Βηματισμός μύχιων φόβων

Μισέλ Φάις, Lady Cortisol, Πατάκη, Αθήνα 2016, σελ. 125.

«[…] Φυσικά κι έχει ξαναρωτήσει, φυσικά και θυμάται ότι σ’ έχει ξανα-
ρωτήσει. Αφού είναι κοινό μυστικό, δεν υπάρχουν πλέον ερωτήσεις
που δεν έχουν τεθεί και απαντήσεις που δεν έχουν δοθεί.»

Οι συγγραφείς δεν (συνηθίζουν να) τοποθετούν εαυτόν στο προσκήνιο του διαλόγου για την τρέχουσα πραγματικότητα· (συνηθίζουν να) τοποθετούνται μέσα από το έργο τους, ή έστω το κάθε έργο τους αποτελεί ένα επαρκές καθρέπτισμα της εποχής μέσα στην οποία αυτό επωάστηκε και δημιουργήθηκε. Συν τω χρόνω, επίσης, συχνά επαναπροσδιορίζεται η στόχευση της γραφής τους. Αυτό ακριβώς οφείλει κανείς να διαγνώσει και στο σώμα του έργου του –γεννημένου στην Κομοτηνή– Μισέλ Φάις: από το σημαντικό μυθιστόρημα Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (1994) έως την πρόσφατη νουβέλα Lady Cortisol (2016).

Φωτ. ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ένας αδιάρρηκτος άξονας στη γραφή του Φάις είναι το δίπολο εαυτός-μη εαυτός και γύρω από αυτό έχουν χτιστεί εν πολλοίς τα βιβλία του. Όμως, υπάρχει ένα ολοένα και πιο εμφανές κομμάτι της αφηγηματικής στόχευσης του πεζογράφου στο οποίο η έννοια εαυτός χρησιμοποιείται με τρόπο τέτοιο ώστε αποκτά χαρακτηριστικά συλλογικότητας (ή συλλογικής ανησυχίας). Έτσι, από την αναζήτηση του εαυτού μέσα από την ιστορία του γενέθλιου τόπου στην Αυτοβιογραφία (1995) και την αναψηλάφηση των προσωπικών εμμονών μιας δύσκολης αστυγραφίας στο Aegypius monachus (2001), πέρασε στην εξέταση του άλλου ως εαυτόν στα Το μέλι και η στάχτη του Θεού (2002) και Ελληνική αϋπνία (2004), πριν διευρύνει την θεματική του καμβά του στο σφαγείο της Ιστορίας και της μνήμης (Πορφυρά γέλια, 2010). Παράλληλα, η θρυμματισμένη αφήγηση διασταυρώθηκε και εμπλουτίστηκε με την θεατρογενή (ενδεικτικά στην μετάβαση από τα Κτερίσματα, 2012, στο Παγκάκι του κανένα, 2014 ), ενώ ο κοχλασμός της ημεδαπής καθημερινότητας είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει και την έσω θερμοκρασία των βιβλίων του (ήδη από το Κίτρινο σκυλί, 2009 και φτάνοντας ως το πολυφωνικό Από το πουθενά, 2015). Αυτή η διαρκής εξέλιξη της γραφής του Φάις, σε συνδυασμό με τον υπόρρητο σχολιασμό όσων καθορίζουν την ουσία της εποχής μας, είναι ο λόγος που επιστρέφουμε στα βιβλία του.

Εν προκειμένω, ποιά είναι η Κυρία Κορτιζόλη; Αντλώντας από την βιοχημεία και την βιολογία των ορμόνων, ο Φάις τιτλοφορεί το βιβλίο του με την ουσία την οποία ο οργανισμός μας εκκρίνει σε καταστάσεις φόβου, άγχους, πανικού ή κατάθλιψης. Δηλαδή, με το κατεξοχήν μόριο της αγωνίας και των μύχιων φόβων μας. Έτσι λοιπόν, με ενεργό ακόμα το στοιχείο από τα πρόσφατα θεατρογενή έργα του συγγραφέα (πχ., Το παγκάκι του κανένα, 2014), ο αναγνώστης παρακολουθεί έναν ασφυκτικό, σχεδόν παραληρηματικό, καταιγισμό ερωταπαντήσεων μεταξύ μιας γυναίκας (ερωτώμενη) και ενός άντρα (ερωτών). Εδώ όμως, το κείμενο δεν περιέχει την παραμικρή σκηνική ή χωροχρονική περιγραφή· όλα γίνονται εκτός τόπου και εκτός χρόνου, ακριβώς επειδή όλα όσα παρατίθενται στέκουν πέραν οποιουδήποτε τόπου ή χρόνου.

Πιστός στον τρόπο του, ο συγγραφέας οργανώνει ένα πυκνό κείμενο, ένα κείμενο όπου οι ερωτήσεις φωτίζουν λοξά την απάντηση και οι απαντήσεις απογυμνώνουν την ερώτηση. Εύλογα αναρωτιέται κανείς ποιά είναι αυτή η γυναικεία φωνή που μοιάζει να μας συστήνεται μέσα από αντιφάσεις; Και ποιός είναι ο άντρας ερωτών που επανέρχεται διαρκώς με ερωτήσεις άλλοτε σε τόνο υπνωτιστικό, άλλοτε δόλια ή εκλιπαρώντας κι άλλοτε πλαγίως θυμωμένα; Και ποιά η φύση της συνομιλίας; Πρόκειται για μια ψυχαναλυτική συνεδρία, για ευθεία ανάκριση, για επινοημένο καβγά; Μήπως είναι και οι δύο συνομιλητές το ίδιο πρόσωπο που ανακρίνει τον εαυτό του μπροστά στον καθρέφτη; Ή μήπως, εν τέλει, η αφήγηση αφορά σε μια παραίσθηση; Παρόλα αυτά ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να απαντήσει σε κανένα από αυτά τα ερωτήματα. Αφενός επειδή η χρήση της γλώσσας του Φάις είναι πειστική και απολαυστική (ειδικά η φορτισμένη δευτεροπρόσωπη αφήγηση)· αφετέρου επειδή σε αυτή στη αφηγηματική περιήγηση στο ημίφως της προσωπικής μνήμης, των αναγνώσεων της επιθυμίας, της αναμέτρησης με την πραγματικότητα, αυτά που μετρούν (τόσο για τον συγγραφέα και τις προθέσεις του, όσο και για τον αναγνώστη) είναι όλα όσα οι ερωταπαντήσεις αντανακλούν και μετουσιώνουν.

Αντί επιλόγου, ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «[…] Τίποτα. Παύση. Κενό. Η ανάσα του νεκρού. Κι όσο αντέξει. Ας ενεργοποιήσει ό,τι θέλει. Ας σου ασκήσει ψυχική ή σωματική βία. Η ανάσα του νεκρού. Τέλος. Κι όμως, τίποτα δεν κάνει. Ούτε μισή ώρα δεν αντέχει. Επειδή σε ξέρει. Ξέρει τα όριά σου. Όταν ήσασταν μικρή, σε ρωτάει, τι σας άρεσε περισσότερο να κάνετε; Μαζεύτηκε; Αρχίζει και το μαζεύει; Θα δείξει. Εσύ, πάντως, του απαντάς σαν να μην τρέχει τίποτα. Όλα πρίμα. Μια χαρά. Να σωπαίνω, του λες. Ούτε να παίζω, ούτε να διαβάζω, ούτε να χαϊδεύομαι. Μόνο να σωπαίνω. Υπήρχαν μέρες που ξεχνούσα να μιλήσω. Τυλιγόμουν στη σιωπή, όπως τα κορίτσια τυλίγονται στη ζακέτα τους, στην αγκαλιά της μαμάς ή του μπαμπά, στο βλέμμα ενός αγοριού. Δεν ασχολιόντουσαν και πολύ μαζί μου. Αυτή είναι η αλήθεια. Τουλάχιστον γλίτωσα τις νουθεσίες. Κάποιες φορές ονειρευόμουν αυτή τη σιωπή. Πιο αγνή όμως, πιο τρυφερή, πιο γαλήνια. Καμία σκιά μοχθηρίας ή παραίτησης δεν τη νόθευε. Στην ανεπαίσθητη παύση που χωρίζει το κλείσιμο των δικών σου χειλιών και το άνοιγμα των δικών του, είσαι σίγουρη πως η επόμενη ερώτηση θα αφορά τον ύπνο σου».

_________________________________________________

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ο Άκης Παπαντώνης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Για το πρώτο του βιβλίο, τη νουβέλα Καρυότυπος (Κίχλη, 2014), τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω (2015). Φωτογραφία: Harold Feinstein.]