάνα τσίρο, καμιά ντοματούλα, λίγο κασέρι, αλλά μόλις πάει τέσσερις το μεσημέρι ιδρώνει να μας διώξει. Το πρόγραμμα είναι αυστηρά μεσημεριανό, μπέβα δεν χωρεί, ό,τι πρόλαβες ήπιες, και δεν επιδέχεται παράτασης. Και τούτου δύο με τρεις φορές την εβδομάδα, έτσι για το καλό που λέμε.

Χθες, λοιπόν, (κυριολεκτώ· χθες έγινε, σήμερα το καταγράφω), χθες, λοιπόν, ήτανε πάλι (μισοτυχαία, μισοεπίτηδες, όπως πάντα) μέρα συνάντησης και ζυθοκατάνυξης. Τέλος εβδομάδας γαρ, οι περιστάσεις το ευνοούσαν. Τους έλεγα για ένα όνειρο που είδα, ότι τάχα μου βρέθηκα σε ξένη χώρα τη γλώσσα της οποίας δεν ήξερα, αλλά κατάφερα να τη μιλήσω και να συνεννοηθώ και κάτι τέτοια, μέχρι που έφτασε κι έκατσε στο τραπέζι (ήμασταν ήδη οι άλλοι τρεις) ήσυχος, αθόρυβος, υπομονετικός. Μου έκανε εντύπωση το γεγονός, οφείλω να το ομολογήσω. Παρήγγειλε μπίρα κι άκουγε αμέριμνος, αλλά και κάπως αιθεροβάμων, κάπως αλλαχού… Είναι, λέω από μέσα μου, μέχρι να ξεφορτώσει από τη δουλειά, είχε ποινικό σήμερα. Πού θα πάει, θα την αρχίσει την αγόρευσή του ο δικηγόρος! Το κουβεντολόι για τα όνειρα (ολίγον πιο πικάντικο στη συνέχεια) συνεχιζόταν, μέχρι που δεν άντεξα και του ‘κάνα πάσα: «Τι έγινε μεγάλε;», του είπα, «Γιατί δεν μιλάς; Πέσαν έξω τα καράβια; ». Δεν ήθελε και πολύ! «Να σας πω εγώ όνειρο που είδα χθες, και το βλέπω πολύ συχνά, να ξεκουτιάνετε!» μας λέει. «Άντε βρε, ρίχ’ το να δούμε… », απαντώ.

«Όταν σπούδαζα στη Χαϊδελβέργη», αρχίζει την αφήγηση, κι αμέσως την ανθίστηκα ότι θα μας πάει μέσω Σαχάρας για να μας πει το όνειρο, ξεκίνησε, είπα από μέσα μου, η στωμυλία, «σύχναζα σε μια kneipe, ξέρετε, κάτι ανάμεσα από καφενείο και μπαράκι, που λεγόταν Orange. Ιδιοκτήτης ήταν ένας κούρδος, ο Οσάμα, μαζί με τη γυναίκα του την Ίνγκριντ. Αυτός είχε φτάσει Γερμανία, απ’ ό,τι κατάλαβα, χρόνια πριν με τα χίλια ζόρια και μάλλον μέχρι να τη βρει την άκρη δεν πέρασε και ολίγα, αλλά τώρα κύριος. Μια φορά μου είπε, ξέρεις Antonis μου αρέσουν τα ρεμπέτικα, σοβαρά τον ρωτώ; Για πες μου ένα, και μου τραγουδάει, σε σπαστά ελληνικά, αυτά του Ξαρχάκου, ξέρετε το soundtrack της ταινίας, έλα ρε μεγάλε του λέω! αλλά να σου πω υπάρχουν κι άλλα πιο μάγκικα να πούμε και του γράφω ένα cd με τα απαγορευμένα και μεταφράζω τα λόγια στα γερμανικά! Τέζα ο Κούρδος! Χαχαχα! Ήταν να πούμε», συνέχισε την ιστορία, «κάτι σαν φοιτητικό στέκι, απ’ όλες τις φυλές. Γερμανοί, Εγγλέζοι, Έλληνες, Γάλλοι, Κινέζοι, τέλος πάντων κάθε καρυδιάς καρύδι! Είχε πλάκα. Και πολύ καμάκι, πανυφήλιο, ερωτικός αχταρμάς και θάνατος στους ρατσιστές ένα πράγμα! Μιά φορά με προσεγγίζει ένα κορίτσι, έτσι στο ξαφνικό, στο ατόφιο, δεν ήθελε και πολύ να το κουράζεις εκεί, σπανιόλα, μαυροτσούκαλο με αράβικα χαρακτηριστικά, μου προτείνει να πάμε σινεμά σε μια κωμωδία, δεν βλέπω κωμωδίες της το κόβω ζυθόπληκτος, σηκώθηκε κι έφυγε το κορίτσι, όχι που θα καθόταν ν’ ασχολείται με την αφεντιά μου, τώρα που το θυμάμαι μεγάλη γκάφα έκανα, ποιο σινεμά και τρίχες, αλλού το πήγαινε η κορασίς, αλλά εγώ αχάμπαρο ντιπ! Κάθε βραδιά μιλούσες και μ’ άλλη χώρα. Το γύρω του κόσμου έκανες μέσα σ’ έναν καφενέ εξήντα τετραγωνικών ! Εντωμεταξύ το μπαράκι ήταν στο παράκεντρο της πόλης και δεν είχε κατιμά, έρχονταν λίγοι και εκλεκτοί, σάμπως πόσους χωρούσε; καμιά εικοσαριά με το ζόρι… Η μουσική ήταν χαμηλά, μπορούσες να μιλήσεις ρε παιδάκι μου, να επικοινωνήσεις, όχι σαν εδώ ντάμπα ντούμπα κι η νεφραμιά στη φόρα, άλλο να πεις club και τα τοιαύτα, αλλά ένα ήσυχο μπαράκι ρε αδελφέ να πεις πέντε κουβέντες… Σχεδόν κάθε βράδυ, λοιπόν, ερχόταν μια μοναχική φιγούρα και καθόταν σχεδόν πάντα στο ίδιο τραπέζι ή όσο πιο κοντά στη θέση του γινόταν. Γερμανός, ετών περίπου εξήντα, λεπτός, ευθυτενής, περιποιημένος, κύριος με τα όλα του, προσεκτικός στο ντύσιμο, πράος κι αμίλητος. Έπινε ένα σφηνάκι, αργά αργά, κάτι σαν Jägermeister, το οποίο συνόδευε με μια μπίρα, άντε δύο στο τσακίρ κέφι, κλασικός γερμανικός τρόπος, μου εξήγησαν μια φορά, κι έπειτα αποχωρούσε. Τον έβλεπα, δηλαδή, τακτικά, κι έβλεπα και τον Οσάμα να τον περιβάλλει με ιδιαίτερο σεβασμό. Τον τριγύριζαν κατά καιρούς και κάποιοι εκεί γερμανοί φοιτητές, κυρίως κορίτσια, αντάλλαζαν δυο κουβεντούλες κι έφευγαν. Μου είχε τραβήξει την προσοχή κι αποφάσισα κάποτε, μου πήρε αρκετό καιρό βεβαίως, να του μιλήσω και γω. Τι διάολο; Αισθανόμουνα πια σαν στο σπίτι μου. Κι έγιναν τα πράγματα ως εξής» (πάει τ’ όνειρο είπα από μέσα μου, αύριο θα μας το πει, αλλά περίμενα να δω που θα το πάει, πως θα το γυρίσει): « … εκεί που άραζα στο μπαρ, λέω θα πάω να του μιλήσω. Αρπάζω το ποτήρι και κάθομαι δίπλα του. Γεια σας, του κάνω, γεια σου μου κάνει. Σας βλέπω καιρό και θέλω να σας γνωρίσω. Με λένε Antonis, είμαι φοιτητής της νομικής, και ποιητής· τότενες, το 2005, μόλις είχε κυκλοφορήσει η πρώτη μου συλλογή, τρομάρα μου, και το ‘χα περί πολλού. Με λένε Peter και είμαι εκδότης, μου απαντά. Χάρηκα, του είπα, μου είπε και τα σχετικά. Κι από που είσαι Antonis; με ρωτά, από την Ελλάδα του απαντώ. Α, ξέρεις μου λέει, είχα έναν πολύ καλό φίλο από την Ελλάδα… πίναμε τις μπίρες μας μαζί… του εξέδωσα και το διδακτορικό του, ωραία τον διακόπτω, να μου εκδώσετε και τα ποιήματα μου σε γερμανική μετάφραση του κάνω, βεβαίως μου απαντά με την αψεγάδιαστη γερμανική ευγένεια του… Και πώς τον έλεγαν τον φίλο σας τον ρώτησα; Άκου ερώτηση… πόσες χιλιάδες Έλληνες περάσανε από τη Χαϊδελβέργη, πόσα εκατομμύρια από την Γερμανία, εγώ τον ρώτησα πως τον λέγανε τον φίλο του… Παπαδόπουλο τον λέγανε, είπα από μέσα μου, και τρέχα γύρευε…. Παναγιώτη Κονδύλη, μου απαντά, και μένω σύξυλος! Τον φιλόσοφο εννοείτε; Ναι, μου απαντά, τον Panos, ήμασταν παρέα … τον κακόμοιρο, περάσανε ήδη εφτά χρόνια… πίναμε τις μπίρες μας μαζί, μου το ξαναρίχνει, είχα μείνει ενεός μέσα στον ενθουσιασμό μου! Εγώ, του λέω, διάβασα τον Κονδύλη για να κάνω μια εργασία στη σχολή. Εγώ μου λέει έκανα μαζί του διακοπές. Ακούτε;», μας λέει, «γνώρισα σ’ εκείνη την kneipe τον εκδότη και προσωπικό φίλο του Παναγιώτη Κονδύλη!». Άλλο δεν βάσταξα την αφήγησή του και τον διακόπτω! Το όνειρο ρε παρλαπίπα, τον προγκάρω, που είναι το όνειρο; Για όνειρα μιλούσαμε! «Δεν θα το πιστέψετε», συνέχισε απτόητος και κάπως συγκινημένος, «δεν θα το πιστέψετε πόσο μ’ άρεσε η Χαϊδελβέργη, πόσο μ’ άρεσε εκείνο το μπαράκι, τι γνωριμίες είχα κάνει, πόσο μ’ αγαπούσε ο Οσάμα, Der verrückte Grieche, μ’ έλεγε, ο τρελός Έλληνας…», γιατί; άδικο είχε, τον διέκοψα γελώντας, «και πολλές φορές στον ύπνο μου, όπως και χθες, ονειρεύομαι ότι βρίσκομαι πάλι στη Χαϊδελβέργη, άλλοτε για σπουδές, βλέπω την εστία που έμενα, άλλοτε για βόλτα, βλέπω τον κεντρικό πεζόδρομο και λέω τώρα να θα πάω στο Orange, και λες και ξέρω ότι την προηγούμενη φορά που το ονειρεύτηκα δεν πήγα, την κάθε προηγούμενη φορά, αλλά τώρα, λέω μέσα στον ύπνο μου, θα τα καταφέρω, θα πάω, και μόλις το λέω αυτό, μόλις ονειρεύομαι ότι βαδίζω προς τα κει, τότε κάθε φορά ξυπνάω… και με πιάνει ένα παράπονο… », μας είπε και σίγησε…

Αυτό ήταν όλο; τον ρώτησα. Και γιατί δεν παίρνεις την rayanair με πενήντα ευρώ να πας ένα σουκού εκεί, να πας και στο μπαράκι να δεις και τον Οσάμα και να σου φύγει κι ο γκαηλές; Σιγά το πρόβλημα! Έ ρε και ξεσπάει όλη η παρέα στα γέλια και τον βλέπω να κοκκινίζει σαν καρτούν.
«Εγώ φταίω!», μας φωνάζει (αλλά τον έβλεπα, γελούσε κι αυτός και προσπαθούσε να κρυφτεί), «εγώ φταίω ρε ρεμάλια! Που κάθομαι και σας λέω τον πόνο μου, τέτοιοι αχρείοι που είστε!

Ρε Μάκη πιάσε ακόμη μια μπίρα με δαύτους που έμπλεξα!»

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly