Γιώργος Χειμωνάς, Αγάπη σαν ακολασία, επιλογή αποσπασμάτων-εισαγωγή Αργύρης Παλούκας, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2016.

Στην εισαγωγή της ανθολόγησης των αποσπασμάτων από το έργο του πεζογράφου Γιώργου Χειμωνά με τίτλο Αγάπη σαν ακολασία (Εκδόσεις Κριτική), ο συγγραφέας και επιμελητής Αργύρης Παλούκας γράφει ότι μοναδικό κίνητρο της εκδοτικής αυτής προσπάθειας, υπήρξε η δική του αγάπη για ένα έργο που τον κάνει ακόμη να δακρύζει. Από αυτό το πεζογραφικό έργο ο ανθολόγος διαλέγει ιστορίες χωρίς τίτλους. Η δε παραπομπή στα αντίστοιχα πεζογραφήματα του Χειμωνά, γίνεται με μία σημείωση στο τέλος του βιβλίου. Η προσπάθεια έγκειται στην παρουσίαση ιστοριών με δραστική αυτοτέλεια και όχι στη στεγνή αποσπασματικότητα κειμένων ενός έτσι κι αλλιώς δύσκολου πεζογραφικού έργου. Οι ιστορίες αφορούν κείμενα από το πεζογραφικό έργο του Χειμωνά που εκτείνεται από τον Πεισίστρατο του 1960, μέχρι τον Εχθρό του ποιητή του 1990, και με ενδιάμεσους σταθμούς: Η εκδρομή 1964, Μυθιστόρημα 1966, Ο Γιατρός Ινεότης 1971, Ο γάμος 1974, Ο αδελφός 1975, Οι χτίστες 1979, Τα ταξίδια μου 1984.

Στο όνειρο της ποιήτριας Ιουλίας, που πέθανε όμως εικοσιέξι χρονών, «…όλοι οι άνθρωποι αγαπιώνταν μεταξύ τους όλοι μια αγάπη σαν ακολασία…Ονειρεύτηκε ζωντανά και το έβλεπε σαν από το παράθυρο κι όλοι οι άνθρωποι αγαπιώνται και πως μπαινοβγαίνουν στα σπίτια παθολογικό ντελίριο η αγάπη των ανθρώπων και κακία κι ο ήλιος βασιλεύει πίσω από τα δέντρα και χίλια πράσινα φωτεινά μάτια του ήλιου κατέβαιναν αργά αργά τα βλέφαρα του σκοταδιού».

Το απόσπασμα από την «Εκδρομή» που δανείζει και τον τίτλο στη συλλογή, είναι ο εξώστης –μονόλογος ενός συγγραφέα που θέτει ερωτηματικά στοχεύοντας στον Λόγο ως προϋπόθεση ύπαρξης. Τον αποβαρύνει από τη συνηθισμένη γραμμική του μορφή, τον ονειροποιεί με απτά υλικά της καθημερινής πραγματικότητας, σαρκάζοντας και σκαλίζοντας μυθολογίες από την αρχή, γεωγραφίες και τοπωνύμια, όλα στην υπηρεσία μίας νέας ένσαρκης ιερότητας. Και ενός συγκλονισμού προερχόμενου από την πιο κοντινή μας πρόθεση, αυτή του άρρητου. Συγκλονισμός από αγάπη και από θάνατο καμωμένος. «Για να τελειώσεις το φόβο ήρθες στο φόβο. Για να τελειώσεις το θάνατο έκανες θάνατο. Τι κοροϊδία για τη γλώσσα». Και τι αιρετικός απογαλακτισμός από το σώμα της λογοτεχνίας, όταν αποδομείς τα υλικά της σύνθεσής της.

Αυτός όμως ήταν ο συγγραφέας Χειμωνάς, ένας καλλιτέχνης που βυθίστηκε στα έγκατα του Λόγου, που δεν συμβιβάστηκε με την καθιερωμένη ευταξία της μελωδικής γραφής, αλλά φέρθηκε ιερόσυλα σε έννοιες- σύμβολα που καθορίζουν την ύπαρξή μας. Με τίμημα και με κέρδος ταυτόχρονα, την ερωτική ελευθερία της αταυτοποίητης σωματικής υπόστασης. Γράφοντας με όλο το σώμα, φτιάχνοντας λέξεις από τα κόκκαλα στοχεύει πρώτα πρώτα στο κορμί. Γι’ αυτό η γραφή του Χειμωνά προκαλεί ρίγος και δέος, γιατί δεν διαβάζεται, καρφώνεται. Ο ίδιος γράφει στον Αδελφό, «αφού άλλος τρόπος από το σώμα δεν είναι. Ψυχή είναι η μίμηση σπουδαίου σώματος», και «…ύστερα θα με φιλήσεις στο στόμα θα γλείφουμε τις γλώσσες μας. Όπως στους εραστές κάποια σοφία έχουν αυτά. Τα σάλια είναι για να κάνουν απαλότερο το φρικτό ακούμπημα των σωμάτων».

Γιατί όμως το σώμα; Γιατί είναι ο άνθρωπος. Είναι το υλικό του. Όταν ο Γ. Χειμωνάς εμφανίστηκε στη λογοτεχνική σκηνή στη δεκαετία του 60 με τον Πεισίστρατο, διακηρύχθηκε μέσω της πολυπρισματικής αφήγησης ότι θα δώσει τη ζωή του για χάρη της ανθρωπότητας, δηλαδή θα δώσει τον ιδρώτα και το αίμα της δημιουργικότητας για να προσφέρει έναν τρόπο ανθρώπινης σωτηρίας. Και ποιος είναι αυτός ο τρόπος; Η επίγνωση ίσως ότι «η ψυχή είναι ένα ακατάπαυστο σώμα που δεν καταλήγει». Όποιες έννοιες και ιδέες εφευρίσκονται, λειτουργούν για να καταλήξουν πάντα στον άνθρωπο. Ανάμεσά τους χιλιάδες λέξεις που συνθέτουν την ιστορία αλλά «…ο άνθρωπος θα χρησιμοποιεί πάντα ανθρώπους και πάντα με ανθρώπους θα επιστρέφει. Τέλος του ανθρώπου οι άνθρωποι».

Η επιλογή των άτιτλων και αυτόνομων κειμένων, εκτείνεται στα βασικά πεζογραφήματα του συγγραφέα. Ο τρόπος γραφής του Χειμωνά είναι και τρόπος ζωής. Ο ίδιος άλλωστε με την ιδιότητα του νευροψυχίατρου έχει πει ότι στον εγκέφαλο δεν υπάρχει κέντρο γραφής. Υπάρχει μόνο κέντρο του προφορικού λόγου. Τα αφηγήματα που ανθολογούνται συνθέτουν εκ νέου τον προφορικό τρόπο του Χειμωνά. Ο ανθολόγος Αργύρης Παλούκας με κέντρο την έννοια της αγάπης, γνωρίζοντας το έργο του Χειμωνά και την αντίστασή του στις κοινές μυθιστορηματικές καταβολές, επιλέγει κείμενα για το θάνατο, όπως και αν προέρχεται («κάθε θάνατος είναι φόνος»), για το όνειρο, για την τέχνη, για την ιδιοπροσωπεία, για το φόβο, για τη γλώσσα, για τον άνθρωπο και για τη δόξα του.

Αυτός ο λόγος που γράφεται για να ακούγεται, αναμοχλεύοντας το παρελθόν της γλώσσας, ίσως για να φτάσει στα πρωταρχικά στοιχεία της, δεν εξυπηρετεί την ανάγκη για μία «άλλη» λογοτεχνία τόσο, όσο την ανάγκη για μία «άλλη» ύπαρξη και υπό αυτή την έννοια η γραφή του Χειμωνά είναι οντολογική. Κάθε τι μπορεί να αφηγηθεί και να γίνει εμπειρικό δεδομένο, μπορεί να βιωθεί με βαθύ συναίσθημα. Ο Χειμωνάς εξεγείρει νου και συναίσθημα, εννοώντας την ύπαρξη ως μία ανθεκτική γνώση που εξελίσσεται. Ο ίδιος έχει πει σε συνέντευξή του ότι ο άνθρωπος δεν έχει με το θάνατο μία σχέση γνώσης, γιατί είναι καμωμένος από αισθητήρια ζωής, δεν διαθέτει αισθητήριο θανάτου. Δεν παύει όμως ο θάνατος να είναι παντού στο έργο του Χειμωνά, ιδίως στον «Γιατρό Ινεότη» που κουβαλά το πεπρωμένο του αλλά και το πεπρωμένο των άλλων ως προφητεία. Σ’ αυτό το έργο αποκαλύπτεται η πραγματική σχέση του ανθρώπου με το χρόνο του, με τη μοίρα του την ίδια. «Ό,τι αξίζει στον άνθρωπο είναι να έχει να πει μία ιστορία συνταρακτική κι εκείνοι που δεν έχουν και ούτε καν έχουν φανταστεί μία ιστορία. Είναι χαμένοι για πάντα και δεν θα γυρίσω να τους κοιτάξω κι όσο να με παρακολουθούν δεν θα γυρίσω γιατί έστω ότι υπάρχει ένα χρέος στον άνθρωπο αυτό είναι να πει μια συνταρακτική ιστορία και από ηθικό χρέος»

Ο Παντελής Μπουκάλας έγραφε ότι «ο Γιώργος Χειμωνάς υπηρέτησε ασκητικά τον τρόπο του. Τον υπηρέτησε μοναχικά αλλά όχι χωρίς αγαπημένους τροφοδότες (οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι ανάμεσά τους καθώς και οι αρχαίοι τραγικοί, έργα των οποίων μετέφερε σε ένα ασθματικό σχεδόν επιφωνηματικό ιδίωμα, συχνά εξαρθρωμένο ως τη στοιχειακή κραυγή για να αποδοθεί ο υψηλός στοχασμός) ούτε και δίχως προγόνους (στη χορεία τους προεξάρχει ο Σολωμός, συχνός επισκέπτης των κειμένων του, και ίσως η σολωμική αποσπασματικότητα, ο θραυσμένος, χαίνων και εσαεί εκκρεμής λόγος του Ζακύνθιου να μαγνήτιζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, από τις ψυχιατρικές σπουδές ας πούμε, τον τύποις πεζογράφο Χειμωνά)». Ο ίδιος ο συγγραφέας θα πει ότι «τον Πεισίστρατο τον κρατούσα πάντα σαν ένα νεανικό βίωμα εξομολογημένο μ’ έναν άξεστο τρόπο. Αλλά αυτού του είδους η άξεστη γραφή θα συνεχιστεί και στα επόμενα βιβλία μου και δίνω μίαν απόλυτα θετική έννοια σ’ αυτή τη λέξη άξεστος. Σημαίνει τον θαρραλέο όσο και δύσκολο τρόπο, γεμάτος πέτρες και κινδύνους να χαθείς, να μιλάς για το πρόσωπο του ανθρώπου, τις αιματηρές σχέσεις του με τον άλλο και με το άλλο, για τα ανθρώπινα οράματα, τις “κατακόρυφες” πράξεις». (Παντελής Μπουκάλας, “Η άξεστη γραφή του Γιώργου Χειμωνά”, Οδός Πανός, τχ. 109/2000).

Αλλά και ο Αργύρης Παλούκας στην εισαγωγή της ανθολογίας του, εξηγεί αυτό ακριβώς που περιμένουμε να διαβάσουμε: «Στα κείμενά του δεν υπάρχει θολούρα ή δισταγμός. Αυτό που εκλύει το συναίσθημα στην επιφάνεια των κειμένων είναι οι συνδυασμοί των λέξεων, τα γλωσσικά συντάγματα, οι ξαφνικές προσκρούσεις των εικόνων. Τον εκρηκτικό του λόγο δεν προλαβαίνεις να τον ερμηνεύσεις, τα ίδια τα κείμενα αντιστέκονται σε κάτι τέτοιο. Βιάζονται να μεταφέρουν τα νοήματα προτού αυτά ξεθυμάνουν….Το έργο του Χειμωνά είναι σαν το σοκ ύστερα από ένα αναπάντεχο χαστούκι».

Με αυτή τη γραφή και με τον τρόπο της, απευθύνεται ο συγγραφέας στο πιο ελεύθερο κομμάτι του εαυτού μας. Εκεί που επικρατεί η σιωπή και οι έννοιες, οι στήμονες του λογικού, δεν παίζουν πια τον πρωταρχικό ρόλο. Βουτάει στο ψυχικό μας τοπίο και στις δονήσεις μιας ύπαρξης που ακόμη δεν έχει εμφανιστεί και την προσκαλεί σε λύτρωση.

Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης στη μελέτη του με τίτλο «Η πεζογραφία του Γιώργου Χειμωνά» (Εκδόσεις Κέδρος), αρνείται την επιμέρους επιγραφική κατατομή του κάθε πεζογραφήματος. Και τούτο γιατί αφενός τα αφηγήματα του Χειμωνά σκοπεύουν σε κάποιο αδιόριστο τέλος, που είναι ίσως η ίδια η περιπέτεια της γραφής, αφετέρου γιατί ο αφηγηματικός κόσμος του, προσφέρεται όχι για να συντηρηθεί στη μνήμη μας αλλά για να βουλιάξει στη λήθη μας. «Τα αφηγήματα του Χειμωνά αντιστέκονται σε κάθε είδος απομνημόνευσης, αδύνατο να τα θυμηθείς, για να τα αναδιηγηθείς. Και τούτο δεν οφείλεται μόνο στον δυσανάγνωστο, αποσπασματικό ή ασυνεχή μύθο των αφηγημάτων αλλά στη σύνολη άρθρωση του λόγου ο οποίος γράφει ένα χώρο για να τον σβήσει, τον γεμίζει για να τον αδειάσει».

Η αγάπη είναι μέρος αυτής της νέας γλώσσας. Είναι μέρος αυτού του «αντίκοσμου ελευθερίας απέναντι στον κόσμο της ανάγκης». Είναι μία καινούργια λέξη, μία καινούρια έννοια όπως γράφει ο ανθολόγος στην εισαγωγή. Αγάπη σαν ακολασία ακούγεται τόσο βαθιά αιρετική και αντιφατική αυτή η φράση, που είναι δύσκολο να σκεφτείς αν ανήκει στο τοπίο της αγιότητας ή στο τοπίο της αμαρτίας. Ο νέος λόγος όμως απαιτεί τη συναίρεση των καθεστωτικών εννοιών. Στον Εχθρό του ποιητή λέει «Αγαπώ σημαίνει κάνω ένδοξο έναν άνθρωπο», αλλά η αγάπη αυτή μυρίζει χώμα. Αναδύεται και καταλήγει αδιάκοπα.

Η ολιγοσέλιδη συλλογή διαβάζεται με συγκίνηση και ταραχή. Ο Πεισίστρατος, Ο γιατρός Ινεότης, ο Κήρυκας, η Κυβέλη, η Τενάγκνε, ο Αδελφός, οι Χτίστες, το ανθρωποψυχογραφικό σύμπαν του Χειμωνά, ονόματα και σύμβολα, άνθρωποι και ιδέες ταυτόχρονα, λυτρώνονται διά της γραφής. Παραφράζοντας μία φράση από τους Χτίστες θα έλεγα ότι, η ζωή φάνηκε πρώτα στα γράμματα. Και στην εκ νέου ανακάλυψή τους. Άλλωστε ο ίδιος ο Χειμωνάς θεμελίωσε τη λειτουργία της τέχνης με τον εξής αφορισμό: «Εάν το αίτημα των φιλοσοφικών αναζητήσεων του ανθρώπου είναι να εννοήσει ο άνθρωπος τον κόσμο, η τέχνη αντιστρέφει αυτό το αίτημα. Το τρομακτικό αίτημα που θέτει η τέχνη είναι να εννοηθεί ο άνθρωπος από τον κόσμο».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Έργο: Anja Millen.]