frear

Πυξίδα για καινούργιους καπετάνιους – του Αλέξη Πολίτη

Κώστας Κουτσουρέλης, Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας, Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2019.

Η Τέχνη που αυτοκτονεί, ο τίτλος. Υπότιτλος, Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού-μας. Κι ένας λαβύρινθος, για εξώφυλλο. Έχουμε δηλαδή χαθεί, είτε εμείς είτε η ποίηση ‒προφανώς κάτι τέτοιο υπονοείται. Έστω, αν είν’ όμως έτσι, πώς θα βγούμε ξανά στον καθαρόν αέρα, πού θα βρούμε τον μίτο; Μα στις σελίδες ανάμεσα στο μπρος και το πίσω εξώφυλλο.

Αυτές οι μέσα σελίδες είναι γραμμένες, υπαγορευμένες πιο σωστά, από πάθος και πόνο. Από πάθος για τα ποιήματα που κάτι δείχνουν, που κάπου μας οδηγούν, πέρα από το καθημερινό, που αναζητούν την υπερ-πραγματικότητα, αυτήν που μας κρύβει, ακριβώς, η καθημερινότητα κι οι ανάγκες-της, και στην οποία μας οδηγεί μια άλλη ανθρώπινη ιδιότητα –αποκλειστικά ανθρώπινη‒ η φαντασία. Ιδιότητα μα και ανάγκη, επιτακτική ανάγκη. Ακούω συχνά ανθρώπους που δηλώνουν πως η ποίηση δεν τους ενδιαφέρει. Όχι, τέτοια πλάσματα δεν υπάρχουν, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που έχουν μπερδευτεί από τα αδιέξοδα των άστοχων ποιημάτων. Ξέρετε κανένα παιδί που να είπε ποτέ στη γιαγιά-του «άσε-με, ρε γιαγιά, μ’ αυτά τα βασιλόπουλα και τις βασιλοπούλες. Τα είδες εσύ πουθενά, υπάρχουν;» Ποιο παιδί δεν ονειρεύεται τη δύναμη του σούπερμαν, ποιος πιτσιρίκος που παίζει μπάλα δεν φαντάζεται τον εαυτό-του Πούσκας –συγγνώμη, φαίνεται η ηλικία-μου, ε;‒, ποιος μεγάλος δεν ονειρεύεται πλούτη, ερωτικές επιτυχίες, αναγνώριση, κάτι καλύτερο τέλος πάντων απ’ ό,τι του επιφυλάσσει η καθημερινότητα; Και προς την αντίθετη κατεύθυνση, ποιος δεν νιώθει φόβο, τρόμο, αγωνία, και ποιος δεν λυτρώνεται όταν του τον παρασταίνει κάποιο ποίημα με σαφήνεια και αληθοφάνεια οδηγώντας-τον στο κλάμα; Πόσες φορές περιμένοντας να μπούμε στο σινεμά, δεν ρωτάμε εκείνους που βγαίνουν, «ήταν καλό το έργο», κι ακούμε εκείνο το μαγικό «Ουουου, πολύ· κλάψαμε, κλάψαμε». Οι φανταστικές συγκινήσεις μας είναι το ίδιο απαραίτητες. Αρκεί βέβαια να μας κάνουν να κλαίμε, να γελάμε, ν’ ανοίγει η καρδιά-μας.

Το κακό, μας λέει το βιβλίο του Κώστα Κουτσουρέλη, είναι που πολλά, πάμπολλα ποιήματα μας κάνουν απλώς να χασμουριόμαστε. Ή, το ίδιο κάνει, μας δηλώνουν ότι εκείνοι, οι ποιητές-τους, έκλαψαν ή γέλασαν. Και τότε δικαίως αντιδρούμε, «Κι εμένα τί με νοιάζει;» Όμως δεν το λέμε αυτό όταν διαβάζουμε τις περιπέτειες του Οδυσσέα, τον έρωτα του Ρωμαίου με την Ιουλιέτα, τα πάθη του Άμλετ, ή τον «Κρητικό» του Σολωμού. Ποια η διαφορά; Ο Όμηρος, ο Σαίξπηρ, ο Σολωμός, δεν μας «είπαν» μια ιστορία, εγχάραξαν τους κραδασμούς-της στο κείμενο. Και όπως όταν πάλλεται μια χορδή, ο παλμός μεταδίδεται και στις πλαϊνές-της, έτσι οι κραδασμοί μας συν-κίνησαν. Δια της φαντασίας που ενεργοποιήθηκε. Όμως στο μεγαλύτερό-τους μέρος τα ποιήματα που τυπώνονται τα τελευταία τριάντα-σαράντα χρόνια έχουν, παρατηρεί ο συγγραφέας, λησμονήσει πως το ποίημα, το κάθε ποίημα, απευθύνεται στο κοινό, στο πλατύ κοινό, που πιάνει το βιβλιαράκι με την αφέλεια που είχε ο Παλαμάς όταν ο παλαιοπώλης τον έπεισε ν’ αγοράσει μια έκδοση του Κάλβου –ένα όνομα που δεν του έλεγε τίποτε‒, κι ο νεαρός φοιτητής γυρνώντας σπίτι-του το άνοιξε με την περιέργεια του «για να δούμε τί είναι αυτό», κι ανακάλυψε πως είναι «ποίηση». Έχω ζήσει παρόμοια σκηνή· φοιτητής κι εγώ στη Θεσσαλονίκη, βρήκα σε υπαίθριο βιβλιοπώλη ένα άγνωστό-μου βιβλίο, πάμφθηνο ευτυχώς, ακριβώς όπως και ο Παλαμάς, με τον τίτλο Gitanjali, και το αγόρασα από νεανική περιέργεια. Γυρνώντας σπίτι, τα έχασα, αυτή η εγγλέζικη πρόζα ήταν ποίηση με την υψηλότερη έννοια της λέξης – ψάχνοντας αργότερα εδώ κι εκεί έμαθα πως ο επίσης άγνωστός-μου συγγραφέας ήταν ο Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, βραβείο Νόμπελ 1913. Όμως αυτά τα τελευταία χρόνια, τα καινούρια ποιήματα που πιάνει στα χέρια-του ο Κώστας Κουτσουρέλης, κι όχι μόνο τα γραμμένα σε ελληνική γλώσσα, δεν απευθύνονται στο κοινό, παρά στην κλειστή συντεχνία των ομότεχνων. Οι περισσότεροι ποιητές, Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, έχουν χάσει τον στόχο, νομίζουν πως μια απλή εύφημη –αλλά κι εξαιρετικά εφήμερη‒ τιμητική μνεία του κλειστού κυκλώματος όπου έχουν αυτοπεριοριστεί φτάνει και περισσεύει. Για εμένα και για εσάς αδιαφορούν. Κι αυτό προκαλεί στον συντάκτη του Η τέχνη που αυτοκτονεί πόνο, πίκρα, άπωση. Γιατί συνεπιφέρει μιαν αδιαφορία και προς την ουσία και προς τις τεχνικές του ποιητικού λόγου.

Το βιβλίο είναι στοχαστικό, εντυπωσιακά στοχαστικό, τα νοήματα διάφανα, η πλοκή άρτια δουλεμένη, οι διατυπώσεις μας ξαφνιάζουν διαρκώς με την ευρηματικότητά-τους. Και οι κρίσεις αυστηρές, πολύ αυστηρές ‒ τσακίζουν κόκαλα. Μην τις φοβηθείτε! Αλλά, προς θεού, μη βιαστείτε να συνταχθείτε μαζί-τους. Νομίζω ότι το έχει πει ο Γκαίτε –κάπου το διάβασα, ίσως στο Η ποίηση στη ζωή-μας του Αποστολάκη‒ πως δεν είναι σώφρον να συντασσόμαστε πίσω από την αυστηρότητα ενός καλύτερού-μας· γι’ αυτόν η αυστηρότητα μπορεί να έχει νόημα, αλλά όχι υποχρεωτικά και για εμάς, ενώ αντίθετα όταν ο καλύτερος αποδέχεται κάτι που εμείς δεν το διακρίνουμε, το φρόνιμο είναι να σεβόμαστε την άποψή-του. Να τη σεβόμαστε δεν θα πει να την αποδεχόμαστε. Ας έχουμε εμπιστοσύνη στις κρίσεις-μας, αρκεί να προσπαθούμε να τις απαλλάσσουμε από τις συμβατικότητες που κάθε στιγμή καραδοκούν να μας τυλίξουν σαν τα φίδια τον Λαοκόωντα και τα παιδιά-του.

Θα διατυπώσω πάντως μια ισχυρή αντίρρηση σ’ ένα επίμονο επιχείρημα του βιβλίου: όχι δεν ήταν όλη η παλιά ποίηση «καλύτερη» ‒ κλείνω τη λέξη σε εισαγωγικά, για να μην εμπλακούμε σε άκαρπες περιπλανήσεις. Μιλάω βέβαια για τη γραμμένη στη δική-μας γλώσσα – πρωτότυπη ή μεταφρασμένη, δεν διαχωρίζω τη μία από την άλλη. Όσο ξέρω λοιπόν την ποίηση που έτερπε τους αναγνώστες στα χρόνια του Ρομαντισμού, μα και πιο ύστερα, όταν μεσουρανούσε ο Παλαμάς, ο Καρυωτάκης, η γενιά του ’30, η πρωτο-δεύτερη μεταπολεμική, έως τα 1970 ας πούμε, είναι αμέτρητα τα κείμενα που μας οδηγούν «στα πιο βαθιά χασμουρητά», όπως κι οι σκηνοθέτες τον Σαββόπουλο, και μετρημένα στα δάχτυλα όσα μας ηλεκτρίζουν. Χειροτέρεψαν τα πράγματα από το 1970; Δεν ξέρω, μπορεί. Ότι πολύστεψαν οι αδιάφορες συλλογές, αναμφίβολο, αλλά για τον απλό αναγνώστη, εμένα λόγου χάρη, υπάρχει και το «guarda e passa» του Δάντη: την Τέχνη που αυτοκτονεί, τη διαβάζω κυρίως ως πυξίδα για καινούριους καπετάνιους: «προσοχή, εδώ ξέρα· εκεί ύφαλος· νά ένα καλό πέρασμα».

*

Ας σταθούμε τώρα στον υπότιτλο: Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού-μας. Το βιβλίο απευθύνεται λοιπόν στην «ποιητική κοινότητα», στους ποιητές δηλαδή, μα και στους αναγνώστες της ποίησης. Εγώ, είπαμε, το διάβασα μονάχα ως αναγνώστης· καθώς αυτή και μόνο η πλευρά-του με αφορά. Είμαι όμως παράλληλα και δάσκαλος, κι ετούτη η ιδιότητα με υποχρέωσε κάποια στιγμή να πάρω μια δύσκολη ευθύνη, να μεσολαβώ ανάμεσα στο ποίημα και στον ανέτοιμο, ας το πούμε έτσι, αναγνώστη. Δηλαδή να επιμείνω περισσότερο· η ύπαρξη του κοινού με υποχρέωνε σ’ αυτό. Κάποια στιγμή λοιπόν ζορίστηκα να προτείνω στο κοινό-μου αναγνώσεις, και στην καλύτερη περίπτωση να το καταστήσω συναναγνώστη. Κάτι σαν τον κριτικό, ας πούμε, τον σωστό κριτικό, που δεν γράφει για να παινέσει ή ν’ απορρίψει, παρά για να γίνει ο διάμεσος, να μεταφέρει φωναχτά τις σκέψεις που του προκάλεσε το ποίημα. Ας ομολογήσω ότι η θεσμική-μου θέση ως δασκάλου μου έδωσε το θάρρος, όχι να μιλώ, αλλά να σκέφτομαι. Με υποχρέωσε να γίνω καλύτερος αναγνώστης. [1]

Ετούτη όμως την υποχρέωση μπορούμε να τη νιώσουμε και χωρίς κοινό. Αρκεί να ξεπεράσουμε την πάντα παρούσα διανοητική τεμπελιά, το απλό «μου αρέσει», το «περίπου», το «φλου». Ν’ αναζητήσουμε επίμονα τις δισημίες, τους υπαινιγμούς, και κυρίως, θα έλεγα, ν’ ανασυγκροτήσουμε όσο γίνεται τις εικόνες στην πληρότητά-τους. Ένα παράδειγμα από τους «Ελεύθερους πολιορκισμένους», τρίτο σχεδίασμα. Ο Σολωμός θέλει να δείξει πως το Μεσολόγγι το μάχονται όχι μόνο ο Κιουταχής κι ο Ιμπραήμ, παρά κι οι ευρωπαίοι αξιωματικοί που τους υπηρετούν:

Και σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι·
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι·
κι αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν·
Αθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;»
Στην πλώρη που σκιρτά, γυρτός, τούτά ’πε ο ξένος ναύτης.

Όταν λοιπόν αρχίσει να νυχτώνει –θολώνουν τα νερά, πληθαίνουν τ’ άστρα–, τότε σκιρτά, τρέμει δηλαδή, και η θάλασσα και η στεριά· περιμένουμε να μάθουμε γιατί, κι η απάντηση δεν θα έρθει από το στόμα του αφηγητή-ποιητή παρά από ένα τρίτο πρόσωπο: «Αραβικά άλογα, γαλλικός στοχασμός, πυροβολισμοί Τούρκων, κανόνια – “τόπια”, μπάλες κανονιού θα λέγαμε σήμερα– εγγλέζικα. Αυτά όλα, η γενική ομοβροντία, κάνει τη γη και τη θάλασσα να σκιρτά, σαν ένα πέλαγος να σφυροκοπάει το μικρό καλύβι. Κι αλίμονο –κι αλιά!–, σε λίγο τα τείχη θα γκρεμιστούν, και τα στήθη των ηρωικών μαχητών θα μείνουν απροστάτευτα, ξέσκεπα. Μα δεν σταματάει ποτέ ο βομβαρδισμός; ‒ «Αθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;» Προσοχή όμως, να μη μας διαφύγει το πιο κρίσιμο, πως ετούτα τα λόγια, τη συνέργεια της Αγγλίας και της Γαλλίας στην τρομερή πολιορκία του Μεσολογγιού, ο ποιητής τη βάζει στο στόμα ενός «ξένου ναύτη». Πως κάνει δηλαδή κάτι σαν τον καλό σφαιριστή του μπιλιάρδου: για να μετρήσει ο πόντος, πρέπει η άσπρη μπάλα να μπει στο διχτάκι χτυπημένη όμως από μιαν άλλη, την κόκκινη· έτσι ο παίκτης αλλού κάνει πως σημαδεύει, κι αλλού είν’ ο στόχος-του. Έμμεσα εκφράζεται η ποίηση.

Θυμάμαι πάντα τα λόγια που άκουσα κάποτε από μια μεγαλύτερη φίλη, ζωγράφο. «Δουλειά-μου είναι να οδηγώ το μάτι του αναγνώστη». Έτσι μπορείς να δείξεις πράγματα που το κοινό μάτι δεν τα βλέπει, να παραμερίσεις την καταχνιά της καθημερινότητας και ν’ αναδείξεις αυτό που πιο νωρίς τ’ ονόμασα «υπερ-πραγματικότητα». Γιατί η τέχνη δεν απογράφει τις πραγματικές καταστάσεις: είναι μια «κατασκευή» εκ του μηδενός, ένα αυτόνομο δημιούργημα που ενδεχομένως υποδύεται, ή παριστάνει πραγματικότητες. Τις ανασυνθέτει όμως («μίμησις») ως σύμβαση, συνήθως με όρους και συνθήκες «ιδανικές», που δεν σημαίνει βέβαια «θετικές»: στο Ρωμαίος και Ιουλιέτα, λόγου χάρη είναι ακραία αρνητικές, οι γονείς των παιδιών είναι ορκισμένοι αντίπαλοι – έτσι όμως ο ποιητής θα μπορέσει να φανερώσει το μεγαλείο του έρωτα. Μια «δυνητική» πραγματικότητα, λοιπόν, νοητή, που εμπεριέχει τις βιωματικές εμπειρίες, ενσωματώνοντάς-τις σ’ ενιαίο όλον μαζί με τον κόσμο της φαντασίας (τους φόβους, τις ελπίδες, ό,τι άλλο). Κι ακριβώς επειδή αυτό το όλον δεν υπάρχει, οι ποιητές το «ποιούν».

Πολλοί νομίζουν πως επειδή ένιωσαν ένα συναίσθημα δυνατό, ίσως και πρωτόγνωρο, αν το αποτυπώσουν στο χαρτί, θα το μεταδώσουν και στον αναγνώστη. Προσωπικά συνήθως δεν με συγκινούν τα ποιήματα που αποτυπώνουν τα αισθήματα του ποιητή – όσο σημαντικά κι αν είναι· προτιμώ τον δρόμο που ακολουθούν άλλοι ποιητές, λόγου χάρη ο Χάινε:

Τρέχει, και στον ήλιο λάμπει, το ποτάμι.
–Μάη, η αγάπη τί γλυκά που πιάνει!
Πλάγι στο ποτάμι νέα βοσκοπούλα
Πλέκει με λουλούδια δροσερό στεφάνι,

Και μοσχομυρίζουν τα λουλούδια όλα…
–Μάη, η αγάπη τί γλυκά που πιάνει!
Κι η καρδιά-της λέει και αναστενάζει·
Αχ, ποιανού να δώσω τ’ όμορφο στεφάνι;

Νέος καβαλάρης βγαίνει στο ποτάμι
και την χαιρετάει με φαιδρό καμάρι.
Τον κοιτάζει εκείνη… Φεύγει τ’ άλογό-του,
κι η καρδιά-της φεύγει με τον καβαλάρη.

Κλαίει, και στο ποτάμι ρίχνει η βοσκοπούλα
τα λουλούδια όλα, κι όλο το στεφάνι .
Και ψηλά τ’ αηδόνια τραγουδούν και λένε·
–Μάη, η αγάπη τί γλυκά που πιάνει!

(Heinrich Heine, μετάφραση Άγγελος Βλάχος, 1887)

Σίγουρα το ποίημα ξεκίνησε από κάποιο αίσθημα που θα ένιωσε κάποτε ο ποιητής. Ποιος δεν έχει νιώσει άλλωστε αυτή την υπόγεια γοητεία της φευγαλέας ερωτικής ανταπόκρισης, ταξιδεύοντας με το πλοίο ή το τρένο, μέσα απ’ το τζάμι λεωφορείου σε πολυσύχναστο δρόμο. Αλλά ο Χάινε δεν κατέθεσε στο χαρτί το δικό-του συναίσθημα, δεν μας είπε∙ «δυο μάτια που λαμπύρισαν για μια στιγμή» – όχι, πάσχισε να βρει πώς θα νιώσει τη συγκίνηση του συναισθήματος ένας άλλος, τρίτος, ένας αναγνώστης.

Αυτό το είχε καταλάβει ο Σολωμός από νωρίς, από την «Ξανθούλα» κιόλας: «Κι αφού πανί, μαντίλι,| εχάθη στο νερό,| εδάκρυσαν οι φίλοι, εδάκρυσα κι εγώ» – δάκρυσε βλέποντας τη συγκίνηση κάποιων άγνωστων.

Γιατί άραγε να μας συγκινεί η συγκίνηση του άλλου κι όχι του ποιητή; Νομίζω επειδή εκεί παίρνει πραγματική υπόσταση το συναίσθημα: χάνεται το προσωπικό φορτίο κι έτσι αναδεικνύεται το αντικειμενικό-του βάρος. Μα καλά, κι η Σαπφώ, ο Αρχίλοχος, ο Ανακρέων; Σίγουρα μπορεί και το προσωπικό να μετατραπεί σε αντικειμενικό, υπερατομικό δηλαδή, έτσι που να αγγίξει και τον αναγνώστη –ακόμη και μερικές χιλιάδες χρόνια αργότερα–, αλλά πολύ πιο συχνά μπορεί να χάσει τον στόχο, να μείνει ένα προσωπικό επιφώνημα. Το «αχ» του διπλανού-μας μας συγκινεί μόνο αν είμαστε μπροστά, αν συμμετέχουμε (έστω και «εικονικά», δια της τηλεόρασης)∙ το κλάμα της Μαντάμ Μποβαρύ ή της Άννας Καρένινα μας συγκινεί κατάκαρδα – ακριβώς όπως και το κλάμα της βοσκοπούλας του Χάινε.

***

[1] Ο δάσκαλος υποτίθεται πως διαθέτει ορισμένες γνώσεις, και μπαίνει σ’ έναν χώρο φτιαγμένον με ειδικές προδιαγραφές, κι έχει την υποχρέωση να μεταφέρει κάποιες γνώσεις. Τις ειδικές προδιαγραφές τις ξέρετε· από τη μια τα καθίσματα που κοιτάν όλα προς την ίδια κατεύθυνση, κι από την άλλη ένα βάθρο, δυο πιθαμές ψηλό, και μια άλλη καρέκλα, για την οποία χρησιμοποιούμε τον αρχαίο όρο, έδρα, που κοιτάει προς τα πολλά καθίσματα. Το πόσο ετούτη η ανισομερής διάταξη υπονομεύει την επαφή των δύο πλευρών το ξέρουμε, το έχουμε ζήσει. Ακόμα κι όταν «αυτό που κάθεται στην έδρα» έχει απτές και συγκεκριμένες γνώσεις να μεταφέρει.

 

[Το κείμενο του Αλέξη Πολίτη διαβάστηκε στην εκδήλωση-συζήτηση που διοργάνωσε η Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ, τη Δευτέρα 29 Ιουλίου στα Χανιά, για το βιβλίο του Κώστα Κουτσουρέλη. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly