frear

Για τον «Γιάννη Σκαρίμπα» της Χαράς Νικολακοπούλου – γράφει η Φωτεινή Βασιλοπούλου

Χαρά Νικολακοπούλου, Γιάννης Σκαρίμπας, Παραδοξολογίες και γλωσσικές ακροβασίες στο πεζογραφικό έργο του, (.poema..) 2016, 136 σελ.

Το βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου, βασισμένο στη διπλωματική εργασία της με τίτλο Γιάννης Σκαρίμπας: Παραδοξολογίες και γλωσσικές ανατροπές στο πεζογραφικό του έργο, η οποία εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας το 2012, αποτελεί έναν εύχρηστο και ευανάγνωστο οδηγό στην ποιητική της πρόζας του Γιάννη Σκαρίμπα, ενός πρωτοποριακού και πολύπλευρου λογοτέχνη, το εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία έργο του οποίου παραμένει να ανακαλυφθεί από το ευρύ αναγνωστικό κοινό.

Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: Πρωτοποριακός πεζογράφος και ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μαχητικός αρθρογράφος αλλά και αμφιλεγόμενος ιστορικός, ο Γιάννης Σκαρίμπας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πεζογράφους της λεγόμενης “Γενιάς του ’30”.

“Ιδιότυπος, αντικομφορμιστής, αναρχικός, πρωτότυπος, μοναδικός, αιρετικός, στυλίστας, σουρεαλιστής” είναι κάποια από τα επίθετα που τον συνοδεύουν, ενώ στοιχεία της νεωτερικότητας του πεζού λόγου του θεωρούνται ο κατακερματισμός της ταυτότητας των ηρώων, η ιδιάζουσα γλώσσα του, η εξάρθρωση της σύνταξης, η υψηλή αυτοαναφορικότητα της γραφής του, η εσωτερική διακειμενικότητα, οι παραδοξολογίες, το υπερρεαλιστικό στοιχείο, η καυστική σάτιρα, ο κλαυσίγελος.

Στην Εισαγωγή της μελέτης καταγράφονται τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, πρωτεργάτη του παραλόγου, που φωτίζουν το πρόσωπο και τον βίο του και παρατίθενται συνοπτικές πληροφορίες για τα λογοτεχνικά τεκταινόμενα της δεκαετίας 1930-1940, στην οποία έδρασε ο Σκαρίμπας και που υπήρξε η πιο γόνιμη όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για το ελληνικό μυθιστόρημα γενικότερα.

Στο πρώτο κεφάλαιο, που η συγγραφέας επιγράφει Γλωσσικές ακροβασίες: Ιδιολεξία, μελετώνται ξεχωριστά τα έργα του Καϋμοί στο Γριπονήσι (1930), Το θείο Τραγί (1933), Μαριάμπας (1935), Το Σόλο του Φίγκαρω (1938), Το Βατερλώ δυο γελοίων (1959), Η μαθητευομένη των Τακουνιών (1961), τα οποία συναποτελούν τον κορμό των πεζογραφημάτων του, και αναλύονται οι γλωσσικές ιδιομορφίες που διαμόρφωσαν το ιδιαίτερο εκφραστικό όργανο του συγγραφέα, έτσι όπως εξελίσσεται χρονικά από κείμενο σε κείμενο, τη σκαριμπική ιδιόλεκτο.

Μέσα από μια πληθώρα αποσπασμάτων, ερχόμαστε σε άμεση επαφή με τις διαφορετικές εκφάνσεις της γλώσσας και του ύφους του Σκαρίμπα, τις οποίες η συγγραφέας, δίνοντας ευάριθμα παραδείγματα, κατηγοριοποιεί σε νεολογισμούς, υποκοριστικά, λεκτικά παιχνίδια, ανορθογραφίες, ξενικές και ηχομιμητικές λέξεις και φράσεις, ιδιόμορφες συντακτικές δομές, ανύπαρκτο γλωσσικό σύστημα. Όλα χαρακτηριστικά του σκαριμπικού σκώμματος και στοιχεία που διαμορφώνουν την ποιητική της πρόζας του Γιάννη Σκαρίμπα.

Στο δεύτερο κεφάλαιο Παραδοξολογίες και Παραλογισμοί η συγγραφέας μάς εξοικειώνει με την πλοκή κάθε έργου του Σκαρίμπα, με τη λογική της ιστορίας ‒που μάλλον πρόκειται περί παραλόγου της ιστορίας‒, αφού, όπως ομολογεί και ο Σκαρίμπας «με το παράλογο πάω εγώ κόντρα στην καθωσπρέπικη υποκρισία…». Η Νικολακοπούλου παρουσιάζει τις υπερρεαλιστικές εικόνες, τις ακραίες καταστάσεις και περιγραφές, τον άκρατο παραλογισμό ενός πρωτοπόρου πνεύματος, που εισάγει περιθωριακούς και αποσυνάγωγους χαρακτήρες, αντιήρωες ανατροπείς του καθωσπρεπισμού και της καθεστηκυίας τάξης, των καθιερωμένων αξιών ζωής και του αστικού πολιτισμού. Οι αφηγηματικές τεχνικές, ο εγκιβωτισμός ιστοριών, η υψηλή αυτοαναφορικότητα, η διακειμενικότητα, η συνομιλία με άλλα λογοτεχνικά έργα, οι εκλεκτικές συγγένειες, οι επιδράσεις και οι επιρροές του, καθώς και η υποδοχή της οποίας έτυχε το λογοτεχνικό έργο του φωτίζονται ολόπλευρα με την παράθεση ικανών αποσπάσματων κριτικών και μελετών.

Σε υποκεφάλαιο με τίτλο Κοινά χαρακτηριστικά των ηρώων εξετάζονται τα μοτίβα της περιπλάνησης, της απώλειας ταυτότητας, της εμμονικής προσκόλλησης σ’ ένα αντικείμενο, του δανεισμού του ονόματος του συγγραφέα σε ήρωες, η ύπαρξη συμβολιστικών υπαινιγμών.

Στο τρίτο μέρος, το Δημιουργικό, η συγγραφέας ξεκινώντας από τις Αόρατες Πολιτείες του Καλβίνο και αλιεύοντας σκαριμπικά γλωσσικά μαργαριτάρια παραθέτει τρία κείμενά της Η πόλη και τα φαντάσματα βασισμένο στο Βατερλώ δυο γελοίων, Η πόλη και η μουσική, στο Σόλο του Φίγκαρω και Η πόλη και τα γοβάκια βασισμένο στον Μαριάμπα, τα οποία μας ταξιδεύουν στην αγαπημένη πόλη του Σκαρίμπα, αλλά συνάμα αποτελούν μια ονειρική περιπλάνηση στα δυσερμήνευτα βασίλεια του κόσμου και του υποσυνείδητου του λογοτέχνη, καθώς και στα υπερρεαλιστικά εκφραστικά του μέσα.

Σε τούτη την πόλη τη νυχτερινή, την υπερβατική, θα δεις καμιά φορά, κι αν είσαι τυχερός, να πεζοπορεί μιλώντας μοναχός του ένας κωμικοτραγικός τύπος. Αυτός ο άνθρωπος είναι μεγάλος ψεύτης και πλαστοπροσωπίας . Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για την ταυτότητα ή για τα λεγόμενά του. Ίσως και να μην υπάρχει καν. (Η πόλη και τα φαντάσματα, απόσπασμα)

Και τότε, έτσι και αποφασίσεις να ξεφυλλίσεις το βιβλίο, θα ακούσεις τον ερωτικό ήχο των γυναικείων τακουνιών πάνω στο πλακόστρωτο καλντερίμι. Αμέσως μετά, θα ταράξουν αιφνίδια το χάρτινο σύμπαν δυο έξαλλοι πάταγοι από παλιά καραμπίνα.

Ο λεπτεπίλεπτος βάρβαρος, που λέγαμε παραπάνω, θα έχει πέσει κατά πάσα πιθανότητα αμετάκλητα νεκρός.

Κι εσύ αποχαυνωμένος δεν θα είσαι σε θέση να διακρίνεις τη διαφορά ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι των πραγμάτων, θα μετεωρίζεσαι αιώνια ανάμεσα φαντασία και πραγματικότητα χωρίς δυνατότητα επαναπροσδιορισμού των στοιχειωδέστερων πεποιθήσεών σου (Η πόλη και τα γοβάκια, απόσπασμα).

Στο βιβλίο της αναφέρει η συγγραφέας ότι «Πολύ προτού διατυπωθούν οι θεωρίες της αναγνωστικής πρόσληψης και επανεκτιμηθεί ο ρόλος του αναγνώστη στην αφηγηματική διαδικασία, ο Σκαρίμπας ήταν από τους πρώτους που απαίτησε, με πραγματική επιμονή, την ενεργό συμμετοχή του. Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν στήνει γλωσσικές παγίδες, δημιουργεί λεκτικά αναχώματα, σκαρώνει υφολογικά τερτίπια, πλέκει ιστούς υφασμένους με τις πιο ακραίες γλωσσικές ιδιοτροπίες, εκτελεί συντακτικά ακροβατικά νούμερα, προκειμένου όχι μόνο να εμπλέξει ενεργά τον αναγνώστη αλλά και να τον δυσκολέψει, να τον προβληματίσει, να τον κινητοποιήσει.

Σε αυτό συνεπικουρεί βεβαίως και η σατανική γοητεία της προσωπικότητάς του όσο και η απαράμιλλη υφολογική και γλωσσική δεξιοτεχνία του. Ο αναγνώστης δεν θα διαβάσει με άνεση και ευκολία ένα βιβλίο του Σκαρίμπα· τελειώνοντάς το θα έχει την εντύπωση πως έδωσε μια επίπονη μάχη και την κέρδισε. Κι αυτό γιατί ο βαθμός ανοικείωσης που προκαλεί έντεχνα ο συγγραφέας στον λόγο του, είναι αρκετά αυξημένος.»

Αντιθέτως, διαβάζοντας το ευανάγνωστο δοκίμιο της Χαράς Νικολακοπούλου ο αναγνώστης δε θα νιώσει να παλεύει με κανένα σκαριμπικό στοιχειό, αφού η συγγραφέας με γλώσσα λογοτεχνική, ρέουσα, με τρόπο επιστημονικό, αλλά κατανοητό κι ευχάριστο, και αναλυτικό, όσο το επιτρέπει η περιορισμένη έκταση του βιβλίου, μας εισάγει, μας εξοικειώνει και σταδιακά μας μυεί στον μαγικό, γλωσσοπλαστικό, ανατρεπτικό λόγο του Γιάννη Σκαρίμπα και μας ανοίγει την όρεξη να εμβαθύνουμε στο ίδιο το σκαριμπικό corpus.

Tο βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου είναι ένα καράβι που μας ταξιδεύει μέσα στα όρια του ονειρικού, ανατρεπτικού, συρρεαλιστικού, εξαίσια γοητευτικού χάρτινου κόσμου του Γιάννη Σκαρίμπα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly